Εμείς η μεσαία τάξη
ήμεθα η μόνη τάξη
με έντιμη συνείδηση, εθνική
παρασυρόμενοι όμως απʼ τις άλλες τάξεις
στα νοήματα και στις πράξεις
δίνουμε χροιά πολιτική
για όλα φταίνε οι γκόμενες
οι πρώην και οι επόμενες
ανώνυμες και επώνυμες και γενικώς
Και όπως είναι φυσικό η μεσαία τάξη
θέλει και εκείνη λιγάκι να διατάξει
να γίνει άρχουσα δηλαδή
στην κλειδαρότρυπα σκυμμένη
και το χέρι στην τσέπη
χρόνια τώρα περιμένει και βλέπει
όμως την εμποδίζει ένα κλειδί
και τούτο εδώ είναι ένα μικρό παιδί
που τρυπάει το μπαλόνι του με δυο καρφιά
για να τρομάξει αυτό τον κύριο
που καπνίζει το τσιμπούκι του και γκούχου γκουχ
και που ρωτάει το μηχάνημα
που μας λέει την αλήθεια εκατό φορές
ότι για όλα φταίνε οι γκόμενες
οι πρώην και οι επόμενες
ανώνυμες και επώνυμες γενικώς
Και τον δικό μου τον καημό τώρα ποιος να τον μάθει
που έχω κάτσει πάνω σε ένα αγκάθι
και τη βρίσκω κάπως μαζοχιστικά
όλα ωραία και στο βάθος κήπος
πληροφορίες κίτρινος ο τύπος
και νομίζουν πως τη βάψαμε κανονικά
και τούτη δω η εφημερίδα
μοιάζει τέντα στην αυλόπορτα
που σκιάζει το μικρό παιδί
που τρυπάει το μπαλόνι του με δυο καρφιά
για να τρομάξει αυτό τον κύριο
που καπνίζει το τσιμπούκι του και γκούχου γκουχ
και που ρωτάει το μηχάνημα
που μας λέει την αλήθεια εκατό φορές
ότι για όλα φταίνε οι γκόμενες
οι πρώην και οι επόμενες
ανώνυμες και επώνυμες γενικώς
Το να λέει όμως κανένας την αλήθεια
είναι μια πολύ κακή συνήθεια
που αν την έχεις την πληρώνεις κάπως ακριβά
αλλά από δω παιδιά αρχίζει άλλη ιστορία
άλλο κεφαλαίο και στην ουσία
κάτι τέτοια δε λέγονται τραγουδιστά
και ιδού εγώ μονάχος
αγκαλιά με την κιθάρα μου
να τραγουδάω για την εφημερίδα
τέντα στην αυλόπορτα
που σκιάζει το μικρό παιδί
που τρυπάει το μπαλόνι του με δυο καρφιά
για να τρομάξει αυτό τον κύριο
που καπνίζει το τσιμπούκι του και γκούχου γκουχ
και που ρωτάει το μηχάνημα
που μας λέει την αλήθεια εκατό φορές
ότι για όλα φταίνε οι γκόμενες
οι πρώην και οι επόμενες
ανώνυμες και επώνυμες γενικώς.
(«Γκόμενες». Από τον δίσκο «Ενέχυρο», 1983. Στίχοι, μουσική και πρώτη εκτέλεση: Δήμος Μούτσης)
To πράγμα έχει παραγίνει. Οι πολυπληθείς αναφορές στον όρο ‘μεσαία τάξη’ κοντεύουν να εκπορθήσουν από την πρώτη θέση δημοφιλίας την άλλη λέξη-καραμέλα (αυτή που κυκλοφορεί με το brand name ‘λαϊκισμός’ και χρησιμοποιείται επίσης «δια πάσαν νόσον και μαλακίαν»).
Στο διαδίκτυο, προνομιακό πεδίο αυτής της περίφημης «μεσαίας τάξης», οι αναφορές μάς βγάζουν τα μάτια κάθε λίγο και λιγάκι, καθώς τον βλέπουν δεξιά κι αριστερά. Το δεξιά κατανοητό. Αλλά κι αριστερά; Η κατάσταση καθίσταται ζόρικη. Κι όταν συναντάμε τον όρο ακόμα και στο τελευταίο άρθρο τού σημαντικού Νικόλα Σεβαστάκη στην τελευταία Κυριακάτικη «Αυγή» («Γιατί δεν συγκινούν οι δημοκρατικές επαναστάσεις;»[1]), ή στη συνέντευξη την ίδια ημέρα στην «Εποχή», του Αριστείδη Μπαλτά[2], επιτελικού στελέχους του ΣΥΝ, κι όχι απλώς στο Χ ή Ψ blog, ή στην αρθρογραφία κάποιων δημοσιογράφων[3], νιώθουμε έντονα αυτό το ζόρι να «μας τραβάει απ’ το μανίκι». Ας πούμε λοιπόν λίγα πράγματα σχετικά μ’ αυτό το, έτσι κι αλλιώς, ζόρικο ζήτημα, προσπαθώντας και τη δική μας σκέψη να βάλουμε σε κάποια τάξη, αλλά και να συμβάλουμε στο ξεκαθάρισμα κάποιων συγχύσεων, στο μέτρο του δυνατού απ’ τη μεριά μας. Αόρατος αλλά παρών σε αυτό το σημείωμα θα είναι ο Νίκος Πουλαντζάς στις αναλύσεις του οποίου θα στηριχτούμε κυρίως.
Τρεις κρίσιμες έννοιες
Πριν πούμε οτιδήποτε για την ουσία του προβλήματος, είναι απαραίτητο να ξεκαθαρίσουμε τρεις έννοιες, που παίζουν μεγάλο ρόλο στην κατανόησή του.
1. Ταξικός δομικός προσδιορισμός (ΤΔΜ): Είναι ο προσδιορισμός μια κοινωνικής τάξης με βάση τα δομικά κριτήρια της θέσης της μέσα στο σύνολο του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, στην οποία θέση περιλαμβάνονται τόσο οι πολιτικές όσο και οι ιδεολογικές σχέσεις. Στην απλή, καθομιλουμένη γλώσσα της Αριστεράς, όλα αυτά συνηθίζουμε να τα συνοψίζουμε στην έννοια του ‘αντικειμενικού’.
2. Ταξική τοποθέτηση (ΤΤ): Κάτι τελείως διαφορετικό από τον ΤΔΠ. Γιατί δεν υποδηλώνει παρά τη στάση που τηρεί μια κοινωνική τάξη σε μια δεδομένη συγκυρία της ταξικής πάλης. Η κατανόηση της μεγάλης διαφοράς μεταξύ δομικού και συγκυριακού στοιχείου είναι απολύτως απαραίτητη προκειμένου να αποφεύγουμε ένα διπλό λάθος: είτε να προδικάζουμε τη στάση των κοινωνικών τάξεων με βάση τον ΤΔΠ τους («είσαι εργάτης, άρα θα επαναστατήσεις»), είτε, δια της αναγωγής, να προσδιορίζουμε τις κοινωνικές τάξεις με βάση τη στάση τους («εργάτης είναι όποιος συμπαρατάσσεται με τον εργάτη»). Το να μην ξεχνάμε τη σημασία των πολιτικών και ιδεολογικών σχέσεων στον προσδιορισμό των τάξεων (έχουμε να κάνουμε με σχέσεις κυριαρχίας ή υποταγής;) είναι κάτι που επίσης μας βοηθάει να αποφεύγουμε αυτό το διπλό λάθος και, συνακόλουθα, να μη σαστίζουμε όταν διαπιστώνουμε διάσταση ή και αντίφαση μεταξύ του δομικού προσδιορισμού των τάξεων και της τοποθέτησής τους μέσα στην εκάστοτε συγκυρία της πολιτικής (ταξικής) πάλης.
3. Παραγωγικά εργαζόμενος: Εδώ τα πράγματα περιπλέκονται. Έχει όμως μεγάλη σημασία να βρούμε μια άκρη, παρά τις δυσκολίες. Γιατί; Γιατί, απλούστατα, η παραγωγική εργασία αποτελεί τη λυδία λίθο για να χαρακτηριστεί ένας εργαζόμενος μέλος της εργατικής τάξης: μόνο όποιοι ασκούν τέτοιου τύπου εργασία μπορούν να έχουν «εργατική ταυτότητα». Αυτό, βέβαια, ξεκινάει από τον Μαρξ. Μόνο που, όπως εξηγεί ο Νίκος Πουλατζάς στο βιβλίο του «Οι κοινωνικές τάξεις στον σύγχρονο καπιταλισμό» (1974), ο Μαρξ τα μπερδεύει λίγο. Γιατί ενώ από τη μια συνδέει την εργατική τάξη μόνο με τους παραγωγικά εργαζόμενους, εννοώντας αυτούς που με την εργασία τους παράγουν υπεραξία, από την άλλη, δίνει και έναν γενικό ορισμό της παραγωγικής εργασίας, στον οποίο κάνει λόγο για την εργασία που μετασχηματίζει τις φυσικές ύλες σε μια άλλη μορφή[4] προορισμένη να καλύψει ανθρώπινες ανάγκες. Ο Πουλαντζάς «αθωώνει» τελικά τον Μαρξ, αίροντας τις αντιφάσεις μέσα από κάπως περίπλοκα συμφραζόμενα κειμένων τού παππού Κάρολου, που δεν έχει νόημα να μεταφέρουμε εδώ. Επιπλέον, φαίνεται να συντάσσεται με την άποψη που ανάγει την παραγωγή υπεραξίας[5] σε καθοριστικό κριτήριο. Για μας το ζήτημα παραμένει ανοιχτό. Τείνουμε πάντως να ανιχνεύουμε, μέχρι στιγμής, έναν κάποιο οικονομισμό στην παραπάνω αντίληψη[6]. Και μη σκεφτεί κανείς ότι ευλογάμε τα γένια μας, μια και έχουμε δηλώσει μέλη τής νέας μικροαστικής τάξης: όποιος πιστεύει ότι η Κούνεβα δεν ανήκει στην εργατική τάξη, επειδή η δουλειά της δεν παράγει υπεραξία, να σηκώσει το χέρι του![7]
Η γένεση της «μεσαίας τάξης»
Πώς προέκυψε ο όρος; Δεν εννοούμε βέβαια γραμματολογικά. Εννοούμε τις υλικές προϋποθέσεις που επέτρεψαν να φυτρώσει και να ριζώσει στο κοινωνικό «χωράφι», μετά βέβαια από τη σχετική «καλλιέργεια». Υπήρξαν τέτοιες προϋποθέσεις; Υπήρξαν.
Εμπεριέχονται σε ένα φαινόμενο που συνοδεύει σταθερά τον καπιταλισμό από τη φάση της μονοπωλιακής του ανάπτυξης και μετά. Δηλαδή τη σημαντική αύξηση σε απόλυτους και σχετικούς αριθμούς των μη παραγωγικών εργαζομένων, μισθωτών[8] στη συντριπτική πλειοψηφία τους. Σ’ αυτή την κατηγορία κατατάσσονται διάφορα υποσύνολα εργαζομένων, όπως οι εμπορικοί και τραπεζικοί υπάλληλοι, οι υπάλληλοι γραφείων και υπηρεσιών, όλοι αυτοί δηλαδή που άλλοι τους αποκαλούν white collars κι άλλοι εργαζόμενους του τριτογενούς τομέα, των υπηρεσιών.
Αυτή η εξέλιξη λοιπόν αποτέλεσε τη βάση επάνω στην οποία πάτησε και αναπτύχθηκε ένα ολόκληρο και πολύμορφο[9] θεωρητικό ρεύμα που επιχειρεί να ανασκευάσει τη μαρξική θεωρία και, βεβαίως βεβαίως, κυρίως τη θεωρία της πάλης των τάξεων. Διαπνέεται από μια γενική αντίληψη για τη διάλυση των ταξικών συνόρων στις σύγχρονες κοινωνίες που χαρακτηρίζονται, τάχα, από μια γενική «αστικοποίηση», δηλαδή από 20ου αιώνα την «ενσωμάτωση» στο σύστημα. Αν και πολύμορφο, η ιδιαίτερη μορφή που τελικά επικράτησε και κάνει το μεγαλύτερο ντόρο είναι εκείνη της «μεσαίας τάξης». (Αυτός είναι και ο λόγος που επικεντρωνόμαστε στη συγκεκριμένη μορφή).
Δεν είναι δύσκολο να μαντέψουμε ότι σ’ αυτή την επικράτηση βοήθησε αποφασιστικά η αποτυχία και κατάρρευση των πρωτοσοσιαλιστικών καθεστώτων του εικοστού αιώνα καθώς και η υιοθέτηση και θεωρητικοποίηση του «τρίτου δρόμου» από τους Εργατικούς στη Μ. Βρετανία και γενικότερα την ευρωπαϊκή μεταλλαγμένη σοσιαλδημοκρατία. Είναι χρήσιμο, επίσης, να σημειώσουμε ότι στην επικράτηση αυτή συνετέλεσε σημαντικά το γεγονός πως η έννοια ‘μεσαίος’ ασκεί μια ιδιαίτερη γοητεία, καθώς συνδέεται με τις συναφείς του «μέτρου», της «χρυσής τομής», ή και όσων υποδηλώνει η συνήθης έκφραση της καθομιλουμένης «η αλήθεια είναι κάπου στη μέση». Τέλος, να θυμίσουμε με νόημα[10] και τη χρησιμότητα του όρου «μεσαία τάξη» στην εκστρατεία εναντίον των «ακραίων λύσεων», «οποθενδήποτε και αν προτείνονται», εκστρατεία στην οποία τόσο πρόθυμα στρατεύονται καθεστωτικοί (και καθωσπρεπικοί) «κύκλοι»...
Το κύριο πρόβλημα
Το κύριο πρόβλημα είναι ότι η αναφορά σε ‘μεσαία τάξη’, έτσι, χωρίς κανέναν άλλον προσδιορισμό, ακριβώς επειδή ο όρος συμβολίζει έννοια γένους κι όχι είδους, συσκοτίζει εντυπωσιακά το γεγονός πως, σύμφωνα με τον ιστορικό υλισμό, σε κάθε κοινωνικοοικονομικό σύστημα οι βασικές τάξεις είναι πάντα δυο και ορίζονται ως οι διαμετρικά αντίθετοι πόλοι σε συνάρτηση με την ιδιοκτησία ή μη των μέσων παραγωγής (σχέσεις παραγωγής) του κάθε φορά δοσμένου κυρίαρχου συστήματος παραγωγής. Έτσι, ενώ στο φεουδαρχικό σύστημα παραγωγής οι δυο βασικές τάξεις ήταν οι γαιοκτήμονες και οι δουλοπάροικοι ακτήμονες καλλιεργητές γης, στον καπιταλιστικό οι δυο αντίστοιχοι πόλοι είναι οι καπιταλιστές και οι προλετάριοι. Εδώ θα πρέπει να τονιστεί η σημασία στην έννοια του κυρίαρχου σε κάθε ιστορική περίοδο τρόπου παραγωγής. Γράφει (και υπερτονίζει) ο Νίκος Πουλαντζάς γι’ αυτό το ζήτημα στο βιβλίο που προαναφέραμε:
«[…] ένας κοινωνικός σχηματισμός περιλαμβάνει πολλούς τρόπους —αλλά και μορφές— παραγωγής, με μιαν ειδική διάρθρωση. Οι ευρωπαϊκές καπιταλιστικές κοινωνίες λ.χ. των αρχών του 20ου αιώνα απαρτίζονταν από στοιχεία του φεουδαρχικού τρόπου παραγωγής, της απλής εμπορευματικής μορφής παραγωγής, της μανιφακτούρας —μορφής μεταβατικής από τη φεουδαρχία σον καπιταλισμό— και του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής με την ανταγωνιστική και τη μονοπωλιακή μορφή του. Αλλά αυτοί οι κοινωνικοί σχηματισμοί ήταν καπιταλιστικοί: κυριαρχούσε δηλαδή ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής. Πράγματι, σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό, διαπιστώνουμε την υπεροχή ενός τρόπου παραγωγής, υπεροχή που έχει σύνθετες επενέργειες διάλυσης – συντήρησης πάνω στους άλλους τρόπους και μορφές παραγωγής και προσδίδει σ’ αυτούς τους κοινωνικούς σχηματισμούς τον χαρακτήρα τους (φεουδαρχικό, καπιταλιστικό, κ.λπ.): με εξαίρεση τις αυστηρά μεταβατικές περιόδους, που χαρακτηρίζονται ακριβώς από μια ιδιόμορφη «ισορροπία» των διαφόρων τρόπων και μορφών παραγωγής».
Μεσαία τάξη δεν είναι. Τι στο διάολο είναι;
Αυτό ακριβώς θα προσπαθήσουμε να προσδιορίσουμε τώρα. Και θα ξεκινήσουμε από ένα άλλο ερώτημα, τροποποιώντας λίγο τον παραπάνω υπότιτλο: Ωραία. Μεσαία τάξη δεν είναι. Τάξη είναι;
Επιστρατεύουμε πάλι για βοήθεια τον Νίκο Πουλαντζά:
«Αλλά μια συγκεκριμένη κοινωνία, ένας κοινωνικός σχηματισμός, περιλαμβάνει περισσότερες από δυο τάξεις, εφόσον ακριβώς περιλαμβάνει πολλούς τρόπους και μορφές παραγωγής. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει κοινωνικός σχηματισμός που να περιλαμβάνει μόνο δυο κοινωνικές τάξεις. Το σωστό είναι ότι οι δυο βασικές τάξεις κάθε κοινωνικού σχηματισμού, όπου και εμφανίζεται η κύρια αντίφαση [Σημ. συντ.: αντίθεση], είναι οι τάξεις του κυρίαρχου σ’ αυτόν τον σχηματισμό τρόπου παραγωγής: στους καπιταλιστικούς κοινωνικούς σχηματισμούς, η αστική και η εργατική τάξη».
Με βάση τα παραπάνω και λαμβάνοντας υπ’ όψη μας και την αύξηση της απασχόλησης στον τριτογενή τομέα, την αυξημένη παρουσία επιστημονικοτεχνικού προσωπικού στις ίδιες τις μονάδες υλικής παραγωγής, κ.λπ., κ.λπ, μπορούμε να πούμε πως ναι, όλη αυτή η «υπαλληλία» είναι μια τάξη. Τι είδους όμως τάξη; Βασική όχι. Αλλά τι;
Ο Νίκος Πουλαντζάς την εντάσσει στην μικροαστική. Τη διακρίνει όμως από την παραδοσιακή μικροαστική τάξη (μικρή ιδιοκτησία και παραγωγή[11]) και γι’ αυτό τη χαρακτηρίζει νέα μικροαστική τάξη.
Το κάνει επί τη βάσει των εξής συλλογισμών (αναγκαστικά συνοψίζουμε, μένοντας στη «μεγάλη εικόνα»):
Ι. Όπως και η παραδοσιακή μικροαστική τάξη, έτσι και η νέα χαρακτηρίζεται από την πόλωση[12] έναντι των δυο βασικών τάξεων του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Και πολώνεται απέναντι σ’ αυτές, ακριβώς γιατί, όπως και η παραδοσιακή, δεν ανήκει ούτε στην αστική ούτε στην εργατική τάξη. Γιατί όμως δεν ανήκει στην εργατική τάξη; Είπαμε πριν ότι στην πλειοψηφία της αποτελείται από μισθωτούς, από ανθρώπους δηλαδή που, επειδή στερούνται δικών τους μέσων παραγωγής, πουλάνε το μοναδικό μέσο το οποίο κατέχουν, την εργασία τους. Και έχουμε πει ότι αντιμετωπίζουμε μάλλον αρνητικά την ιδέα πως μόνο όσοι παράγουν υπεραξία μπορούν να θεωρηθούν εργατική τάξη. Λέμε και ξελέμε —μαζί κι ο Πουλαντζάς; Εδώ απαντάει το δεύτερο σημείο της σκέψης του (το οποίο θα πρέπει να το συνδυάσουμε και με τον ορισμό του Λένιν που δίνουμε στη σημείωση #6).
ΙΙ. Δεν τους κατατάσσει στην εργατική τάξη (γενικά, όχι πως δεν δέχεται διαφοροποιήσεις), γιατί από τη θέση που κατέχουν στον συνολικό κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας πραγματοποιούν/διεκπεραιώνουν/υποβοηθούν τις πολιτικές και ιδεολογικές σχέσεις υποταγής της εργατικής τάξης στο κεφάλαιο (διευθυντική/εποπτική εργασία, διαχωρισμός διανοητικής/χειρωνακτικής εργασίας, επίπεδο αμοιβής, κοινωνικό κύρος, κ.λπ.) και γιατί αυτή η πλευρά του ταξικού δομικού προσδιορισμού (ΤΔΠ) τους είναι εκείνη που επικρατεί. (Να μη μας πάρουν εδώ με τις πέτρες οι φίλοι αναγνώστες που εκπληρώνουν μεν τα κοινωνικοοικονομικά κριτήρια για να εντάσσονται σε αυτή τη νέα μικροαστική τάξη, αλλά συμπαρατάσσονται με την εργατική τάξη εναντίον του κεφαλαίου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση κι αυτοί πολώνονται. Αλλά πλησιάζοντας τον πόλο της εργατικής τάξης!).
Αντί επιλόγου: ψήγματα πολιτικής ψυχολογίας
Γράψαμε παραπάνω, στη συνοπτική γενεαλογία του όρου ‘μεσαία τάξη’, μερικούς παράγοντες που συνέβαλαν στην εδραίωσή του. Κλείνουμε με έναν τελευταίο, αλλά όχι και αμελητέο. Για να μην υπάρξουν παρανοήσεις και παρεξηγήσεις (φύλαγε τα ρούχα σου για να ’χεις τα μισά!), θα γίνουμε …αυτοαναφορικοί (ΕΟΣ, χαιρετούμε! ;-) ).
Δεν είναι πιο ωραίο και δεν βοηθάει στην αυτοεπιβεβαίωσή μας να δηλώσουμε ‘μεσαία τάξη’ αντί για μικροαστοί, έστω και νέοι; Θέλει και ρώτημα; Δείτε τι κερδίζουμε:
1) Παίρνουμε προαγωγή και αναβαθμιζόμαστε κι εμείς σε βασική τάξη, πετώντας από πάνω μας σαν βρώμικο ρούχο τον ταπεινωτικό προσδιορισμό ‘μικρο’. 2) Παύουμε να εμφανιζόμαστε σαν ΟΦΑ (= Όπου Φυσά ο Άνεμος) που παραδέρνουμε μεταξύ αστικής και εργατικής τάξης, κλείνοντας το μάτι πότε στη μια και πότε στην άλλη, ανάλογα με τα πρόσκαιρα συμφέροντά μας. 3) Βάζουμε υποθήκες ώστε να μπορούμε να διαπραγματευόμαστε επί ίσοις όροις με όποια από τις δυο τάξεις παίρνει το πάνω χέρι σε κάθε δεδομένη στιγμή της ταξικής πάλης, όπως αυτή εμφανίζεται σε διάφορους κοινωνικούς χώρους. Για να τα λέμε όλα, δεν είναι και λίγα!
Προς το παρόν αντιστεκόμαστε στον πειρασμό. Χωρίς δυο βασικές τάξεις, εξαϋλώνεται η βασική αντίθεση Κεφαλαίου/Εργασίας. Και χωρίς αυτήν εξατμίζεται ο απαραίτητος κοινωνικός και πολιτικός μανιχαϊσμός Δεξιάς/Αριστεράς.
Εν προκειμένω, δηλώνουμε μανιχαϊστές! Και μάλιστα αμετανόητοι!
[1] Δεν μπορούμε να βάλουμε link, γιατί εκεί, στην ηλεκτρονική «Αυγή», έχουν την εντύπωση ότι διανύουμε ακόμα τη …Μεγάλη Εβδομάδα! ;-)
[2] Αν και αυτός φροντίζει τουλάχιστον να μιλήσει για «μεσοστρώματα» και μάλιστα «λεγόμενα» (τα εισαγωγικά είναι δικά του).
[3] Εννοείται όλων των «καθεστωτικών», αλλά και του καλού Νίκου Ξυδάκη που φαίνεται να έχει μια κάποια «εμμονή» στη χρήση του… ;-)
[4] Αυτό να μην ερμηνευτεί στενά. Η μετασχηματιστική εργασία δεν είναι υποχρεωτικά χειρωνακτική.
[5] Εδώ προσοχή: Υπεραξία από τη σκοπιά του ατομικού κεφαλαιούχου παράγει και ένας κατά Μαρξ και Πουλαντζά μη παραγωγικά εργαζόμενος (από πού προέρχονται τα κέρδη του;). Εννοούν όμως την υπεραξία που παράγεται (ή δεν παράγεται) από τη σκοπιά και για λογαριασμό του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου. Έτσι, με τα λόγια και τους υπερτονισμούς του Πουλαντζά:
«[…] το κέρδος του εμπορικού και του τραπεζικού κεφαλαίου δεν προκύπτει από μια δημιουργό διαδικασία αξίας, αλλά από μια μεταφορά της υπεραξίας που δημιουργήθηκε από το παραγωγικό κεφάλαιο: οι μισθωτοί αυτοί εργαζόμενοι [Σημ. συντ.: του εμπορικού και τραπεζικού κεφαλαίου] συμβάλλουν απλώς στην κατανομή τής μάζας τής υπεραξίας μεταξύ των μερίδων του κεφαλαίου, σύμφωνα με το μέσο ποσοστό κέρδους».
[6] Επηρεασμένοι ίσως και από τον Λένιν, ο οποίος, στη «Μεγάλη πρωτοβουλία», ορίζει ως προλετάριους αυτούς που:
α) δεν κατέχουν μέσα παραγωγής και πουλάνε την εργατική τους δύναμη στους καπιταλιστές,
β) συμμετέχουν στο καπιταλιστικό σύστημα παραγωγής ως καταπιεζόμενοι και εξαρτημένοι, με σκοπό να εξασφαλίσουν τα μέσα για την ύπαρξή τους,
γ) παίζουν στην οργάνωση της κοινωνικής παραγωγής ρόλο εκτελεστικού οργάνου,
δ) παίρνουν το εισόδημά τους με τη μορφή του μισθού ή του ημερομίσθιου, ενώ οι διαστάσεις του εισοδήματός τους είναι μικρές.
[7] Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που, συνήθως, μιλάμε για εργαζόμενους κι όχι για εργατική τάξη. Γεγονός που μας καθιστά, ασφαλώς, υπόπτους στη γνωστή κατηγορία των κάθε λογής «καθαρών», εκ των οποίων ο πιο συγχωρητέος είναι, ίσως, κάποιος blogger που πρωτοήρθε σε επαφή με τις αριστερές ιδέες μέσα από κείμενα λογοτεχνικής κριτικής… ;-)
[8] Είναι γνωστό βέβαια ότι ο μισθός δεν είναι απόλυτο κριτήριο για να εντάξουμε κάποιον εργαζόμενο στην εργατική τάξη.
[9] Δεν μας διαφεύγει ότι μέσα στην πολυμορφία διακρίνονται και αριστερές μορφές (αριστερός μεταμοντερνισμός, μετα-μαρξισμός, άυλη εργασία, κ.λπ.). Η ενασχόληση με αυτές υπερβαίνει τους σκοπούς του παρόντος σημειώματος.
[10] Δηλαδή, κλείνοντας το μάτι: ;-). Μπας και καταλάβουν και μερικοί αριστεροί (εν προκειμένω και στόκοι) την πολύπλευρη λειτουργία των σχετικών συμβόλων…
[11] Ας θυμίσουμε εδώ, για επιπλέον βοήθεια κατανόησης των διαφορών, ότι, σύμφωνα με τον Μαρξ, ο ιδιοκτήτης μέσων παραγωγής, η προσωπική εργασία του οποίου όμως είναι απαραίτητη για την υλική πραγμάτωση αυτής της παραγωγής, πρέπει να κατατάσσεται στη μικροαστική τάξη.
[12] Ανεξαρτήτως της ηλικίας σας, δεν μπορεί να μη θυμάστε τις πατρικές απειλητικές προειδοποιήσεις όταν ο έλεγχος που φέρνατε σπίτι ήταν για κλάματα: «Εργάτης θα καταντήσεις παιδί μου έτσι όπως πας. Αυτό θέλεις; Δεν θέλεις να μορφωθείς, να ζήσεις σαν άνθρωπος με μια καλή δουλειά, κι αν θέλει ο Θεός, αύριο μεθαύριο να κάνεις και δική σου, να είσαι αφεντικό;». Ακόμα κι αν ο δεύτερος πόλος έλειπε λόγω συντήρησης ή φόβου για το επιχειρηματικό ρίσκο, δεν είναι δύσκολο να τον φανταστεί κανείς…
Η photo, από το sailerfraud.blogspot.com