Σάββατο, 30 Απριλίου 2011

Ένα διευκρινιστικό post, δυο αιχμηρές λέξεις και τρεις μερίδες τροφής για σκέψη


Σε ένα post προ ολίγων ημερών, όπου σχολιάζαμε τις αντιδράσεις για τη βίαιη απόπειρα παρεμπόδισης της ομιλίας του βιολόγου James Watson στο Πανεπιστήμιο της Πάτρας και για το γιουχάισμα του Λοβέρδου στους Αγίους Αναργύρους, αναφερθήκαμε αντιστικτικά σε δυο περιστατικά από τις προσωπικές μας εμπειρίες. Στο ένα από αυτά συμπεριλάβαμε στην αναφορά μας και το όνομα του Ηλία Ιωακείμογλου, καθώς το περιστατικό αφορούσε σε μια ομιλία του από κοινού με τη Σώτη Τριανταφύλλου, με την οποία έχει συν-γράψει δυο βιβλία.[1]

Τις ημέρες των γιορτών λάβαμε ένα email από τον φίλο Ηλία Ιωακείμογλου (ΗΙ). Πριν μεταφέρουμε το θέμα και την ουσία της επιστολής του, πρέπει να κάνουμε μια μικρή στάση για μερικές πληροφορίες σχετικά με τον ΗΙ, χρήσιμες σε όσους δεν τον ξέρουν, αλλά και σ’ εμάς προκειμένου να κάνουμε σαφές το πνεύμα αυτού του σημειώματος.

Ο ΗΙ, ανέκαθεν άνθρωπος της Αριστεράς, είναι οικονομολόγος/μελετητής και συνεργάτης του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ με σωρεία σημαντικών βιβλίων, μελετών και ερευνών στο ενεργητικό του, εστιασμένων, στην πλειοψηφία τους, «στην κατάσταση της εργατικής τάξης στην Ελλάδα». Κοντολογίς: Πώς λέμε leftg700.blogspot.com; Ε, καμία σχέση!

Γιατί κάνουμε αυτή την αντίστιξη; Την κάνουμε για να δείξουμε ότι είμαστε κάτι σπουδαίο, κάτι ιδιαίτερο έστω, αφού μας διαβάζουν[2], τάχα, γνωστοί άνθρωποι της Αριστεράς; Όχι. Θα μπορούσε να είναι αυτό; Θα μπορούσε! Τίποτε δεν μπορούμε να κάνουμε για να αποδείξουμε το αντίθετο. Ό,τι έχετε καταλάβει από εμάς, όσοι έχετε καταλάβει, καταλάβατε. Από εκεί και πέρα, ο Θεός κι η ψυχή σας!

Ωραία λοιπόν, δεν τραβήξαμε την αντιδιαστολή γι’ αυτό. Γιατί την τραβήξαμε; Η απάντηση είναι (νομίζουμε) και η πρώτη μερίδα τροφής για σκέψη: Το κάναμε για να ξεχωρίσουμε τιμητικά έναν άνθρωπο ο οποίος, παρά το γεγονός ότι είναι «γνωστός και μη εξαιρετέος»[3],  δεν δίστασε να στείλει γράμμα και γραφή σ’ εμάς τους ψευδώνυμους (αυτούς δηλαδή για τους οποίους «πολλοί είναι εκείνοι που ρωτούν για το ποιόν τους»), άρα να μας μιλήσει κατ’ αρχήν —ανεξαρτήτως του τι ήθελε να μας πει. Δεν μπορούσαμε να το περάσουμε αυτό στο ντούκου από τη στιγμή που έχουμε «προλάβει» να πάρουμε (όχι αδιαμαρτύρητα) μια καλή γεύση της αριστερής αλαζονείας. (Λόγου χάρη, ακόμα δεν μπορούμε να χωνέψουμε πώς ένας καθηγητής Πανεπιστημίου, στον οποίο κάποτε απευθυνθήκαμε ονομαστικά με ολόκληρο —και μακροσκελές— post, δεν καταδέχθηκε ποτέ να μας στείλει ούτε μια λέξη! Έστω και για να μας απορρίψει!).

Η στάση τελείωσε και επανερχόμαστε.

Στο email του ο ΗΙ εκφράζει ευθέως την άποψή του: η αναφορά μας σ’ εκείνον, εμβόλιμη αλλά υπαρκτή, τον αδικεί. Μας το επισημαίνει, μας το εξηγεί και, ταυτόχρονα, ζητά («παράκληση» χαρακτηρίζει το αίτημά του) να μην κάνουμε καμία αναφορά στο blog μας, προτρέποντάς μας να μην ασχοληθούμε με αυτό το μικρό ζήτημα, ενώ υπάρχουν μπροστά μας προβλήματα βουνό για την εργαζόμενη κοινωνία. Στην απάντησή μας του γράψαμε συνοπτικά για ποιους λόγους δεν θα του κάνουμε το χατίρι σ’ αυτό που ζητά, έστω κι αν τον στενοχωρήσουμε. Να το εξηγήσουμε και σ’ εσάς. Κι εδώ είναι η δεύτερη μερίδα τροφής για σκέψη.

Δεν μπορούμε να θεωρήσουμε μικρό ζήτημα (τηρουμένων βέβαια των αναλογιών του δικού μας μεγέθους, αλλά και του ιντερνετικού μικρόκοσμου) το γεγονός ότι έρχεται εδώ ένας άνθρωπος, ένας οποιοσδήποτε άνθρωπος, και μας λέει ότι τον αδικήσαμε. (Το γιατί, το έχουμε εξηγήσει με λίγα λόγια πέρυσι, εδώ). Ούτε μπορούμε να ανεχθούμε το ενδεχόμενο να έχουμε αδικήσει δημοσία κάποιον (οποιονδήποτε, ξαναλέμε, αλλά ιδίως αριστερό —δεν είναι ντροπή αυτή η φραστική διάκριση) και να λογοδοτήσουμε (= να δώσουμε λόγο, αιτία, εξήγηση) …ιδιωτικώς! Το θεωρούμε δειλία και μικροπρέπεια. Και μπορεί να είμαστε πολλές φορές «κακά παιδιά» και αμετροεπείς (το πρώτο κατά δήλωσή μας, το δεύτερο σύμφωνα με κάποιες γραφίδες αριστερών εντύπων), αλλά δειλοί και μικροπρεπείς δεν είμαστε. Δεν είναι η φτιαξιά μας αυτή, δηλαδή, δεν μας έφτιαξε έτσι ούτε η φυσική μας μάνα, ούτε ή άλλη, η Αριστερά.

Κι ερχόμαστε τώρα στην αφορμή για το σημερινό σημείωμα.

Ο ΗΙ αιτιολογεί το αίσθημα αδικίας που ένιωσε ως εξής:

Κατά την άποψή του, οι διατυπώσεις μας στο συζητούμενο post, δημιουργούν την εντύπωση στον αναγνώστη ότι η συμπόρευσή του με τη Σώτη Τριανταφύλλου (εκφρασμένη εν προκειμένω με από κοινού ομιλία τους σε κάποια εκδήλωση) είναι κάτι που εξακολουθεί να συμβαίνει μέχρι και σήμερα. Ενώ, όπως ο ίδιος διευκρινίζει, αυτό έχει να συμβεί εδώ και τέσσερα χρόνια, αφού η Τριανταφύλλου σ’ αυτό το διάστημα έχει αναπτύξει αισθήματα αντιπάθειας προς την Αριστερά τα οποία, βεβαίως, και δεν συμμερίζεται. Επομένως, υποστηρίζει, η αναφορά μας είναι παραπλανητική.

Διαβάσαμε και ξαναδιαβάσαμε το κείμενό μας. Πουθενά δεν είδαμε, στις λίγες γραμμές στις οποίες εμπλέκεται ο ΗΙ, να αφήνουμε το περιθώριο να συμβεί κάτι τέτοιο. Γιατί πριν την αναφορά μας στο συγκεκριμένο περιστατικό, γράφουμε φαρδιά-πλατιά:

«[…] όταν διαδραματίστηκαν τα όσα θα σας διηγηθούμε, ούτε το blog υπήρχε, ούτε, πολύ περισσότερο, η συγκεκριμένη παρέα».

Κάνουμε επομένως σαφές, (σε όσους τουλάχιστον ξέρουν πότε δημιουργήθηκε αυτό το ιστολόγιο, αλλά και σε όσους δεν το ξέρουν αλλά θα ήθελαν να κάνουν ένα-δυο κλικ για να το μάθουν), ότι το περιστατικό χρονολογείται πριν από τον Μάιο του 2009. Και επιπλέον κάνουμε σαφές ότι πηγαίνει ακόμα πιο πίσω στον χρόνο, αφού γράφουμε πως όταν έγινε ούτε η συγκεκριμένη παρέα υπήρχε καν. Πόσο πιο πίσω; Δεν το διευκρινίζουμε, είναι αλήθεια. Όμως είναι εύκολο να σκεφτεί κανείς ότι δεν αποφασίζει μια παρέα να στήσει πολιτικό blog τέσσερις πέντε μήνες μετά τη συγκρότησή της. Άρα, και με το χέρι στην καρδιά, δεν βλέπουμε πού αδικήσαμε τον φίλο Ηλία Ιωακείμογλου και σε τι παραπλανήσαμε τους αναγνώστες μας.

Αυτό ήταν; Τελειώσαμε; Πάπαλα; Όχι! Κι εδώ βρίσκεται (κατά την ταπεινή μας άποψη πάντα) η τρίτη μερίδα τροφής για σκέψη.

Είπαμε παραπάνω τη ρητή αιτιολόγηση των παραπόνων του ΗΙ, όπως τη διατύπωσε στο email του. Υπάρχει όμως και μια άλλη, άρρητη. Ή μάλλον, υπόρρητη. Εμείς όμως την αισθανθήκαμε, τη «διαβάσαμε» ανάμεσα στις γραμμές. Και δεν μπορούμε να κάνουμε τον ψόφιο κοριό.

Είναι η διατύπωση που επιλέξαμε για να περιγράψουμε την από κοινού με την Τριανταφύλλου παρουσία του: «αλά μπρατσέτα». Κι εδώ ο φίλος Ηλίας Ιωακείμογλου, για να τα λέμε όλα, έχει δίκιο. Η διατύπωση είναι παραπλανητική και τον αδικεί! Γιατί άνετα μπορεί να δώσει την εντύπωση ότι όλη την ώρα κοιταζότανε στα μάτια με τη συνομιλήτριά του κι ότι τα «Σώτη μου» και «Ηλία μου» πήγαιναν σκοινί κορδόνι! Πράγμα το οποίο δεν συνέβαινε βέβαια. Απλώς ήταν ομιλητές σε μια εκδήλωση. Είπε ο καθένας τα δικά του, βεβαίως και «μιλιόντουσαν» (πώς αλλιώς;), αλλά αυτό δεν σημαίνει ούτε πως όσα έραβε η Σώτη τα έκοβε ο ΗΙ, ούτε και πως κρατιόντουσαν χέρι χέρι!

Γιατί γράψαμε ότι γράψαμε; Είχαμε την πρόθεση να τον συκοφαντήσουμε, παραπλανώντας ταυτόχρονα τους αναγνώστες; Ούτε κατά διάνοια! Θέλουμε να τον διαβεβαιώσουμε γι’ αυτό επί λόγω τιμής.

Αλλά; Αλλά γιατί έτσι μάς βγήκε αναδρομικά η ενόχληση την οποία νιώσαμε για τα δυο βιβλία που συν-έγραψε με την Τριανταφύλλου. Την οποία, μάλλον επειδή έχουμε περισσότερο ελεύθερο χρόνο από τον ΗΙ κι όχι βέβαια επειδή είμαστε πιο οξυδερκείς από εκείνον, τη διαβάζαμε και τη διαβάζουμε ανελλιπώς στην «Athens Voice» και την έχουμε «μέσα στην καρδιά μας» —πολιτικά πάντα μιλώντας. Έτσι, το ερώτημα/παράπονο προς τον ΗΙ «Στρατηγέ, τι γύρευες στην Λάρισα, εσύ ένας Υδραίος;», μάς βγήκε μ’ αυτή τη μικρή «κακία».

Ας μας ακούσει ο φίλος Ηλίας Ιωακείμογλου. Ας μας ακούσει.[4]

Και μετά, αν θέλει, ας μας πατάξει.


ΥΓ Κατά τη συνήθειά μας, δεν θα απαλείψουμε τις επίμαχες δυο αιχμηρές λέξεις από τη σχετική ανάρτηση. Θα προσθέσουμε μια συμπληρωματική πληροφοριακή σημείωση, με την οποία θα παραπέμπουμε τον αναγνώστη σε αυτό το post.


[1] «Αριστερή τρομοκρατία, κράτος και δημοκρατία», 2003 και «Για τη σημαία και το έθνος», 2007.

[2] Είναι μάλλον προφανές ότι ο ΗΙ ειδοποιήθηκε από κάποιον γνωστό του κι όχι ότι είναι «αναγνώστης μας».

[3] Εδώ, για να τα λέμε όλα, πρέπει να κάνουμε γνωστό ότι ο ΗΙ δεν αντιπροσωπεύει τη μοναδική περίπτωση που έχει συμβεί αυτό. Έχει προηγηθεί ένα σχόλιο του Άκη Γαβριηλίδη που κατατέθηκε με καθυστέρηση σε ένα post, στο οποίο τον μνημονεύαμε en passant (κι όχι για καλό!). Το πήραμε είδηση κι εμείς με καθυστέρηση και η εκκρεμότητα έμεινε. Δεν την ξεχνούμε όμως και κάποια στιγμή θα εκπληρώσουμε το καθήκον μας απέναντί του.

[4] Θα μας καταλάβει περισσότερο αν διαβάσει κι εδώ.


Η photo του chrisjohnbeckett από το flickr.com

Τετάρτη, 27 Απριλίου 2011

Συνομιλώντας με έναν φίλο από τη γενιά των 700 ευρώ που δεν θέλει να ξέρει τίποτε από όσα γράφουμε εδώ


Πριν από ένα μήνα περίπου, στο post με την ανοιχτή επιστολή προς το ΚΚΕ, στάλθηκε εδώ ένα σχόλιο από κάποιον, υποθέτουμε, σπάνιο αναγνώστη κι ακόμα πιο σπάνιο σχολιαστή —αυτό το ξέρουμε.

Καθώς δεν είναι οπαδός της Αριστεράς, στη μικρή συζήτηση που ακολούθησε διατύπωσε, συνοπτικά, αρκετά από τα συμπεράσματα τα οποία τον έχουν οδηγήσει σε αυτή την απέναντι από εμάς πολιτική θέση και στην αδιαφορία του για όσα γράφουμε. Και σ’ ένα συγκεκριμένο σημείο έβγαλε όλη του την αγανάκτηση για μας (όχι προσωπική αγανάκτηση, να εξηγούμαστε, πολιτική):

«Εμένα με ενδιαφέρει να βρω δουλειά στο αντικείμενό μου [Σημ. συντ.: ηλεκτρονικός μηχανικός με μάστερ στα ενεργειακά συστήματα και το περιβάλλον], με ενδιαφέρει ένα μικρό κράτος γιατί έχει αποδειχτεί ότι είναι ανίκανο πέρα των βασικών, με ενδιαφέρει να υπάρχουν ελεύθερα και ανοιχτά πανεπιστήμια που θα παράγουν έρευνα χωρίς ίχνος κομματικοποίησης, με ενδιαφέρει να μην ασχολούμαι με συνδικαλιστές, εργατοπατέρες, βολεμένους επαναστάτες αριστερούς κ.λπ. Δεν με ενδιαφέρει τι θα κάνει η Αριστερά, που το μόνο που ξέρει είναι η ρητορεία, οι πορείες, οι παράλογες εξαγγελίες στου στυλ 1100 ευρώ σε κάθε άνεργο χωρίς προϋποθέσεις, δεν με ενδιαφέρει για ποιο λόγο μαλώνετε μεταξύ σας, δεν με ενδιαφέρει το μ-λ ΚΚΕ, δεν με ενδιαφέρει το λ-μ ΚΚΕ, δεν με ενδιαφέρουν οι συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ, δεν με ενδιαφέρουν οι απεργίες πείνας λαθρομεταναστών, δεν με ενδιαφέρουν οι μπαχαλάκηδες. Αν κοιτάξεις και λίγο έξω από τον κύκλο σου θα δεις ότι δεν ενδιαφέρει κανέναν της G700 το θεματολόγιο του blog. Όχι ότι δεν είναι ενδιαφέρον για κάποιους που το χόμπι τους είναι η Αριστερά (όλοι χρειαζόμαστε ένα χόμπι), απλώς την γενιά των 700 ευρώ δεν την νοιάζει καθόλου».

Τότε, του είχαμε υποσχεθεί ότι θα συνεχίζαμε εκείνο τον διάλογο με ένα post. Σήμερα, εκπληρώνουμε αυτή την υπόσχεση, εστιάζοντας στις παραπάνω απόψεις του. Δεν μπορούμε να στοιχηματίσουμε ότι ο φίλος Παναγιώτης (έτσι υπογράφει) θα το διαβάσει και θα συνεχίσει την κουβέντα. Αλλά, κι αυτό να μη γίνει, το post δεν θα πάει χαμένο. Πολλοί από τη γενιά μας θα συνυπέγραφαν με ενθουσιασμό τα λόγια του Παναγιώτη. Έτσι λοιπόν, είναι σαν να μιλάμε σε όλους αυτούς. Αν όχι ο Παναγιώτης, μπορεί κάποιοι άλλοι να πάρουν το λόγο.

Πες μου τα παραμύθια που άκουγες μικρός να σου πω ποιος είσαι!

Δεν ξέρουμε πόσοι το σκέφτονται, αλλά εμείς το έχουμε πάντα στο μυαλό μας από τότε που μας το επισήμανε ένα από τα επίτιμα μέλη μας: Η πλειοψηφία των νέων της γενιάς μας τελείωσε το Λύκειο μέσα στα επτά από τα οκτώ χρόνια της παντοκρατορίας Σημίτη. Πιο συγκεκριμένα, αν παραμείνουμε στον πιο ευρέως αποδεκτή ηλικιακή οριοθέτησή μας (νέοι 25 – 35 ετών), τότε, μερικές απλές αριθμητικές πράξεις μας δείχνουν ότι όλοι, από τους σημερινούς εικοσιεξάρηδες μέχρι και τους τριαντατριάρηδες, έχουν τελειώσει το Λύκειο επί Σημίτη. Δηλαδή την περίοδο κατά την οποία διαμορφώθηκαν οι βασικοί άξονες της κυρίαρχης αφήγησης, οι νέες «Μεγάλες Ιδέες του Έθνους»: αυτές του δυτικότροπου «εκσυγχρονισμού», της εκστρατείας κατά του «λαϊκισμού», του «εξορθολογισμού» της κρατικής μηχανής, της «ισχυρής» Ελλάδας που έβγαινε στο παγκόσμιο προσκήνιο με την ανάληψη των Ολυμπιακών Αγώνων του 2οο4… Λίγο αργότερα ήρθε και ο μύθος του «λαϊκού» καπιταλισμού μέσα από την αεικίνητη μηχανή δημιουργίας εισοδημάτων για τον λαό, του Χρηματιστηρίου, και, βεβαίως βεβαίως η αψευδής απόδειξη της εθνικής ισχύος με την ένταξή μας στην ευρωζώνη που κατοχύρωνε τη «διαρκή πρόοδο» και την πραγματική σύγκλιση με τις προηγμένες χώρες και, επομένως, δικαιολογούσε κάθε ενατένιση του μέλλοντος με αισιοδοξία. Όλα αυτά, εννοείται, μέσα στα πλαίσια της θριαμβεύτριας φιλελεύθερης δημοκρατίας των ανοιχτών (καπιταλιστικών) οριζόντων και της διαρκούς υπενθυμητικής διεκτραγώδησης των «κακών» της Ιστορίας, που αποπειράθηκαν να υλοποιήσουν «εγκληματικά επικίνδυνες ουτοπίες» με «τραγικά αποτελέσματα για τους λαούς τους». Και, φυσικά, με τα μεγάφωνα που κήρυτταν τον παγκόσμιο και παγκοσμιοποιημένο λόγο του Κυρίου (κεφαλαίου) στη διαπασών: Προσαρμογή και προσαρμοστικότητα στις «νέες συνθήκες», οι οποίες προέκυψαν «φυσικά», αφού άλλωστε συνάδουν με την «ατομικιστική και ελεύθερη φύση» του ανθρώπου, προθυμία στην ανάληψη των ατομικών ευθυνών και του ρίσκου που αναλογούν στον καθένα και ανταγωνισμός μέχρι τελικής πτώσεως, αφού μόνο αυτός φέρνει στην επιφάνεια τις καλύτερες αρετές του ανθρώπου.  Στο τέλος όλων αυτών, η Μεγάλη Υπόσχεση: The Sky Is The Limit!

Βέβαια, στη δεύτερη τετραετία Σημίτη άρχισε να γίνεται φανερό ότι η Μεγάλη Υπόσχεση δεν αφορούσε σε όλους, αλλά στα επιχειρηματικά κέρδη που καρπωνόντουσαν τη μερίδα του λέοντος από τη σταθερά μεγάλη αύξηση του ΑΕΠ κάθε χρόνο, με το μερίδιο που αντιστοιχούσε στην εργασία να μειώνεται κι αυτό σταθερά. Ο Σημίτης έφυγε (με τις λεμονόκουπες) και ήρθε η «λαϊκή Δεξιά» να «αποκαταστήσει τις αδικίες». Τις «αποκατέστησε» όπως τις αποκατέστησε, αλλά για τους εργαζόμενους δεν άλλαξε κάτι: εξακολουθούσαν να τη βγάζουν με τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι. Παρ’ όλα αυτά, κέρδισε και τις δεύτερες εκλογές, ο ΓΑΠ παρά λίγο να χάσει το θρόνο του, αλλά επέζησε για να κερδίσει τις τρίτες και φαρμακερές.

Αυτό έγινε όταν ανακάλυψε ότι «λεφτά υπάρχουν» (σε αντίθεση με τον Καραμανλή που είπε «λαέ να σφίξεις κι άλλο το ζωνάρι»). Τότε αναθάρρησαν όλοι: «Λεφτά υπάρχουν! Λεφτά υπάρχουν!», έλεγαν ο ένας στον άλλο με ανακούφιση. Το άκουσε και η γενιά μας, για την ακρίβεια το «προοδευτικό» κομμάτι της, και αναθάρρησε κι αυτή. Τόσο που, δια μέσω του επίσημου οργάνου της, του g700.blogspot.com, πρότεινε να μας δίνει λέει το κράτος και επίδομα ενοικίου, για να διευκολύνει «το άνοιγμα των φτερών μας», μακριά από την πατρική στέγη! Από εκεί και πέρα αφηνόταν να εννοηθεί, πάλι: The Sky Is The Limit!

The Sky Is The Limit (but where is the sky?)

Μ’ αυτή την ιδεολογία που συνοπτικά περιγράψαμε παραπάνω λοιπόν διαπαιδαγωγημένη, καλείται σήμερα η γενιά μας να αντιμετωπίσει τη μαύρη αλήθεια: Λεφτά δεν υπάρχουν κι ο μόνος τρόπος να βρεθούν είναι να τα πάρουν από όσους μπορούν να ζήσουν μόνο εκμισθώνοντας την εργασία τους (με το μήνα, τη βδομάδα, τη μέρα, ή το κομμάτι). Κι αυτό σημαίνει συνεχή απαξίωση της εργασίας μέχρι το σημείο που θα είναι αρκετά ελκυστική η τιμή της για να την «αγοράσει» το κεφάλαιο με όρους που θα το συμφέρουν, αλλά πάντα με την «ελεύθερη» συναίνεση των εργαζομένων, όπως ταιριάζει σε μια ευνομούμενη, φιλελεύθερη αστική δημοκρατία… Όλα τα παραπάνω, στην καλύτερη περίπτωση. Σε μια χειρότερη εκδοχή δεν θα έχουμε ούτε αυτό. Όπως ο φίλος Παναγιώτης που είναι στην ανεργία.

Είναι στην ανεργία, παρά το ότι έκανε ότι του ζητούσαν οι κήρυκες της Νέας Εποχής. Στρώθηκε στο διάβασμα, έκανε καλές σπουδές σε αναπτυσσόμενο κλάδο και φρόντισε να εξειδικευθεί σε τομείς επίσης «πρώτης ζήτησης». Όλα αυτά με κόπο. Κι όμως δουλειά στο αντικείμενό του δεν έχει. Το σύστημα της «διαρκούς προόδου» φαίνεται ότι στην περίπτωσή του δεν δουλεύει, κόλλησε. Παρά το ότι φρόντισε να καταστεί «απασχολήσιμος», δουλειά γιοκ!

Τις πταίει; Για τον Παναγιώτη, για τον κάθε Παναγιώτη, Χρήστο, Ελένη, Δήμητρα, Γιώργο, Έφη, Κώστα, Σπύρο, Μαρίνα, κατ’ αρχήν φταίει το μεγάλο κράτος. Δεν έχει σημασία αν το «μεγάλο κράτος» είναι όσο μεγάλο είναι στις άλλες και πιο «προηγμένες» ευρωπαϊκές χώρες (σε ορισμένες περιπτώσεις μικρότερο) και με το ίδιο πάνω-κάτω «κόστος», ως ποσοστό του ΑΕΠ. Ούτε πηγαίνει το μυαλό του στο ενδεχόμενο να έδινε το κράτος δουλειά, επειδή το σύστημα στο οποίο ομνύει δεν παρήγαγε θέσεις εργασίας. Δεν σκέπτεται καν ότι τα μεταπτυχιακά του τα πλήρωσε ο πατέρας δημόσιος υπάλληλος (για να μη μιλήσουμε για το πρώτο του αυτοκίνητο· αυτό ίσως να του το πλήρωσε η μητέρα υπάλληλος ΔΕΚΟ). Τίποτε δεν σκέπτεται ο Παναγιώτης. Θέλει μόνο μικρό κράτος. Πιστεύει ότι αν μικρύνει το κράτος, το κεφάλαιο θα επενδύσει και θα βρει κι αυτός δουλειά, επιτέλους! Δεν έχει καταλάβει ακόμα ούτε καν πώς δουλεύει το αγαπημένο του σύστημα. Νομίζει ότι ο κεφαλαιοκράτης επενδύει για να βρει αυτός, ο Παναγιώτης, δουλειά, κι όχι για να βρει εκείνος περισσότερα κέρδη για τον εαυτό του! Και δεν έχει πάρει χαμπάρι ότι το κεφάλαιο, εδώ και πολλά χρόνια, καθώς δεν βρίσκει πια διεξόδους «ικανοποιητικής» κερδοφορίας στις χώρες του ανεπτυγμένου (και κορεσμένου) καπιταλισμού, προτιμά να επενδύει μόνο εκεί που η τιμή της εργασίας είναι «ελκυστική» ή, ακόμα καλύτερα, να φτιάχνει πυραμίδες με ευφάνταστα χρηματιστηριακά προϊόντα. Εν ολίγοις, ο κόσμος το ’χει τούμπανο ότι το σύστημα της «διαρκούς προόδου», ο καπιταλισμός, έχει φρακάρει, κι ο Παναγιώτης ούτε καν κρυφό καμάρι!

Αντίθετα, εκείνο που έχει τούμπανο ο Παναγιώτης είναι οι όποιοι διαβρωμένοι συνδικαλιστές, οι όποιες ανέξοδες ρητορείες της Αριστεράς, οι όποιοι εκ του ασφαλούς αριστεροί «επαναστάτες» και οι όποιες ενδοαριστερές ανθρωποφαγίες.[1] Κι εδώ ταιριάζει η παροιμία που αναφέραμε λίγο παραπάνω, αλλά στην κανονική της εκδοχή: ο (αριστερός) κόσμος το ’χει τούμπανο κι ο Παναγιώτης κρυφό καμάρι! Προφανώς νομίζει ότι εμείς (και να ’μαστε μόνο εμείς!) δεν τα βλέπουμε όλα αυτά. Ή ότι τα βλέπουμε, αλλά μας αφήνουν παγερά αδιάφορους και δεν έχουμε γράψει ούτε λέξη! Προφανώς ή λιγότερο προφανώς: είναι πολύ βολικό να κάνεις κριτική εκ δεξιών, «ξεχνώντας» ότι κριτική για τα ίδια ζητήματα γίνεται και εξ αριστερών…

Και είναι πολύ βολικό, γιατί έτσι, απαλλοτριώνοντας δηλαδή την κριτική μόνο για τον εαυτό του και για όσους προσλαμβάνουν με τον ίδιο τρόπο τα πράγματα, μπορεί: Μέσω της καταδίκης του εργατοπατερισμού να καταδικάσει την ίδια την ιδέα του συνδικαλισμού. Μέσω της αποκήρυξης της άκρατης κομματικοποίησης να αποκηρύξει την ίδια την ιδέα της πολιτικής οργάνωσης των εργαζομένων. Και μέσω τής κατάδειξης των ανεπαρκειών της Αριστεράς ή του εσωτερικού σπαραγμού της να καταδείξει την
την κατ’ αυτόν δομική και εγγενή αδυναμία της να δώσει λύσεις στα προβλήματα της κοινωνίας, τώρα και στο μέλλον.

Κι ακόμα, είναι πολύ βολικό, γιατί μ’ αυτό τον τρόπο ο Παναγιώτης μπορεί με ήσυχη τη συνείδηση ότι κάνει το σωστό, να συνεχίσει τον ίδιο μονήρη δρόμο της αναζήτησης μιας κάποιας τύχης. Όπου, κατά τη διαδρομή, είναι υποχρεωμένος να παλέψει με θεούς και δαίμονες (δηλαδή με άλλους Παναγιώτηδες) για να προλάβει πρώτος να βρει μια θέση κάτω από τον ήλιο. Και μετά, όταν τη βρει, αν τη βρει, τι θα γίνεται μετά; Μετά θα πρέπει να παλεύει με την ίδια αποφασιστικότητα, για να την κρατήσει με νύχια και με δόντια, υπερασπίζοντάς την «έως θανάτου» από κάποιους άλλους. Κάποιους που θα βρεθούν αύριο στην ίδια θέση στην οποία βρίσκεται αυτός σήμερα. Κάποτε θα κουράζεται και θα χάνει, παρά την αποφασιστικότητά του. Και θα ξαναρχίζει πάλι. Έτσι, με πρόσκαιρες νίκες και διαρκή πάλη, θα βγάλει μια ολόκληρη ζωή ο Παναγιώτης. Μόνος εναντίον όλων!

Φίλε Παναγιώτη (κι εσείς όλοι που σκέφτεστε με τον ίδιο τρόπο):

Βγαίνει ρε γαμώτο μια ολόκληρη ζωή έτσι;


[1] Θα λέγαμε πως δεν του αρέσουν οι ανθρωποφαγίες, αλλά προκύπτει ότι βλέπει το ζήτημα με κάποια «ελαστικότητα». Δεν εξηγείται αλλιώς αυτό που γράφει: «δεν με ενδιαφέρουν οι απεργίες πείνας λαθρομεταναστών». Δεν τον ενδιαφέρουν τώρα. Όταν όμως οι υπεργολάβοι μπαμπάδες μας αύξαναν το περιθώριο κέρδους τους (μας) από τα μεροκάματα πείνας και την ανασφάλιστη εργασία των μεταναστών (ή και το αίμα τους!), κατά την περίοδο των μεγάλων δημοσίων έργων, ήταν όλα ωραία και καλά!


Η εικόνα, από το exalthisname.org

Παρασκευή, 22 Απριλίου 2011

Μεγαλοβδομαδιάτικη αγάπη ΙΙ


Στο αμέσως προηγούμενο post ανεβάσαμε ένα «προσωπικό» κείμενο. Ένα από τα ελάχιστα κείμενα εδώ που δεν είναι πολιτικά. Μιλάει για μια περασμένη, Μεγαλοβδομαδιάτικη παιδική αγάπη. Περασμένη, αλλά όχι ξεχασμένη. Και πεισματάρα. Τόσο, που βρήκε τη δύναμη, να παραμερίσει «πολιτικές και μανιφέστα» και να βγει στην επιφάνεια της «πρώτης σελίδας».

Μέχρι τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, ξέρουμε, αποδεδειγμένα, ότι το κείμενο συγκίνησε δυο από τους αναγνώστες μας. Ο πρώτος μάς εξομολογήθηκε ότι η συγκίνηση τον έκανε να δακρύσει —πρέπουσα τιμή για μια παιδική αγάπη, λίγο (αρκετά) γενναιόδωρη για εκείνον που την εξιστόρησε. Η δεύτερη, η φίλη μας Bernardina, μετέτρεψε τη συγκίνησή της σ' ένα υπέροχο όσο και αναπάντεχο δεύτερο κεφάλαιο αυτής της μικρής ιστορίας και μας την έστειλε με σχόλιο. Όμως, γίνεται το πρώτο κεφάλαιο πρωτοσέλιδο, και το δεύτερο παραχωμένο σε κάποιο σχόλιο;

Γι’ αυτό, μετά από μια δική μας «καλλιτεχνική» επιμέλεια που ελπίζουμε να τη βρει σύμφωνη, του δίνουμε τη θέση που του αξίζει, την ισάξια, και το φέρνουμε κι αυτό, μαζί με τις ευχαριστίες μας, στην πρώτη σελίδα . Δεν πήραμε την άδεια της. Το κάναμε έτσι, «επαναστατικώ δικαίω» και κάθε κριτική δεκτή.

Όμως δεν είναι μόνο αυτός ο λόγος. Υπάρχει κι άλλος και μάλλον πιο σημαντικός. Αυτή η μικρή ιστορία που εμείς είπαμε έγινε λίγο μεγαλύτερη και πιο ολοκληρωμένη από κάποιον άλλον άνθρωπο. Κάποιος δηλαδή πήρε τη σκυτάλη και την πήγε παραπέρα. Ίσως πουν κάποιοι: «Έτσι είναι, το διαδίκτυο είναι διαδραστικό, τώρα το μάθατε;». Στα παλιά μας τα παπούτσια το διαδίκτυο! Γι’ άλλο μιλάμε!

Μιλάμε για το μ α ζ ί. Αυτό που έχει διαρραγεί και δεν λέει να κολλήσει. Κι έτσι, ενώ όλοι ανεβαίνουμε το Γολγοθά, ο καθένας τον ανεβαίνει μόνος του…

Διαβάστε αυτό το δεύτερο κεφάλαιο λοιπόν της μικρής ιστορίας μας (δικής μας, αλλά κ α ι της Μπερναρντίνας πια). Όσοι δεν έχετε διαβάσει το πρώτο δεν θα καταλάβετε τίποτε. Γι’ αυτό γυρίστε λίγο πίσω, ένα post δρόμος είναι.

Ταυτόχρονα, αυτό το post είναι η καλυτερη ευκαιρία να σας στείλουμε τις ευχές μας για Καλή Ανάσταση. Αν θέλετε να το πάρετε ως πιστοί της θρησκείας, ελεύθερα από εμάς. Αλλά σας το λέμε από «αριστερά». Με τον τρόπο που το έλεγαν οι εξόριστοι του μεσοπολέμου, οι μελλοθάνατοι των φυλακών, οι παράνομοι του εμφυλίου και μετά, οι αριστεροί στα χρόνια της χούντας…

Καλή Ανάσταση λοιπόν!


*****

ΕΠΙΑΣΕ ΝΑ ΖΥΜΩΝΕΙ τα τσουρέκια. Όρθια μπροστά στο τραπέζι της κουζίνας, με τα μανίκια σηκωμένα ως τους αγκώνες. Το ζύμωμα ήταν μια από τις δουλειές που αγαπούσε γιατί άφηνε το μυαλό της ελεύθερο να ταξιδεύει. Ψωμί όποτε προλάβαινε, κουλουράκια, και τι δεν έφτιαχναν τα χέρια της. Ειδικά όμως τα τσουρέκια της Λαμπρής ήταν μια ιεροτελεστία που τη γέμιζε νοσταλγία, εκείνο το γλυκό πόνο στο υπογάστριο γιατί της θύμιζε.


ΑΝ ΤΟ ’ΛΕΓΕ σε κανέναν θα την κορόιδευε, θα την έλεγε τρελή. Καλοπαντρεμένη, με ένα σπιτικό που δεν του έλειπε τίποτα, με παιδιά καλοαναθρεμμένα που τους είχε περάσει τις αρχές της, σπάνιες για την εποχή. Όλοι είχανε να το λένε. Και από τον άντρα της παράπονο δεν είχε, μακάρι κι άλλοι σαν κι αυτόν, αλλά...

Αλλά την καρδιά της δεν την είχε ζεστάνει ποτέ.


ΑΦΗΣΕ ΤΗ ΖΥΜΗ να φουσκώσει, στάθηκε στο νεροχύτη με το μεγάλο παράθυρο απέναντι κι άρχισε τη λάτρα αφηρημένα, με το βλέμμα της να ταξιδεύει έξω, στο λαχανόκηπο που ήταν η χαρά και το καμάρι της, κι ακόμα πιο πέρα, στα χωράφια και το δασάκι. Η καλύτερη νοικοκυρά του χωριού.


ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΒΕΒΑΙΑ το χωριό της. Από το δικό της είχε φύγει μεγαλούτσικη, εκεί στα δεκαεφτά, δεκαοχτώ. Η μάνα της, χήρα γυναίκα, είχε αποφασίσει να την παντρέψει με ένα παλικάρι του διπλανού χωριού. «Νοικοκύρης, με δικό του μαγαζί —χασάπικο— και μεγαλούτσικη περιουσία». Πώς να πει όχι; Πώς να της πει ότι εκείνη ήθελε να σπουδάσει; Με τι λεφτά, με τι κουράγια; Πώς να φέρει αντίρρηση σ’ εκείνη τη μάνα; Είπε το ναι. Άλλωστε δεν τη ρώτησε.


ΚΑΙ ΗΤΑΝΕ ΠΡΑΓΜΑΤΙ νοικοκύρης, καλό παιδί, τίποτα δεν της είχε λείψει. Τίποτα εκτός από ένα χάδι του στα μαλλιά της. Εκείνα τα χρυσοκόκκινα μαλλιά που ήταν το καμάρι της και ποτέ δεν τα είχε κόψει κοντά. Πάντα λυτά, πάντα με μια στέκα για να μη της πέφτουν στο πρόσωπο. Ακόμα και τώρα που είχαν αρχίσει να γκριζάρουν τόπους τόπους και όποτε κοιταζόταν στον καθρέφτη τής θύμιζαν κάτι ξενικές αλεπούδες που έβλεπε η μικρή της κόρη σ' εκείνα τα ντοκιμαντέρ στην τηλεόραση.


ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΠΑΝΤΑ τέτοιες μέρες τον θυμόταν. Τον πρωτευουσιάνο. Έτσι τον έλεγε μέσα της. Αλλά μόνο μέσα της όμως. Πού να τολμούσες τότε να μιλήσεις σε κανέναν για τέτοια πράγματα. Ουαί κι αλίμονο. Άλλωστε τον είχε δει ελάχιστες φορές, μόνο κάτι Λαμπρές που ερχόταν στο χωριό, στη γιαγιά του.

Εκείνος νόμιζε πως δεν τον έβλεπε (αγόρια παιδάκι μου. Χαζά). Όμως αυτή ένιωθε το βλέμμα του πάνω της. Ντροπαλό. Αχόρταγο. Παραπονιάρικο σαν του κουταβιού. Να χαϊδεύει τα μαλλιά της. Εκείνο το βλέμμα του...


ΑΝΑΣΤΕΝΑΞΕ, ΚΑΤΣΑΔΙΑΣΕ τον εαυτό της επειδή καθόταν σαν ανόητη και σκεφτόταν ένα μπασμένο που είχε δει πεντ' έξι φορές όλες κι όλες προ αμνημονεύτων. Χαζομάρες -λες κι ήταν καμιά στερημένη γεροντοκόρη. Απωθημένα, που έλεγαν και οι γραμματιζούμενοι.


ΣΚΟΥΠΙΣΕ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΗΣ και πήγε να δει αν είχε ανεβεί το ζυμάρι. Είχε να πάει και στην εκκλησία. Έπρεπε να πάψει να τον σκέφτεται.


ΟΜΩΣ εκείνο το βλέμμα του...
Bernardina, 22 Απριλίου 2011, πρωί.

*****


Η εικόνα, από το psterpnis.blogspot.com

Πέμπτη, 21 Απριλίου 2011

Μεγαλοβδομαδιάτικη αγάπη Ι



* * * * *

ΑΠΟ ΤΟΤΕ ΠΟΥ θυμόταν τον εαυτό του, το Πάσχα το πέρναγαν στο  χωριό. «Το χωριό της γιαγιάς»· έτσι το έλεγαν οι μεγάλοι κι έτσι του ’χει μείνει στη μνήμη μαζί με τη μνήμη της γιαγιάς. Φεύγανε με τη μάνα του Μεγάλη Δευτέρα, Μεγάλη Τρίτη το πολύ. Ο πατέρας του ερχόταν Μεγάλο Σάββατο βραδάκι, μπαϊλντισμένος απ’ τη δουλειά και το οδήγημα, βαρύς.

Κι αυτός κι ο αδερφός του με γκρίνια και με μούτρα έφευγαν, με γκρίνια και με μούτρα γύριζαν. Η μάνα τους είχε να το λέει. «Βρε στην εξοχή πάμε! Στον καθαρό αέρα! Αχάριστοι!». Τίποτε αυτοί. Ποτέ δεν έβαλαν το χωριό στην καρδιά τους. Ήταν η αυστηρή μορφή της γιαγιάς που όταν άρχιζαν να χτυπάνε οι καμπάνες γινόταν ακόμα πιο αυστηρή, κόβοντας κάθε όρεξη να αποφύγουν την εκκλησία; Ήταν το μαρτύριο της ορθοστασίας τη Μεγάλη Πέμπτη με τα 12 Ευαγγέλια που δεν έλεγαν να τελειώσουν κι ας τα μέτραγαν ένα-ένα; (Ακριβώς γι’ αυτό δεν τέλειωναν, αλλά τότε δεν το ήξεραν οι χαζοί). Ήταν που η γιαγιά μίλαγε χωριάτικα και ντρεπόντουσαν να την ακούνε; Ήταν που δεν ξέρανε τα παιδιά του χωριού και δεν τα ξέρανε κι αυτά και δεν τους φώναζαν ποτέ στα παιχνίδια τους κι αυτοί δεν τολμούσαν μπουν; Τρέχα γύρευε. Σημασία έχει πως «το χωριό της γιαγιάς» ποτέ δεν έγινε δικό τους. Τουλάχιστον μέχρι το Πάσχα που αυτός τέλειωνε το Δημοτικό. Τότε ήταν που για ’κείνον έγινε δικό του. Το έκανε δικό του ένα κορίτσι. Ένα κορίτσι κι ένας Αγιος Δημήτριος, στην εκκλησία του.


ΗΤΑΝ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ. Τουλάχιστον 4-5 τάξεις —έτσι τα μέτραγε τότε, με τάξεις. Ψηλή, σχηματισμένη γυναίκα, όπως η μάνα του και οι θειάδες του, οι γυναίκες που ήξερε εκείνος ότι είναι γυναίκες. Με μακριά, ξανθοκόκκινα μαλλιά, στερεωμένα πάντα με στέκα κι ένα πρόσωπο που δεν μπορούσες παρά να το ερωτευτείς. Και το ερωτεύτηκε. Το ερωτεύτηκε… Τώρα το λέει έτσι, μετά από κάποια χρόνια το κατάλαβε ότι εκείνο ήταν έρωτας.


ΕΚΕΙΝΟ… Οι κλεφτές ματιές προς τα αριστερά, «στις γυναίκες», εκεί που στεκόταν δίπλα σε μια μαυροφορεμένη, μητέρα της μάλλον. Το κοκκίνισμα στα μάγουλα όταν τον έπιανε να την κοιτάζει και γύρναγε αλλού το κεφάλι σαν να τον είχε τσιμπήσει μέλισσα. Η σκόπιμη αργοπορία να μπει στην ουρά για να προσκυνήσει τον Επιτάφιο μετά την Αποκαθήλωση —εκείνη ήταν πάντα με τα κορίτσια που μαζευόντουσαν γύρω από το κουβούκλιο, προετοιμάζοντας το στόλισμά του για τη βραδινή περιφορά και μπορούσε να την κοιτάζει χωρίς μεγάλο φόβο, καθώς είχε αλλού το νου της. Η λαχτάρα να καταφέρει να βρεθεί δίπλα της στην περιφορά του Επιταφίου και να περπατήσουν για λίγο μαζί. Η ενδόμυχη σκέψη τι ωραία που θα ήταν να του έδινε κι εκεινού το Φιλί της Αγάπης στην Ανάσταση. Σκέψη που δεν ομολογούσε ούτε στον εαυτό του, γιατί, και μόνο που του ’ρχόταν στο νου, ένιωθε ότι θα πεθάνει απ’ τη ντροπή του αν γινόταν πραγματικότητα. Όλα αυτά ήταν ο έρωτάς του. Αυτά και η γλύκα που ένιωθε όταν τη σκεφτόταν.


ΤΡΙΑ ΠΑΣΧΑ πέρασαν έτσι. Τρία Πάσχα και τρεις χρονιές, γιατί και στην Αθήνα τη σκεφτόταν. Λιγότερο, αλλά τη σκεφτόταν. Σ’ αυτά τα τρία Πάσχα έγινε ο αγαπημένος εγγονός της γιαγιάς. Πρώτος και καλύτερος για την εκκλησία, ακούραστος στα 12 Ευαγγέλια, τύπος και υπογραμμός στις ουρές για το προσκύνημα, να περιμένει μαζί της υπομονετικά. «Να φύγει ο πολύς κόσμος πρώτα παιδάκι μου»...


ΚΙ ΥΣΤΕΡΑ, ΞΑΦΝΙΚΑ, μόλις τέλειωνε το Γυμνάσιο, τίποτε. Λες κι άνοιξε η γη και κατάπιε μάνα και κόρη. Όσο κι αν έψαχνε —«τι κοιτάς παιδί μου τον κόσμο όλη την ώρα δεξιά κι αριστερά;» του ’λεγε η μάνα του— πουθενά τα μακριά ξανθοκόκκινα μαλλιά με τη στέκα. Ούτε την επόμενη χρονιά, ούτε τη μεθεπόμενη. Ξανάγινε η εκκλησία βραχνάς. Ευτυχώς η γιαγιά που είχε βαρύνει και δεν έβγαινε πια δεν κατάλαβε ποτέ τη μεταστροφή του…


ΠΟΥ ΝΑ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ τώρα το κορίτσι με τα ξανθοκόκκινα μαλλιά και τη στέκα; Είναι σε κάποιο κοντινό χωριό ή κατέβηκε κι αυτή στην κοντινή πόλη; Έχει ακόμα τα μαλλιά τόσο μακριά κι έχει την ίδια στέκα; Σίγουρα θα έχει παντρευτεί πια, θα έχει και κάνα-δυο κουτσούβελα. Κι ίσως να έχει χοντρύνει και τα βράδια να περιμένει να γυρίσει ο άντρας της απ’ το καφενείο, να του βάλει να φάει και να ξαπλώσει μετά μαζί του, σε κάποιο άχαρο κρεββάτι…


ΑΥΤΟΣ ΤΗ ΘΥΜΑΤΑΙ. Τ’ ακούς κορίτσι; Σε θυμάται. Μπορεί εσύ να μη του έδωσες ποτέ σημασία, έτσι μικρός και λίγο κοντόχοντρος που ήταν τότε. Αυτός όμως σε θυμάται. Και δεν πέρασε Πάσχα από τότε που να μη σου ευχηθεί από μέσα του «Καλό Πάσχα». Φέτος, είπε να στο γράψει. Δεν θα το διαβάσεις ποτέ. Θα το διαβάσουν άλλα μάτια, που κι αυτά ίσως θα κοιτάξουν κάπου προς τα πίσω, σε κάποια δική τους παιδική αγάπη. Όχι όμως εσύ. Τι κρίμα! Τι κρίμα που δεν θα μάθεις ούτε τώρα ότι σε θυμάται. Τώρα που το μικρό, κοντόχοντρο αγόρι που σε κοίταζε δεν είναι πια μικρό, ούτε και κοντόχοντρο και ίσως, αν το έβλεπες σήμερα, να το κοίταζες κι εσύ…

Ποιος ξέρει; Και τι σημασία έχει όμως τώρα πια, έτσι όπως τα πήρε και τα σήκωσε όλα ο Χρόνος; Όλα, εκτός από


ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ Μεγαλοβδομαδιάτικη αγάπη μου. Καλό Πάσχα.

* * * * *


ΥΓ Δεν είναι έτσι. Τα περισσότερα δεν είναι έτσι. Ίσως όλα δεν είναι έτσι. Όλα, εκτός από τη Μεγαλοβδομαδιάτικη αγάπη. Αυτή υπήρξε. Έτσι ακριβώς. Μόνο πολύ μεγαλύτερη! Κι όπως αποδείχθηκε στο επόμενο post, δεν πήγε ολότελα χαμένη...

Σε όσους ετοιμάζονται να γιορτάσουν το Πάσχα σε κάποιο «χωριό της γιαγιάς» ευχόμαστε θερμά Καλό Πάσχα. Καλώς να πάνε και καλώς να γυρίσουν. Με τους υπόλοιπους… τα λέμε! ;-)


Η εικόνα, από το psterpnis.blogspot.com

Κυριακή, 17 Απριλίου 2011

Άγιοι (Ανάργυροι) και Δαίμονες (αριστεροί) [& IMPORTANT UPDATE —2 MAIOY 2011]


ΜΕΤΑ ΤΟ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΌ στους Αγίους Αναργύρους, όπου μια μικροομάδα πολιτών την «έπεσε» στον Λοβέρδο και τη σχεδόν ατομική επιθετική αντίδραση προς τον βιολόγο και γενετιστή James Watson, βγήκαν τα μεγάλα μαχαίρια. Και τα μεγαλύτερα ήταν —καμία έκπληξη— αυτά της ΔΗΜ.ΑΡ.

«Ιδεολογία του τραμπουκισμού» βλέπει ο Ανδρέας Νεφελούδης. «Υπονόμευση της δημοκρατίας» ο Θόδωρος Μαργαρίτης.

Αναρωτιέται «αντικειμενικά» ο πρώτος:

«Δηλαδή ποια η διαφορά αυτών των συμπεριφορών, στους Αγίους Αναργύρους σήμερα, στο Υπουργείο Οικονομίας χθες και ποιος ξέρει σε ποια άλλα σημεία από αύριο από την συμπεριφορά των χουλιγκάνων που έκαψαν το θέατρο που δεν τους άρεσε, ή από τις συμπεριφορές των ακροδεξιών που έκαιγαν βιβλία στην Θεσσαλονίκη κλπ.».

Και υπενθυμίζει δηλητηριωδώς ο δεύτερος (αν και φροντίζει τουλάχιστον να διευκρινίσει, σε αντίθεση με τον Νεφελούδη που προτιμά να αφήνει να αιωρείται η σκέψη, ότι η ΔΗΜ.ΑΡ. «δεν ταυτίζει τους φορείς των περιστατικών»):

«Από το Πανεπιστήμιο της Πάτρας όπου επιχειρήθηκε να διακοπεί η διάλεξη ενός νομπελίστα Ιατρικής έως τα επεισόδια έξω από την κομματική εκδήλωση του ΠΑΣΟΚ υπάρχει ένας κοινός παρανομαστής, οι λεγόμενοι ‘‘αγανακτισμένοι πολίτες’’. Τους είχαμε δει -με άλλα χρώματα και απόψεις- όταν επιχείρησαν άλλου τύπου ‘‘αγανακτισμένοι πολίτες’’ να σώσουν τη χώρα από τους μετανάστες στον Αγ. Παντελεήμονα με γιαούρτια και βία εναντίον αριστερών πολιτικών».[1]

Τι το κοινό έχουν τέτοιες απόψεις; Ότι αποσυνδέουν, κατά παράβαση όχι απλώς κάθε κοινωνιολογικής λογικής, αλλά και της στοιχειώδους, το αιτιατό από το αίτιο. Τι βολική μεθοδολογία για τους θιασώτες της «Καθαρής Ηθικής»! Πώς απλοποιούνται έτσι όλα! Και πώς εξισώνονται «ανωτέροι και κατωτέροι»! Δεν υπάρχει η βία αυτού που αδικεί και η βία του αδικημένου. Δεν υπάρχει η βία του Βασιλιά και η βία του υπηκόου. Δεν υπάρχει η βία του επιτιθέμενου και η βία του αμυνόμενου. Η βία είναι βία! Έτσι, η βία του εξεγερμένου σκλάβου του Σπάρτακου είναι ίδια με τη βία του Ρωμαίου λεγεωνάριου. Η βία των Γιακωβίνων ίδια με τη βία του αριστοκράτη. Η βία των εκτελεστών της τσαρικής οικογένειας ίδια με τη βία ενός serial killer παιδιών. Η βία των Δημοκρατικών του ισπανικού εμφυλίου ίδια με τη βία των Φαλαγγιτών. Είπαμε: η βία είναι βία. Και στη δημοκρατία, ακόμα κι αν υπάρχουν, ενίοτε, αδιέξοδα, δεν πρέπει να υπάρχει βία ποτέ.

Καμία μεροληψία. Λες και δεν υπάρχουν πια οι δικοί μας και οι άλλοι. Λες και η δημοκρατία, σαν μάννα στοργική, αγκαλιάζει με την ίδια στοργή όλα τα παιδιά της. Λες και το Τέλος της Ιστορίας έφερε μαζί και το Τέλος των Τάξεων…


ΛΟΙΠΟΝ; ΑΥΤΑ ΚΑΙ ΤΕΛΟΣ; Δεν υπάρχει θέμα;

Υπάρχει και παραϋπάρχει! Είναι το μεγάλο θέμα του πώς παρεμβαίνουμε δημόσια σε τέτοιες περιπτώσεις. Πώς παρεμβαίνουμε στην ομιλία ενός βιολογικού ντετερμινιστή όπως ο Watson, ή σε μια κομματική εκδήλωση του κυβερνώντος κόμματος, όπου κάποιος προσκεκλημένος υπουργός ή στέλεχος του ΠΑΣΟΚ προπαγανδίζει τις κυβερνητικές επιλογές.


ΕΓΙΝΕ Ο,ΤΙ ΕΓΙΝΕ. Θα το αντιπαραβάλλουμε με δυο παραδείγματα. Συγχωρείστε μας που και τα δυο είναι αυτοαναφορικά (γειά σας φίλοι της ΕΟΣ!), αν και, όταν διαδραματίστηκαν τα όσα θα σας διηγηθούμε, ούτε το blog υπήρχε, ούτε, πολύ περισσότερο, η συγκεκριμένη παρέα.

Το πρώτο περιστατικό: παρουσίαση βιβλίου του Μίμη Ανδρουλάκη. Δεν έχει σημασία ποιο, δεν έχει σημασία πού. Προετοιμασία: προσεκτικό διάβασμα του βιβλίου, σημειώσεις, μελέτη των σημειώσεων, καταγραφή των κυριότερων αιχμών (δυο), γραπτό προσχέδιο της παρέμβασης. Αποτέλεσμα: Ο Μίμης στριμώχνεται, «τα στρίβει» (όχι ‘στρίβει’, товариш Яков  ;-)  ), προφέρει στο τέλος τη λέξη «σύντροφε». Ξέσπασμα (χωρίς ούτε ένα ‘ρε’) και πατιρντί. Αίσθηση στο ακροατήριο και αποχώρηση.

Το δεύτερο: Ομιλία της Σώτης Τριανταφύλλου (αλά μπρατσέτα με τον Ηλία Ιωακείμογλου, συν-συγγραφέα του βιβλίου τους «Για τη σημαία και το έθνος»). Η ίδια διαδικασία. Η κατάληξη λίγο διαφορετική: αφαίρεση του λόγου από τον συντονιστή τής συζήτησης (αν και πάλι δεν ακούστηκε ούτε ένα ‘ρε’). Ακόμα όμως μεγαλύτερη αίσθηση στο ακροατήριο πριν τη «θριαμβευτική» και «θεατρική» αποχώρηση διαμαρτυρίας.  


ΟΙ ΣΥΓΚΡΙΣΕΙΣ, οι αξιολογήσεις και τα συμπεράσματα, δικά σας. Αλλά, για όνομα των δικών μας των Αγίων (και των Αγίων Αναργύρων όσοι θέλετε· κανένα πρόβλημα από μας): μεροληπτώντας κάντε τα όλα αυτά παιδιά. Μεροληπτώντας!

Η αμεροληψία στην πολιτική ισούται με αχρωματοψία. Αλλά η εικόνα μας έχει δυο χρώματα, δεν έχει;


[1] Ο Γιώργος Λακόπουλος την προχώρησε λίγο περισσότερο αυτή τη σκέψη γράφοντας στα «Νέα» του Σαββάτου για τα γεγονότα στους Αγίους Αναργύρους: «∆εν ήταν η ‘‘αυθόρµητη’’  αποδοκιµασία υπουργού σε δηµόσιο χώρο. Ηταν αντισυγκέντρωση. Σε µια εκδήλωση ενός κόµµατος συναθροίστηκαν οπαδοί άλλου κόµµατος, έστω και χωρίς την αιγίδα του. Σε τι ακριβώς παραπέµπει αυτό, το ξέρουν όσοι λένε ότι έχουν πάντα στο πάνθεον των ηρώων τους τον Γρήγορη Λαµπράκη».

Και Γκοτζαμάνηδες λοιπόν… 


Η εικόνα, από το altheforce.wordpress.com




IMPORTANT UPDATE: Το post αυτό μπορεί να οδηγήσει τον αναγνώστη σε εσφαλμένα συμπεράσματα για τον Ηλία Ιωακείμογλου. Συμπεράσματα που ούτε στην πραγματικότητα ανταποκρίνονται, ούτε δικές μας σκέψεις απηχούν. Συνεπώς, όσοι αναγνώστες και αναγνώστριες ενδιαφέρονται για ακριβέστερες αποτυπώσεις της πραγματικότητας, προτρέπονται από εμάς να επισκεφτούν το http://leftg700.blogspot.com/2011/04/post.html

Τετάρτη, 13 Απριλίου 2011

–Φοβούνται ορέ οι κομμουνιστές; –Αν φοβούνται λέει;!


ΠΡΙΝ ΑΠΟ κάνα μήνα, σχολιάζοντας την αγοραφοβία του ΚΚΕ, γράφαμε στην ανοιχτή επιστολή προς το ΚΚΕ και τους οπαδούς του:

«Κι ένας τρίτος φόβος σας (που έχει τη μικρότερη κατανόησή μας): Ο φόβος για το κόμμα. Ο οποίος τροφοδοτείται —αυτό σας το αναγνωρίζουμε ως ελαφρυντικό— από τις μνήμες και τις εμπειρίες του 1968 και του 1991. Αλλά, δεν νομίζετε, αγαπητοί φίλοι, πως είναι καιρός πια αυτό το εργαλείο που είναι το κόμμα σας (γιατί εργαλείο προς χρήση και για κάποιο σκοπό είναι, δεν είναι φετίχ ούτε τοτέμ), δεν νομίζετε πως είναι καιρός να χρησιμοποιηθεί; Τι το φυλάτε; Για να το βάζετε στη βιτρίνα; Στη βιτρίνα, δεν κινδυνεύει βέβαια να υποστεί κάποια φθορά. Όμως ποια η χρησιμότητά του, ή μάλλον, η αξία χρήσης του; Μηδενική. Η μόνη αξία που έχει εκεί είναι η αξία κατοχής… Ε, και λοιπόν;».


ΣΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΥΠΟΥ της Αλέκας Παπαρήγα, αυτός ο φόβος, που περιγράψαμε ξεκάθαρα, εξωτερικεύτηκε το ίδιο ξεκάθαρα. Δεν είναι η πρώτη φορά. Είναι όμως η πρώτη φορά που έγινε σε αντιδιαστολή με αποφάσεις άλλου κομμουνιστικού κόμματος. Αυτό, για μας, που ποτέ δεν καταλάβαμε γιατί πρέπει να το έχουμε βουλωμένο όταν πρόκειται για κριτική εξ αριστερών προς τα αριστερά, είναι μια πρόοδος, για να τα λέμε όλα. Ασχέτως αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση η κριτική είναι λάθος, από ’δω ίσαμε την Καπερναούμ…


ΠΟΥ ΚΑΙ ΠΩΣ βγήκε αυτός ο φόβος; Βγήκε όταν ζητήθηκε από την Παπαρήγα να σχολιάσει την απόφαση του ΚΚ Πορτογαλίας να ανταποκριθεί θετικά στην επιστολή (πρόσκληση σε συνεργασία) του Μπλόκου, ενός αριστερού συμμαχικού σχήματος, το οποίο είναι κάτι σαν τον δικό μας τον ΣΥΡΙΖΑ —τουλάχιστον τον ΣΥΡΙΖΑ του 2008… Η επιστολή αυτή, όπως είναι γνωστό, στάλθηκε μόλις την προηγούμενη εβδομάδα, εν όψει της υπαγωγής της Πορτογαλίας στα σαγόνια του μηχανισμού στήριξης ΔΝΤ και ΕΕ. Οι πορτογάλοι, αν και κουτόφραγκοι, θυμήθηκαν την παραβολή με το δεμάτι που δεν σπάει όπως οι βέργες, αν είναι μόνες τους, και είπαν, κατ’ αρχήν, «να τα πουν».[1]


ΤΙ ΕΙΠΕ ΟΜΩΣ η Γενική Γραμματέας του ΚΚΕ, όταν ρωτήθηκε; Είπε ότι (σε ελεύθερη απόδοση) «οι πορτογάλοι [σύντροφοι] θα βιώσουν ετεροχρονισμένα αυτά που βιώσαμε εμείς [το ΚΚΕ] το 1974 και το 1989», εννοώντας προφανώς τα προβλήματα και τις διασπάσεις που προκάλεσε η συνεργασία του ΚΚΕ με άλλες αριστερές δυνάμεις.[2]


ΤΙ ΧΡΕΙΑΝ ΑΛΛΗΝ μαρτύρων έχομεν για να επιβεβαιώσουν αυτό που εμείς (εμείς και η κουτή Μαρία) ξέρουμε, δηλαδή, ότι η φοβική ηγετική ομάδα τού ΚΚΕ, στην προσπάθειά της «να διατηρήσει το Κόμμα αμόλυντο», το αποσύρει από την κυκλοφορία δράσεων και ιδεών;


ΚΑΙ ΤΙ ΧΡΕΙΑΝ ΑΛΛΩΝ μαρτύρων έχουν τα μέλη και οι φίλοι τού ΚΚΕ, που δεν έχουν χάσει την επαφή με την εφιαλτική πραγματικότητα και συνειδητοποιούν[3] την ανάγκη για ενότητα στη δράση και ανταλλαγή ιδεών και απόψεων, για να σταματήσουν να το έχουν βουλωμένο στις Κόβες τους και τις παρέες τους;


ΤΟΥ ΜΑΡΞ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΕΝΙΝ;…


[1] Έτσι, για να δικαιωθούμε κάπως κι εμείς, που έχει μαλλιάσει το πληκτρολόγιό μας να γράφει εδώ και δυο χρόνια «τα λέμε»…

[2] Έκανε βέβαια ένα λάθος (ή «λάθος»). Η διάσπαση του 1989, όταν αποχώρησε μεγάλο τμήμα της ΚΝΕ, ο Κώστας Κάππος, Δημήτρης Δεσύλλας και άλλοι, δεν είχε καμία σχέση με τη δημιουργία του τότε ενιαίου Συνασπισμού. Η αιτία της ήταν η απόφαση για συγκυβέρνηση με τη ΝΔ του Μητσοτάκη. Η συγκεκριμένη διάσπαση για τη συγκεκριμένη απόφαση θα συνέβαινε έτσι κι αλλιώς, είτε υπήρχε ο ΣΥΝ, είτε όχι. Άμα είναι να τα λέμε, να τα λέμε όλα! ;-)

[3] Σύμφωνα, τουλάχιστον, με δημοσκοπήσεις στις οποίες έχει καταγραφεί πλειοψηφία 2/3 υπέρ της συνεργασίας των αριστερών δυνάμεων.


Η εικόνα, από το freeuni.edu.de

Κυριακή, 10 Απριλίου 2011

Αριστερά. Όπως μπαίνουμε ή όπως βγαίνουμε;


ΣΕ ΕΝΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ, του οποίου οι διαχειριστές αυτοπροσδιορίζονται ως αριστεροί (τουλάχιστον μέχρι πέρυσι) και συγκεκριμένα, κατά δικό μας προσδιορισμό, του κοσμικού και εκσυγχρονιστικού ρεύματος, είδαμε να αναδημοσιεύεται το τελευταίο πόνημα του Φώτη Γεωργελέ. Σ’ αυτό, ο Φώτης (ρίμα με το Σώτη παρά ένα σ τελικό, αν μας εννοείτε ;-) ) ξαναγράφει το ίδιο editorial για τριακοσιοστή τεσσαρακοστή πρώτη φορά (όσες και τα τεύχη της «Athens Voice», του πρώτου και καλύτερου Οδηγού Αγορών και Πουλημένων της πόλης μας). Το περιεχόμενο χοντρικά, για όσους δεν έχουν εμπεδώσει τη γραμμή του: Μείωση και εκσυγχρονισμός του Δημόσιου Τομέα, και, εκ συμπερασματικής, άρρητης αντιδιαστολής, ελευθερία στον πραγματικό συντελεστή προόδου, τον Ιδιωτικό. Παραδόξως, ο επιμελής συνήθως Φώτης, ενώ φέρνει για παράδειγμα κακής λειτουργίας του Δημόσιου Τομέα τις καθυστερήσεις στις ιδιωτικοποιήσεις ή στις μετατάξεις των υπεράριθμων υπαλλήλων των Δημόσιων Συγκοινωνιών, παραλείπει να θυμίσει αντίστοιχα και την εξαιρετικά εύρυθμη λειτουργία του Ιδιωτικού Τομέα που παρατηρήθηκε εσχάτως στο πυρηνικό εργοστάσιο της Φουκουσίμα. Ας μη το κάνουμε θέμα όμως. Μπορεί να του είχε πέσει πολύ δουλειά και πώς να τα προλάβει όλα ο Φώτης. Ένα μυαλό και δυο χέρια έχει, χειμώνα-καλοκαίρι. Ας μην είμεθα μικρόψυχοι…

Στείλαμε ένα σχόλιο, ολίγον αμετροεπές, είναι αλήθεια, αν λάβουμε υπ’ όψη μας μια κάποια διαφορά ηλικίας που έχουμε με τους συγκεκριμένους ιστολόγους (αλλά και δημοφιλίας, για να τα λέμε όλα, με το ιστολόγιό τους). Πήραμε μια απάντηση που έλεγε ότι σημασία δίνουν μόνο στο (κάθε) κείμενο κι όχι στις γενικότερες αντιλήψεις του συγγραφέα του. Στείλαμε κι εμείς τη δική μας και, περιμένοντας την έγκριση, είπαμε να ψιλοαλητέψουμε σερφάροντας αριστερά κι αριστερά.


ΕΚΕΙ ΣΤΟ ΣΕΡΦΑΡΙΣΜΑ, πέσαμε[1] σε ένα άλλο ιστολόγιο, αριστερό κι αυτό, και συγκεκριμένα του εν συγχύσει διατελούντος ψιλοαντιεξουσιαστικού ρεύματος της Αριστεράς —σύμφωνα με τον δικό μας προσδιορισμό, πάντα. Εκεί είδαμε να αναδημοσιεύονται τρία κείμενα. Το πρώτο ενός άλλου αριστερού ιστολογίου, επίσης ψιλοαντιεξουσιαστικό, λέμε εμείς. Το δεύτερο, της Αριστερής Στρουθοκαμήλου (σκληροπυρηνικιά υπέρ της αυτοκατάργησης της Αριστεράς και παραλίγο κεντρικοεπιτροπάρια στο πρόσφατο Συνέδριο της ΔΗΜΑΡ). Και το τρίτο… Ω, το τρίτο… Το τρίτο ανήκει στον …Πάσχο Μανδραβέλη! Να σημειωθεί ότι τα τρία κείμενα (τα οποία ανέπτυσσαν διαφορετικό θέμα το καθένα), οι ιστολόγοι που τα αναδημοσιεύουν, τα προλογίζουν γράφοντας:

«Παρουσιάζουμε μερικά κείμενα, οι απόψεις των οποίων θεωρούνται “αιρετικές”για την μεγάλη πλειοψηφία των αριστερών. Θέτουν όμως ζητήματα τα οποία καλό είναι να μην τα αντιμετωπίζουμε με μάτια ερμητικά κλειστά...».

Αυτό. Μόνο. Δεν δίνουν στους αναγνώστες καμία δική τους άποψη. Δεν εξηγούν, λόγου χάρη, τι από όλα όσα θεωρούνται αιρετικά από την Αριστερά δεν θα έπρεπε να θεωρούνται τέτοια, ή σε ποια ζητήματα πρέπει να ανοίξουμε τα μάτια μας. Να είναι στα πλαίσια των αντιεξουσιαστικών αντιλήψεών τους άραγε, που δεν καταθέτουν καμία άποψη; Φοβούνται μήπως κατηγορηθούν ως «διαφωτιστές» των μαζών, αντί να τις αφήσουν «ελεύθερες» να διαμορφώσουν τις απόψεις τους; Ποιος ξέρει. Είναι περίεργοι αυτοί οι …Γαλάτες!


ΔΙΕΡΩΤΩΜΕΘΑ ΜΕ ΤΟ φτωχό μας το μυαλό:

Καλά, τα όρια του αριστερού εκσυγχρονιστικού ρεύματος τα ξέραμε. (Ιδίως όταν οι εκσυγχρονιστικές διαθέσεις είναι τόσο έντονες, που εκδηλώνονται και ως εμμονές). Είναι τόσο περιορισμένα, που, τελικά, μπερδεύει τα όρια (αν υποθέσουμε ότι τα ξέρει…).

Αλλά και οι αριστεροί αντιεξουσιαστές; Κι αυτοί χωρίς όρια; Αντιεξουσία ως ορεκτικό, Αριστερός Στρουθοκαμηλισμός για κύριο πιάτο και Μανδραβελισμός για επιδόρπιο; Όπως λέμε «όλα πάν’ με όλα και πιο πολύ με Coca Cola»;


ΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ ρε παιδιά; Τόσο δύσκολο είναι να καταλάβετε ότι άλλο η σημαία του Ολυμπιακού, κι άλλο η Κόκκινη; Αν σας μερδεύει το κόκκινο χρώμα, δείτε το κι αλλιώς:

Το γεγονός ότι στο γράμμα Χ οι δύο γραμμές τέμνονται σε ένα σημείο δεν σημαίνει πως η μια γραμμή δεν τραβάει προς τα Δεξιά και η άλλη προς τα Αριστερά…



[1] Αυτό το δεύτερο συναπάντημα, μας έκανε να ανεβάσουμε το σημερινό post.


Η εικόνα, από το haringeygreens.blogspot.com

Παρασκευή, 8 Απριλίου 2011

Τα αδιέξοδα της κινηματικής λογικής, το παράδοξο του κουρέα και η οριστική διέξοδος από το πρόβλημα τής αυτοαναφορικότητας



Στο προηγούμενο post ασχοληθήκαμε με την κριτική τριών συγκεκριμένων σημείων από τις πολιτικές θέσεις/αντιλήψεις/πρακτικές που χαρακτηρίζουν το Μέτωπο Αλληλεγγύης και Ανατροπής. Δυο «αντικριτικά» σχόλια μάς υποχρεώνουν να απαντήσουμε εκτενώς με το σημερινό σημείωμα αντί με ένα σχόλιο – σεντόνι. Το πρώτο, που παρέχει και την περισσότερη «τροφή για σκέψη», κατατέθηκε από την ΕΟΣ εδώ και στο blog των φίλων της Πάσας, οι οποίοι είχαν την καλοσύνη να αναδημοσιεύσουν το κείμενό μας. Το δεύτερο στάλθηκε μόνο στην Πάσα. Αυτό σε καμία περίπτωση δεν το κάνουμε επειδή θιχτήκαμε από την «αντικριτική» και πήραμε το ζήτημα «προσωπικά». Το κάνουμε, γιατί τα σχόλια των φίλων δίνουν αφορμή για μια απόπειρα να τακτοποιήσουμε κάπως τη σκέψη μας (όλοι οι αριστεροί) πάνω σε ζητήματα καίρια και βασανιστικά τα οποία μας μπερδεύουν και, συχνά, μας διχάζουν.

Τα σχόλια

Πρώτα το απόσπασμα που τράβηξε την προσοχή μας από το σχόλιο που κατέθεσαν στο blog μας οι φίλοι της ΕΟΣ (τα bold δεν είναι δικά μας αυτή τη φορά):

«Το βασικό πρόβλημα με το κείμενο κριτικής του “Left G700” δεν βρίσκεται σε αυτά που γράφει, αλλά σε αυτά που υπονοεί ως “αυτονόητα” και προσδιορίζουν τις ιδεολογικές και θεωρητικές συντεταγμένες εντός των οποίων κινείται.

Αυτά τα πλαίσια διαμορφώνουν ένα αυτοαναφορικό σύστημα πολιτικής σκέψης, το οποίο με εργαλείο την “λογική” προσπαθεί να απαντήσει σε ερωτήματα που θέτει εντός αυτού του συστήματος. Όμως η απάντηση βρίσκεται εκτός, στα πεδία της ταξικής πάλης.

Αναφέρω τρεις εκφράσεις που εκφράζουν αυτή την απαξίωση προς το πραγματικό υποκείμενο της πολιτικής παραγωγής, το οποίο είναι η συλλογική εμπειρία του μαζικού αγώνα:

- Ενώ το ΚΚΕ λέει «το ζήτημα δεν είναι ευρώ ή δραχμή, το ζήτημα είναι οι συσχετισμοί»,[1]

- Το πρόβλημα είναι ότι ο Αλέκος Αλαβάνος φαίνεται να επενδύει σημαντικά περισσότερες προσδοκίες στην κινηματική δράση από όσες της αναλογούν στην πραγματικότητα.

- Είναι μια πιο ενεργητική εκδοχή αυτού που έχει περιγράψει ο Ζίζεκ: «να περιμένεις να συμβεί η έκρηξη κάποιας ‘θεϊκής βίας’ —η χαϊντεγκεριανή εκδοχή του ‘μόνο ο Θεός μπορεί να μας σώσει’». Ή να προσπαθείς να εκμαιεύσεις από την Ιστορία το Συμβάν του Μπαντιού.

Τα πολιτικά κείμενα του Μετώπου ΑΑ, του ΝΑΡ αλλά και των άλλων πολιτικών σχηματισμών της αριστεράς είναι απαξιωμένα ως “οδηγοί για δράση”, όχι μόνον από τα κοινωνικά υποκείμενα στα οποία υποτίθεται ότι απευθύνονται, αλλά ακόμα και για τα ίδια τους τα μέλη. Αυτό είναι το πρώτο ερώτημα που θα πρέπει να απαντήσουμε, πριν ομφαλοσκοπήσουμε στο περιεχόμενό τους.

Μια αναλυτική τοποθέτηση προσέγγιση των αυτών των κρίσιμων ζητημάτων σχετικά με την παραγωγή της πολιτικής και τα υποκείμενα αυτής της διαδικασίας εδώ:

Το δεύτερο σχόλιο:

«Ο/Η Καλά τώρα! λέει:
Το κείμενο θα έπρεπε να είχε ως τίτλο: “Το αυγούλιασμα του αριστερού πελαργού”. Γιατί ο τρόπος σκέψης και τα επιχειρήματα του συγγραφέα προσομοιάζουν με το αυγούλιασμα ενός αρσενικού πτηνού, αφού όπως βάζει τα ερωτήματα είναι εκ των προτέρων δεδομένες και οι απαντήσεις….

Υ.Γ. Το “αυγούλιασμα” είναι παραδοσιακός τρόπος ελέγχου της κότας αν έχει αυγό».

Η ουσία των σχολίων

Παρά τη διαφορετική φρασεολογία των δυο σχολίων η ουσία της κριτικής που εμπεριέχουν συμπίπτει σε έναν κοινό τόπο. Κι αυτός είναι το ότι, σύμφωνα με την αντίληψη των δυο σχολιαστών, θέσαμε τα ερωτήματα και ασκήσαμε την κριτική μας με τέτοιο τρόπο, ώστε το συμπέρασμα να μας δικαιώνει εκ των προτέρων και εκ του ασφαλούς. Ότι υποπέσαμε δηλαδή, όπως θα έλεγε κάποιος «θεωρητικός», στο σφάλμα της λήψης του ζητούμενου, όπου αυτό που επιχειρείται να αποδειχθεί, προϋποτίθεται ως δεδομένο και περιλαμβάνεται στην αποδεικτική επιχειρηματολογία. Κοντολογίς: ενώ νομίζαμε ότι γράψαμε ένα ορθολογικά κριτικό post, στην πραγματικότητα ξεπέσαμε, συνειδητά ή ασυνείδητα, σε σοφίσματα.

Να σημειώσουμε εδώ ότι η ανωτέρω κριτική διατυπώθηκε κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, για τις απόψεις που εκθέσαμε στο τρίτο σημείο της δικής μας κριτικής, αυτό που αναφερόταν στις αντιλήψεις του Μετώπου Αλληλεγγύης και Ανατροπής (ΜΑΑ) για τα κινήματα και γενικότερα την κινηματική δράση.

Πρώτες απορίες και ερωτηματικά

Αν και κανένας από τους δυο σχολιαστές (ιδίως ο δεύτερος) δεν μπαίνει στον κόπο να διατυπώσει, έστω και συνοπτικά αλλά ρητά, ποια είναι τα τρωτά σημεία του πλαισίου εντός του οποίου κινήθηκε η κριτική μας ή του τρόπου σκέψης, ο οποίος μας οδήγησε σε αυτήν, ωστόσο, από την κατηγορία που μας προσάπτουν οι φίλοι της ΕΟΣ περί απαξίωσης του «πραγματικού υποκείμενου της πολιτικής παραγωγής, το οποίο είναι η συλλογική εμπειρία του μαζικού αγώνα», δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς ότι μας κατατάσσουν σε όσους μηδενίζουν τα κοινωνικά κινήματα, αναγνωρίζοντας, αντίστροφα, τις πολιτικά οργανωμένες κοινωνικές δυνάμεις ως τους μόνους παραγωγούς και διαχειριστές της πολιτικής. Εδώ έχουμε ένα πρώτο βασικό πρόβλημα, γιατί κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από πουθενά.

Διάβασαν οι φίλοι την ανάρτησή μας; Εννοούμε, τη διάβασαν προσεκτικά και απροκατάληπτα; Διότι εκεί γράφουμε φαρδιά-πλατιά τα παρακάτω (το παράδοξο είναι ότι παραθέτουν αυτά που γράψαμε φαρδιά-πλατιά!):

«Το πρόβλημα είναι ότι ο Αλέκος Αλαβάνος φαίνεται να επενδύει σημαντικά περισσότερες προσδοκίες στην κινηματική δράση από όσες της αναλογούν στην πραγματικότητα».

Ίσως πουν: «Μα εμείς δεν μιλάμε για μηδενισμό! Εμείς μιλάμε για απαξίωση!»

Πού εντοπίζουν την απαξίωση; Στο γεγονός ότι πιστεύουμε πως η κινηματική δράση χωρίς πολιτικό σχέδιο (από τη συγγραφή του οποίου δεν αποκλείουμε αυτούς που δραστηριοποιούνται κινηματικά) έχει όρια και πεπερασμένες δυνατότητες; Υπάρχει κάτι στον κόσμο αυτό που δεν έχει όρια, εκτός βέβαια από το θεϊκό υποκείμενο; Έχουν σκεφτεί μήπως θεολογούν, έχοντας, απλώς, αντικαταστήσει τον Θεό με τη «συλλογική εμπειρία του μαζικού αγώνα» (όπως άλλοι τον έχουν αντικαταστήσει με το «Κόμμα»);

Έπειτα: Γιατί δεν μπαίνουν στον κόπο να μας υποδείξουν ποια είναι αυτά τα περίφημα «αυτονόητα», κατά την αυθαίρετη, υποτίθεται, σκέψη μας; Δεν τα έχουν προσδιορίσει ή δεν θέλουν να τα αναφέρουν για να μη μπουν στον κόπο να τα καταρρίψουν; Μήπως συμβαίνει κάτι πιο σύνηθες στις διαδικτυακές αναγνώσεις; Μήπως έχουν σχηματίσει απλώς μια εντύπωση για το ποια θεωρούμε εμείς ως αυτονόητα, (βασισμένοι στο «ένστικτό» τους, στη «διαίσθησή» τους, ή στις προκαταλήψεις τους) και αδυνατούν να τεκμηριώσουν αυτές τις εντυπώσεις;

Και τέλος: Ποιο ή ποια είναι τα ζητούμενα που συμπεριλάβαμε ως αποδεικτικό υλικό στην επιχειρηματολογία μας;

Κι άλλες σημαντικότερες απορίες: τα παράδοξα της αυτοαναφορικότητας (και του αντίθετού της!)

Τα όσα εκθέσαμε στην αμέσως προηγούμενη ενότητα δεν έχουν και τόσο σημασία, αφού περιορίζονται σ’ ένα διμερές ή καλύτερα τριμερές επίπεδο. Όμως από τα σχόλια, ειδικά αυτό της ΕΟΣ, προκύπτουν γενικότεροι προβληματισμοί (και προβλήματα).

Α. Μας ασκείται κριτική για αυτοαναφορική πολιτική σκέψη. Αυτό είναι, κατ’ αρχήν, τουλάχιστον περίεργο. Όπως είδαμε παραπάνω, εμείς δεν εξαιρέσαμε τα κινήματα και τη δράση τους από την παραγωγή πολιτικής. Και πουθενά δεν υποστηρίξαμε, αν υποθέσουμε ότι εμείς ανήκουμε στο σύνολο των πολιτικά οργανωμένων υποκειμένων, ότι η παραγωγή τής πολιτικής είναι αποκλειστικά έργο των υποκειμένων που ανήκουν στο ίδιο σύνολο μ’ εμάς. Υποστηρίξαμε απλώς ότι η κινηματική δράση έχει όρια. Άρα η σκέψη μας είναι μεν αυτοαναφορική (με τη σκέψη μας μιλάμε, δεν είμαστε medium της σκέψης άλλων!), αλλά όχι περίκλειστη και αποκλειστική.

Ας πούμε όμως ότι κι αυτό είναι μια διμερής «παρεξήγηση» κι ας το προσπεράσουμε. Ερχόμαστε σε μια άλλη, σοβαρότερη διάσταση αυτής της κριτικής.

Οι φίλοι της ΕΟΣ, άθελά τους, προσφέρουν ένα ακόμα παράδειγμα του παράδοξου που μπορεί να προστεθεί πανηγυρικά σε αυτό του κουρέα του Μπέρτραντ Ράσελ.[2] Νομίζουν ότι χαρακτηρίζοντάς μας ως αυτοαναφορικούς ξεμπερδεύουν με όσα υποστηρίζουμε μια και καλή, μόνο και μόνο επειδή αυτοί διαχωρίζουν τη θέση τους και αυτοπροσδιορίζονται ως το αντίθετό μας (μη αυτοαναφορικοί). Ας το νομίζουν. Δικαίωμά τους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το νόμισμα που εξάγουν δεν έχει δυο όψεις! Εξηγούμαστε:

Υποθέτουμε ότι εμείς είμαστε τμήματα ενός συνόλου το οποίο περιλαμβάνει όλα τα υποκείμενα που σκέπτονται αυτοαναφορικά (αυτοαναφορικά, έστω και με τη λανθασμένη αντίληψη της ΕΟΣ). Υποθέτουμε επίσης ότι οι φίλοι μας της ΕΟΣ αποτελούν τμήματα ενός άλλου συνόλου το οποίο περιλαμβάνει όλα τα υποκείμενα που δεν σκέφτονται αυτοαναφορικά. Τότε προκύπτει το εξής παράδοξο:

Ως τμήματα αυτού του συνόλου, είναι υποχρεωμένοι να αυτοαναφέρονται στη μη αυτοαναφορική σκέψη! Πώς τους φαίνεται αυτό;

Β. Τα όσα αναφέραμε μόλις τώρα ισχύουν απόλυτα και για κάποιο άλλο σημείο στο οποίο μάς ασκείται κριτική. Πρόκειται για τη λογική που ακολουθήσαμε για να καταλήξουμε στις απόψεις που εκθέσαμε στην ανάρτηση. Οι φίλοι μάλιστα της ΕΟΣ γράφουν τη λέξη εντός εισαγωγικών: «λογική». Όμως τι σημαίνουν τα εισαγωγικά;

Σημαίνουν ότι απορρίπτουν τη λογική γενικά ως μέθοδο εξαγωγής συμπερασμάτων; Έκτακτα! Αυτό όμως είναι μια άλλη λογική!

‘Η μήπως σημαίνουν ότι, κατ’ εκείνους, η λογική μας δεν είναι ορθή λογική, παραβιάζει δηλαδή τη λογική. Αυτονόητο! Αφού:

Όπως εμείς, έτσι και η ΕΟΣ κινείται εντός κάποιων ιδεολογικών και θεωρητικών συντεταγμένων, διαφορετικών όμως από τις δικές μας. Έτσι, μοιραία, επιστρέφουμε:

«Αυτά τα πλαίσια [Σ.σ.: της ΕΟΣ] διαμορφώνουν ένα αυτοαναφορικό σύστημα πολιτικής σκέψης, το οποίο με εργαλείο την “λογική” προσπαθεί να απαντήσει σε ερωτήματα που θέτει εντός αυτού του συστήματος.»!

Ελπίζουμε να τα καταλαβαίνουν όλα αυτά οι φίλοι της ΕΟΣ —αλλά και ο μεμονωμένος δεύτερος σχολιαστής. Αν θέλουν τα δικά τους να είναι δικά τους, τότε και τα δικά μας θα είναι δικά μας. Κι αν πάλι γλυκοκοιτάζουν τα μισά απ’ τα δικά μας, θα πρέπει να δεχθούν να χάσουν και τα μισά απ’ τα δικά τους! Με πιο καθαρά και ξάστερα λόγια:

Τα περί αυτοαναφορικότητας και λογικής πρέπει να τα βγάλουμε από τη μέση. Ισχύουν (ή δεν ισχύουν) και για τις δυο πλευρές. Επομένως, δεν μπορούν να αποτελέσουν επιχειρήματα μόνο της μιάς!  

Μπερδέματα και (κακά) ξεμπερδέματα

Είναι γεγονός ότι η αυτοαναφορικότητα έχει κάποια δυσάρεστα επακόλουθα: Παράδοξα και αντιφάσεις. Πώς ξεμπερδεύουμε;

Ο Μπέρτραντ Ράσελ αποπειράθηκε να ξεμπερδέψει διατυπώνοντας τη «Θεωρία των Λογικών Τύπων» αφού πρώτα έσπασε το κεφάλι του για 4-5 χρονάκια (1901-1905). Η λύση που πρότεινε ήταν «απλή»: Αφού δεν μπορούμε να επιλύσουμε τα παράδοξα που προκαλούνται από την αυτοαναφορικότητα, πρέπει να την …καταργήσουμε! Φυσικά κάτι τέτοιο είναι αδύνατο. Η αυτοαναφορικότητα δεν μπορεί να εξαλειφθεί πλήρως από οποιαδήποτε οντολογία του κοινωνικού. (Ένας σοφός που φιλοδοξεί να γράψει την Ιστορία του Κόσμου δεν μπορεί να αφαιρέσει τον εαυτό του από αυτόν τον Κόσμο, όσο κι αν το θέλει!) Όμως τι μας ενδιαφέρουν όλα αυτά και τι σχέση έχουν με τις διαφωνίες που εξέφρασαν οι σχολιαστές; Έχουν και μάλιστα μεγάλη!

Οι φίλοι μας ακολουθούν αυτό που λέμε «κινηματική λογική» ως αντίδοτο στην υπαρκτή πέραν πάσης αμφιβολίας αποκοπή των αριστερών κομμάτων από τις κοινωνικές διεργασίες, τη γραφειοκρατικοποίησή τους και τη μετάλλαξή τους από κόμματα μελών σε κόμματα μηχανισμών. Κάνουν όμως τρία βασικά λάθη:

Πρώτον: Αποδίδουν όλες αυτές τις στρεβλώσεις στην αυτοαναφορικότητα του συστήματος πολιτική οργάνωση, παραβλέποντας ότι η αυτοαναφορικότητα είναι υπαρκτή σε κάθε σύστημα, επομένως και στο σύστημα κίνημα. (Ακόμα χειρότερα: η συνέλευση μιας ομάδας αναρχικών είναι μια καραμπινάτη αυτοαναφορική λειτουργία. Ακόμα κι αν συνέλθει με μοναδικό θέμα συζήτησης την αυτοδιάλυσή της!).

Δεύτερον: Τις ταυτίζουν με την ίδια την ιδέα της πολιτικής οργάνωσης ως έχει και ευρίσκεται σήμερα (πυραμιδική δομή, αντιπροσωπευτικότητα, συμμόρφωση της μειοψηφίας στις αποφάσεις της πλειοψηφίας).

Τρίτον: Αναγορεύουν σε πανάκεια την αμεσοδημοκρατική λειτουργία, παραγνωρίζοντας (ή απωθώντας) τα όριά της. Δεν θα έπρεπε, ειδικά οι φίλοι της ΕΟΣ. Γιατί έχουν ένα καλό παράδειγμα από μια «συγγενή» πολιτική συλλογικότητα: αυτήν της Πάσας. Η οποία Πάσα, αφού διαλογίσθηκε με τους μήνες τι να είναι, (αποκλείοντας να είναι κόμμα, συνιστώσα του ΣΥΡΙΖΑ, οργάνωση, λέσχη, άλλο, δεν γνωρίζω δεν απαντώ) κατέληξε μια υπαρκτή ανύπαρκτη (κατά το Νύμφη Ανύμφευτη) συλλογικότητα με ένα blog aggregator! Και η αποθέωση, όχι του παράδοξου, αλλά του παραλογισμού:

Σε ανάρτηση της ΕΟΣ στην οποία παρουσιαζόταν κριτικά η Πανελλαδική Συνάντηση του ΜΑΑ κατατέθηκε ένα σχόλιο επικριτικό για τις εκλογικές διαδικασίες της Συνάντησης, και οποίο, μεταξύ άλλων, εκφραζόταν η εξής άποψη:

«[…] Και πραγματικά δεν πιστεύω ότι θα αλλάξει κάτι. Δες τη διαφορά δημοκρατικότητας ανάμεσα σε μια κίνηση σαν την ΠΑΣΑ και σε μια οργάνωση σαν την ΚΟΕ. Η ΠΑΣΑ δεν κατέβασε υποψήφιους, η ΚΟΕ κατέβασε. Η ΠΑΣΑ δεν υποστήριξε συγκεκριμένους υποψήφιους, η ΚΟΕ υποστήριξε. Αυτή είναι η μεγάλη διαφορά. Τα μέλη της ΠΑΣΑ έχουν κριτήριο και ψηφίζουν ότι θέλουν οι ίδιοι ενώ τα μέλη της ΚΟΕ δεν έχουν κριτήριο και ψηφίζουν ότι τους πουν. Επιμένω: Η διαδικασία έδειξε το πλήρες αδιέξοδο στη σχέση δημοκρατίας και οργανώσεων. […]».

Εδώ εκθειάζεται… Αλήθεια, τι εκθειάζει και τι φέρνει ο σχολιαστής ως λαμπρό παράδειγμα αριστερής παρέμβασης; Να σας πούμε εμείς; Την ανυπαρξία! Την αυτοεξάλειψη! Την εθελοντική εξαέρωση! Έτσι, δικαιώνεται και ο τίτλος μας, όπου γίνεται λόγος για την ασφαλή διέξοδο από το πρόβλημα της αυτοαναφορικότητας… Να τη η διέξοδος: η κατάργηση του όντος!

Τα λάθη πληρώνονται

Και τα συγκεκριμένα που παραθέσαμε παραπάνω πληρώνονται με την αέναη περιπλάνηση σε έναν λαβύρινθο, στον οποίο κάθε στροφή κρύβει και μια παράδοξη αντινομία. Οι πιο χτυπητές:

1) Ενώ μας κατηγορούν για απαξίωση της συλλογικής εμπειρίας των υποκειμένων του μαζικού αγώνα, εκείνοι μας εξαιρούν ολοκληρωτικά από τα πεδία της ταξικής πάλης, αφού αυτή είναι «εκεί έξω», κι εμείς σε κάποια, υποτίθεται, επιτελεία! Οπότε, συνεπείς με την προμετωπίδα του blog τους («Φωτιά στα Γενικά Επιτελεία!»), μας βάζουν κι εμάς μπουρλότο, κι ούτε κόκαλο ούτε κοκαλάκι απ’ τους Λέφτηδες!

2) Με το παραπάνω σύνθημά τους νομίζουν ότι έχουν καθαρίσει μια και καλή με το «εξουσιαστικό πρόσωπο της Αριστεράς». Τι αφέλεια! (Ώρες-ώρες δεν απορούμε καθόλου γιατί η Αριστερά έχει καταντήσει καρπαζοεισπράκτορας!). Σε τι συνίσταται η αφέλεια; Μα στο εξής απλό, απλούστατο γεγονός: Φωνάζοντας «Φωτιά στα Γενικά Επιτελεία!» και καλώντας, ταυτόχρονα, σε αμεσοδημοκρατική οργάνωση του ΣΥΡΙΖΑ, δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να …μουντζώνουν τον ίδιο τους τον εαυτό! Ένας αμεσοδημοκρατικός ΣΥΡΙΖΑ τι άλλο από ένα (ευρύτερο) Γενικό Επιτελείο θα είναι, σε σχέση με την κοινωνία; Γιατί εμείς οι αριστεροί δεν μπορούμε να καταλάβουμε ότι, όσο και να κυνηγάμε την ουρά μας, δεν γίνεται να την πιάσουμε ποτέ;

3) Στην ανάρτησή μας επικρίναμε τον Αλαβάνο και το ΜΑΑ, επειδή, κατά το κοινώς λεγόμενο, πετάει το μπαλάκι στο κίνημα, αντί να προσπαθήσει να καταθέσει ένα πιο ολοκληρωμένο σχέδιο που και το κίνημα θα δυναμώσει (αφού θα προκαλέσει εισροές σ’ αυτό), και θα το βοηθήσει να δράσει πιο αποτελεσματικά, (αφού θα έχει πιο συγκεκριμένους στόχους). Θα περίμενε κανείς ότι οι φίλοι της ΕΟΣ, σε αυτό το συγκεκριμένο σημείο, θα υπερασπιζόντουσαν ευθέως και τον Αλαβάνο και το ΜΑΑ. Κι όμως δεν το κάνουν. Το παράδοξο του πράγματος εξηγείται αν διαβάσει κανείς το κείμενο στο οποίο μας παραπέμπουν στο σχόλιό τους (Στρατηγοί ιδού ο στρατός σας!). Εκεί, με δυο λόγια, επικρίνεται το ΜΑΑ, επειδή, με τις πολιτικές θέσεις που κατέθεσε πρόσφατα, δεν κάνει κι αυτό τίποτε άλλο από το να προσπαθεί να επιβάλλει ένα πρόγραμμα δράσης από τα πάνω στους από κάτω. Παρ’ όλα αυτά, οι φίλοι της ΕΟΣ νιώθουν την ανάγκη να αντιδράσουν κάπως για τη δική μας κριτική, η οποία όμως κινείται στους αντίποδες της δικής τους! Πώς λέμε «και με τον αστυφύλαξ, και με τον χωροφύλαξ»; Ε, το ακριβώς ανάποδο! Έτσι συμβαίνει όταν επιμένει να κάποιος να μην είναι καθόλου αυτοαναφορικός. Καταλήγει να είναι απόλυτα αυτοαναφορικός!

Συμπέρασμα

Η εμπειρία των σοσιαλιστικών κρατών του 20ου αιώνα, η κατάρρευσή τους, η εσωτερίκευση από μεγάλο τμήμα της Αριστεράς πως τίποτε δεν μπορεί να αλλάξει και η σε σημαντικό βαθμό μετάλλαξη των αριστερών κομμάτων σε αυτοαναπαραγόμενους οργανισμούς έχει κάνει πολλούς να λυγίζουν τη βέργα τελείως προς την άλλη μεριά. Αυτό, όταν δεν κρατήσει για πολύ, έχει ευεργετικά αποτελέσματα: την ισιώνει. Όταν όμως διαιωνίζεται, καταλήγει σε μια επίσης στραβή βέργα.

Νομίζουμε ότι έχει περάσει υπερβολικά πολύς καιρός που σε ένα σημαντικό τμήμα της Αριστεράς ηγεμονεύει η αντίληψη ότι τα κοινωνικά κινήματα είναι το νέο υποκείμενο της ριζικής κοινωνικής αλλαγής και τα πολιτικά κινήματα ο πανάρχαιος αποδιοπομπαίος τράγος.

Καιρός να ισιώσουμε τη βέργα.


[1] Στοιχηματίζουμε ότι η απόσπαση αυτής της φράσης είναι προϊόν επίσης αποσπασματικής ανάγνωσης. Δηλαδή, παρανάγνωσης!

[2] Ο κουρέας της Σεβίλλης ξυρίζει μόνον όλους αυτούς οι οποίοι δεν ξυρίζονται μόνοι τους.

Ερώτημα: Ο κουρέας της Σεβίλλης ξυρίζεται μόνος του;

Απάντηση: Η απάντηση προφανώς μπορεί να είναι είτε αρνητική, είτε θετική. Οποιαδήποτε απάντηση όμως και να δοθεί από τις δυο εναλλακτικές που έχουμε στη διάθεσή μας, η προκείμενη πρόταση/κανόνας/ορισμός για την οποία ζητείται συμβατή απάντηση καταρρίπτεται! Πιο συγκεκριμένα:
Αν απαντήσουμε ‘ναι’ τότε ο κουρέας της Σεβίλλης θα ξυρίζει μόνον όλους αυτούς οι οποίοι δεν ξυρίζονται μόνοι τους, αλλά με μια …εξαίρεση για την αφεντιά του! Κι αν απαντήσουμε ‘όχι’, πάλι ο κουρέας κάνει τη λαδιά του! Αφού, σύμφωνα με την προκείμενη
πρόταση, υπάγεται σε αυτούς που δεν ξυρίζονται μόνοι τους, οπότε θα έπρεπε να ξυρίσει και τον εαυτό του!

Συμπέρασμα: Το τι πρέπει να κάνει ο κουρέας δεν μπορεί να θεμελιωθεί στη λογική, ή στη συμμόρφωση με τον προκείμενο κανόνα. Είναι ζήτημα απόφασης. Κι αν ο κουρέας είστε εσείς, τη βάψατε: you are on your own, babies!

(Περισσότερες λεπτομέρειες σε δυο παλαιότερες, συνεχόμενες αναρτήσεις μας εδώ κι εδώ).


Η εικόνα, από το sochable.com