Τρίτη, 31 Μαΐου 2011

Αγαπητέ σύντροφε Δημοσθένη Παπαδάτε – Αναγνωστόπουλε, καλώς ήρθες στην «Πατριωτική Αριστερά»! (& UPDATE —2.VI.2011)



Ναι σύντροφε! Αυτή την ώρα βάζουμε στην πάντα το γεγονός ότι μέχρι χθες ήσουν ένας από τους στυλοβάτες τής «αντιεθνικιστικής αριστεράς»... Αδιαφορούμε αν υπήρξες αγαπημένος τής παραδοσιακά «αντιεθνικιστικής» νεολαίας του ΣΥΝ... Διαγράφουμε την προϋπηρεσία σου ως κολλητού τού ιδεολογικού καθοδηγητή (αυτή την εποχή) τής ηγετικής ομάδας (αυτή την εποχή) τού κόμματός σου, τού Γιάννη Μηλιού... Τα βάζουμε στην πάντα όλα αυτά, σύντροφε, και σε καλωσορίζουμε θερμά στο «ρεύμα» μας! Έλα να γίνουμε πολλές, που λέει και το ανέκδοτο!

Η αλήθεια είναι ότι δεν το περιμέναμε. Έχοντας ακούσει ότι άλλαξες την ομάδα που υποστήριζες από μικρός μόνο και μόνο επειδή λέγεται «Εθνικός Αστέρας», ξέροντας ότι άλλαξες σπίτι όταν άνοιξε δίπλα σ’ αυτό που έμενες υποκατάστημα τής «Εθνικής Τράπεζας» και γνώστες τού γεγονότος ότι δεν ταξιδεύεις ποτέ με αυτοκίνητο εκτός Αθηνών, για να μην υποχρεωθείς να ακολουθήσεις κάποια «Εθνική οδό», δεν θα πιστεύαμε ποτέ, ακόμα κι αν έβγαζε ο ήλιος κέρατα, ότι θα διαβάζαμε σε άρθρο σου(!), για τις συγκεντρώσεις τών Αγανακτισμένων στο Σύνταγμα, τα παρακάτω λόγια:


Τι είπες σύντροφε; Δεν είσαι αριστερός πατριώτης; Απλώς σε αυτή τη φάση δεν ιεραρχείς ως κεντρικό ζήτημα το «πόσες ελληνικές σημαίες ανεμίζουν στην πλατεία», αλλά το πόσος κόσμος είναι στην πλατεία; Κανένα ρόλο δεν παίζει αυτό. Αφού δεν σε απασχολεί «πόσες ελληνικές σημαίες ανεμίζουν στην πλατεία» το πράγμα είναι φως φανάρι! Κι έπειτα, τι μας το λες εμάς; Στον κύριο καθηγητή τού ΕΜΠ να το πεις αυτό, βρε κουτό, και στον Χριστόφορο τον Παπαδόπουλο και στην νεολαία τού ΣΥΝ! Μ’ εκείνους κοίτα να καθαρίσεις! Δεν θα καθαρίσεις βέβαια, όπως δεν καθαρίσαμε κι εμείς. Γι’ αυτό σε δεχόμαστε μετά βαΐων και κλάδων —και να ’σαι κι ευχαριστημένος, γιατί μόνο εμείς σου μείναμε!  

Και πρόσεξε (για να τα λέμε όλα!): Σε δεχόμαστε μετά βαΐων και κλάδων παρά τα όσα φτάνουν στ’ αυτιά μας, εκστομισμένα από διάφορες «κακές γλώσσες». Όπως:

Όπως ας πούμε ότι, όταν μετράς τις ελληνικές σημαίες στις συγκεντρώσεις μετά την κατάκτηση του Euro 2004 (και επειδή τις βρίσκεις πολλές, βγάζεις τους Έλληνες εθνικιστές), είναι λίγο περίεργο να μη τις μετράς σε πολιτικές συγκεντρώσεις...

Ή, —σε συνδυασμό με το παραπάνω— ότι η αδιαφορία σου να τις μετράς σε συγκεντρώσεις, στις οποίες όμως απαγορεύεται να σηκώσεις Κόκκινη Σημαία, καθιστά αυτή σου τη στάση όχι απλώς περίεργη, αλλά καραμπινάτη επιπολαιότητα —για να μη πούμε μαλακία και σε πληγώσουμε, ακόμα δεν ήρθες...

Ή —το χειρότερο απ’ όλα— ότι δεν είσαι γνήσιος αριστερός πατριώτης, αλλά, απλώς, κωλοτούμπας ολκής και «στην κομμούνα (πρώτη) οπορτούνα»...

Αυτά και άλλα πολλά λένε οι «κακές γλώσσες» Δημοσθένη μας! Αλλά μη φοβάσαι τίποτε! Όλα αυτά εμείς τα γράφουμε εκεί που δεν πιάνει μελάνι!  Άσε τις «κακές γλώσσες» να λένε. Εμείς, ο μπενάκης κι ο βγενάκης! Ακλόνητοι!

Δεν μας πιστεύεις βρε κουτό; Δηλαδή, θέλεις τώρα να φιλήσουμε ...σημαία; ;-)


UPDATE (2. VI. 2011): Το υπερβολικά σαρκαστικό ύφος του post είχε αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα: Αντί δηλαδή να συζητηθεί με τη δέουσα σοβαρότητα η απαγόρευση που έχει επικρατήσει μέχρι στιγμής στο Σύνταγμα (καμία σημαία εκτός από την ελληνική), σε συνδυασμό με την «κατανόηση» που επέδειξε γι’ αυτή την απαγόρευση ένα γνωστό στέλεχος τής «αντιεθνικιστικής αριστεράς», τα σχόλια εξετράπησαν σε μια υφολογική ηθικολογία, αγνοώντας πλήρως το περιεχόμενο. Για να θυμηθούμε τη γνωστή ατάκα με το δάχτυλο και το φεγγάρι: οι σχολιαστές ενδιαφέρθηκαν περισσότερο για το στραβοκομένο νύχι που είχε το δάχτυλό μας, παρά για το φεγγάρι. Επειδή όμως εμάς μάς ενδιαφέρει το φεγγάρι, το ξαναδείχνουμε στο αμέσως επόμενο post, αφού πρώτα κάναμε το απαραίτητο μανικιούρ στο δάχτυλό μας...  



Η photo, από το fimes.gr

Παρασκευή, 27 Μαΐου 2011

«Όποιος κατουράει στη θάλασσα, θα το βρει στ’ αλάτι!» (Χαρίλαος Φλωράκης)



ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΠΑΡΟΙΜΙΑ συνήθιζε να λέει ο Χαρίλαος Φλωράκης, σύμφωνα τουλάχιστον με τις διηγήσεις του Μίμη Ανδρουλάκη. «Όποιος κατουράει στη θάλασσα θα το ’βρει στ’ αλάτι». Πα να πει: προσέχετε τα λόγια σας και τις πράξεις σας γιατί μπορεί να στραφούν εναντίον σας.

Τη θυμόμαστε από προχθές, με κάποια πίκρα, εξ αφορμής τών συγκεντρώσεων στο Σύνταγμα, στο Λευκό Πύργο και σε άλλες πλατείες διαφόρων πόλεων. Γιατί τη θυμηθήκαμε όμως; Πού κολλάει στη συγκεκριμένη περίπτωση και προς τι η πίκρα;

Πού κολλάει; Όχι σε μια, όχι σε δυο, αλλά σε ...δυόμιση  περιπτώσεις! Θα αρχίσουμε από τη μισή. Κι αυτό, γιατί τυχαίνει να αφορά στην αφεντομουτσουνάρα μας, από την οποία και είμαστε ηθικά και πολιτικά υποχρεωμένοι να ξεκινήσουμε. Γιατί μισή; Γιατί εδώ η παροιμία τού τίτλου ισχύει σε μια παραλλαγή της: καλύτερα να μασάς παρά να μιλάς (στη συγκεκριμένη περίπτωση: καλύτερα να παίζεις πόκα παρά να πληκτρολογείς!).


ΣΕ ΕΝΑ POST που ανεβάσαμε στις 21 Φεβρουαρίου είχαμε επιλέξει για τίτλο έναν υποθετικό διάλογο, ο οποίος, με τη γνωστή αμετροέπεια[1] που μας χαρακτηρίζει, είχε διαμορφωθεί ως εξής:

«–Κι αν μέναμε στο Σύνταγμα; –‘‘Να κι αν μείνετε, να κι αν δεν μείνετε!’’».

Το post αφορούσε στο σύνθημα που είχε πέσει («Πάμε Σύνταγμα – Μένουμε Σύνταγμα!») για παραμονή στην πλατεία Συντάγματος μετά τη διαδήλωση τής απεργίας τής 23ης Φεβρουαρίου. Η προτροπή αυτή είχε πρωτογραφτεί στο editorial τού «Δρόμου» (12 Φεβρουαρίου) και, ταυτόχρονα, είχε κυκλοφορήσει ευρέως στο διαδίκτυο, όπου δημιουργήθηκε μάλιστα και συλλογικό blog από γνωστούς bloggers.

Εδώ θα μπορούσε κάποιος να μας στήσει στα έξι μέτρα! «Τι γράψατε εξυπνοπούλια μου; ‘‘Να κι αν μείνετε, να κι αν δεν μείνετε’’; Ε, να κι αν το γράψατε, να κι αν δεν το γράψατε! Η Πλατεία Συντάγματος κι άλλες πλατείες γέμισαν χθες, θα γεμίσουν και σήμερα, ίσως και αύριο και τις επόμενες μέρες, και δεν νομίζουμε ότι οι κυβερνώντες και οι πολιτικοί σφυρίζουν αδιάφορα. Για να τα λέμε όλα —έτσι δεν συνηθίζετε να γράφετε;— πιαστήκατε από τη μυτούλα σας όπως όλα τα ‘‘έξυπνα’’ πουλάκια!».

Από μια πρώτη ματιά έτσι είναι! Αλλά μόνο αν αυτή η πρώτη ματιά είναι από τις επιπόλαιες και επιφανειακές που αφθονούν στο διαδίκτυο. Δείτε τι γράφαμε σε κάποιο σημείο:

«Μπορεί η απουσία ενός βασικού, συνεκτικού και ρεαλιστικού σχεδίου, θεμελιωμένου στην αντιμετώπιση των ζητημάτων της άμεσης προτεραιότητας έτσι ώστε να μπουν οι βάσεις για την απεμπλοκή της χώρας από τη δίνη στην οποία έχει περιπέσει, μπορεί αυτή η απουσία (για την οποία οι ευθύνες βαραίνουν την όλη Αριστερά), να αναπληρωθεί από την παραμονή για μερικές ώρες κάποιων λίγων χιλιάδων στην πλατεία Συντάγματος;»

Και ρωτάγαμε σε μια σημείωση:

«Θα ήταν μόνο για ‘‘μερικές ώρες’’ και μόνο από ‘‘λίγες χιλιάδες’’ η κατάληψη, αν υπήρχε αυτό το απόν μέχρι στιγμής σχέδιο;»

Με το χέρι στην καρδιά: Ποιο από αυτά τα ερωτήματα ακυρώνουν οι χθεσινές και σημερινές συγκεντρώσεις; Μήπως εκείνο της σημείωσης; Μα αν οι ώρες πάνε να γίνουν ημέρες και οι λίγες χιλιάδες αποδεικνύονται περισσότερες παρά την απουσία σχεδίου, πόσο πιο ελπιδοφόρα θα ήταν τα πράγματα αν υπήρχε;

Βάζουμε κι εμείς με τη σειρά μας το χέρι στην καρδιά και ξεκαθαρίζουμε ότι καμία πίκρα για τους εαυτούς μας δεν αισθανθήκαμε από τις συγκεντρώσεις των Αγανακτισμένων Ελλήνων. Πολύ περισσότερο, που τα βέλη μας σ’ εκείνη την ανάρτηση του Φεβρουαρίου κατευθυνόντουσαν στο κομμάτι εκείνο τής Αριστεράς το οποίο καλούσε στη μετατροπή τής Πλατείας Συντάγματος σε Πλατεία Ταχρίρ χωρίς να έχει την παραμικρή ιδέα για το τι θα τους πει να κάνουν, αλλά και στην όλη Αριστερά που αδυνατεί να συγκροτήσει ένα μετωπικό σχέδιο διεξόδου για να συσπειρώσει τους εργαζόμενους που οδηγούνται στο χωρίς πάτο βαρέλι τής φτώχειας...


ΑΥΤΑ ΩΣ ΠΡΟΣ ό,τι αφορά σ’ εμάς. Πάμε τώρα στις δυο άλλες περιπτώσεις για τις οποίες η παροιμία του Χαρίλαου ταιριάζει φούστα-μπλούζα (© Αλέκα ;-) ). Θα τις εξετάσουμε εκ παραλλήλου.

Είναι οι δυο κύριες στάσεις/αντιδράσεις/αντιλήψεις τής Αριστεράς για τις συγκεντρώσεις τών Αγανακτισμένων. Στάσεις/αντιδράσεις/αντιλήψεις που διατρέχουν οριζόντια όλα τα κόμματα και τις οργανώσεις τής Αριστεράς.

Η πρώτη στάση είναι αυτή που λέει: «Πφ! Τι δουλειά έχουμε εμείς με όλη αυτή τη μικροαστίλα τών απολίτικων που τσουβαλιάζει κι εμάς και τα κόμματά μας και τους συνδικαλιστές μας στο ίδιο τσουβάλι με το σύστημα τής αστικής εξουσίας; Τι μας ενώνει με τους ‘‘επαναστάτες’’ τού facebook που δεν έχουν ακούσει καν το όνομα Λένιν (κι όσοι το έχουν ακούσει έχουν την εντύπωση ότι πρόκειται για κάποιον παλιό ξένο ποδοσφαιριστή τού Ολυμπιακού); Πώς θα ανακατευτούμε με όλα αυτά τα πίτουρα χωρίς να μας φάνε οι κότες;». Ακραία έκφραση αυτής τής στάσης, (όχι ότι είναι η μόνη· είναι απλώς η πιο ακραία από όσες περιέπεσαν στην αντίληψή μας) αποτέλεσε η Λιάνα Κανέλλη, η οποία, όπως μάθαμε, εξαπέλυε τους απαξιωτικούς μύδρους της κατά των Αγανακτισμένων σε κάποιο ραδιόφωνο, προχθές το βράδυ...

Εκ διαμέτρου αντίθετη στάση (όσο εκ διαμέτρου αντίθετη είναι η μια όψη ενός νομίσματος σε σχέση με την άλλη τού ιδίου νομίσματος) αυτή που λέει: «Θαύμα, θαύμα! Ένα νέο κίνημα γεννιέται! Ξοπίσω του κι εμείς!». Έχουμε κι εδώ παράδειγμα να αναφέρουμε. Και μάλιστα δυο! Το πρώτο είναι τα λόγια τού Αλέξη Τσίπρα, από ομιλία του στη Βουλή: «είχαμε την ομορφότερη πλατεία Συντάγματος απ’ όσες άλλες φορές έχω δει»![2] Το δεύτερο είναι χειρότερο, κρατηθείτε! Είναι ένα σημείο από τη διακήρυξη τού Μετώπου Αλληλεγγύης και Ανατροπής όπου διαβάζουμε (τα bold δικά μας):


Τι μας λέει εδώ το ΜΑΑ, με πρώτη-πρώτη τη τζίφρα του ηγέτη του, τού Αλέκου Αλαβάνου; Μας λέει ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος ούτε καμία ανάγκη να προσπαθούν τα αριστερά κόμματα να επεξεργάζονται πολιτικά σχέδια υπέρ τών εργαζομένων και σε αντιστοιχία με τις κοινωνικές διεργασίες. Αυτό μπορεί να το κάνει η «ελεύθερη», «πηγαία» και «αδιαμεσολάβητη» ενέργεια τού πλήθους. Και μπορεί να το κάνει δέκα φορές πιο σωστά και 100 φορές πιο αποτελεσματικά! Το ακούσατε; Το ακούσαμε, να λέτε! Ακούστε όμως κι ένα δικό μας ερώτημα που γεννιέται «πηγαία» στο φτωχό μας το μυαλό:

Είναι η μαλακία που έχει διατηρηθεί ως συνήθεια, παρά την ώριμη ηλικία, ή είναι το Αλτσχάιμερ που άρχισε νωρίς;


ΜΗ ΜΑΣ ΡΩΤΑΤΕ ποια από τις δυο κυρίαρχες στάσεις απέναντι σε φαινόμενα τύπου Αγανακτισμένων είναι χειρότερη και πιο καταστροφική. Να αποσύρεσαι, μακράν τής κοινωνίας, πίσω από τα τείχη τής όποιας οργανωμένης πρωτοπορίας έχεις ενταχθεί, ή να αυτοκαταργείσαι ως πολιτικό, συγκροτημένο σώμα, διαλυόμενος μέσα στο «δημοκρατικό» πλήθος; Δεν μπορούμε να επιλέξουμε μεταξύ Σκύλλας και Χάρυβδης. Ούτε μεταξύ τής αυτοκτονίας δι’ απαγχονισμού ή της πτώσης στον ακάλυπτο... Δεν μπορούμε, δεν ξέρουμε τι είναι χειρότερο. Ένα ξέρουμε:

Ότι όλοι αυτοί που ακολουθούν είτε τον έναν, είτε τον άλλο δρόμο κατουράνε στη θάλασσα. Και στις μαύρες μέρες που έρχονται θα το βρούνε στο αλάτι! Θα το βρούνε στο αλάτι όταν, άλλοι θα τους λένε «πού ήσασταν τόσο καιρό ‘‘σύντροφοι’’;», κι άλλοι «ποιοι ήσαστε εσείς και τι ξέρετε παραπάνω για να σας ακολουθήσουμε;»!


ΚΙ ΕΜΕΙΣ; Εμείς θα συνεχίσουμε να τραγουδάμε όχι για να ξεχωρίσουμε σύντροφέ μας απ’ τον κόσμο. Θα συνεχίσουμε να τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο. Αλλά να τον σμίξουμε ως ένα εμείς.

Πα να πει: Ως μια σταγόνα κόκκινο μελάνι σ’ ένα ποτήρι νερό. Όχι ως μια κουταλιά ζάχαρη...


[1] Αμετροέπεια, σύμφωνα με τις επικρίσεις εξ αριστερών. Σύμφωνα με τις εκ δεξιών (ή καραδεξιών), χουλιγκανισμός... ;-)

[2] Το ομορφότερο θέαμα τής πλατείας Συντάγματος για έναν ηγέτη τής Αριστεράς είναι οι αυθόρμητες συγκεντρώσεις τού πλήθους, χωρίς «κόμματα συνδικαλιστές και ιδεολογίες» —όπως αναφέρουν οι αγανακτισμένοι στις διακηρύξεις τους— κι όχι οι οργανωμένες! Ακριβώς όπως και για τους παρουσιαστές τής τηλεόρασης του ΣΚΑΪ!... Πού να τα πεις αυτά ρε «πούστη» μου και να σε πιστέψουνε!...


Η photo, τού Angel kkakmisa από το aformi.gr

Δευτέρα, 23 Μαΐου 2011

Έχει πλάκα να ψάχνεις την Αριστερά, όταν αυτή κρύβεται πίσω από το δάχτυλό της!...



ΚΑΠΩΣ ΕΤΣΙ δεν πήγαινε μια παλιότερη διαφήμιση; Έχει πλάκα να ψάχνεις το Joker; Ε, το ίδιο μπορείς να πεις και για την Αριστερά, με τις απαραίτητες αντικαταστάσεις και συμπληρώσεις, που παρουσιάζονται στον τίτλο τού σημερινού μας σημειώματος.


ΚΑΝΑΜΕ ΜΙΑ ΓΕΝΝΑΙΑ απόπειρα να καταμετρήσουμε τις προσκλήσεις του ΚΚΕ προς τον κόσμο να «ξεσηκωθεί». Και προσπαθήσαμε με όσο σθένος διαθέτουμε να εντοπίσουμε όλα τα γάντια που ρίχνει ο Αλέξης Τσίπρας περί εκλογών, με τις οποίες «απειλεί», ως «αντισυστημικός», το σύστημα. Και ορκιστήκαμε ότι, ακόμα κι αν έπρεπε να πεθάνουμε για να καταγράψουμε το σύνολο τών αναφορών τής επονομαζόμενης επαναστατικής Αριστεράς στην «ανατροπή με αντικαπιταλιστική κατεύθυνση», θα το κάναμε. Φευ!... Παρά το ότι «κλέψαμε» και λίγο και περιοριστήκαμε στον τρέχοντα μήνα, ηττηθήκαμε κατά κράτος! Και παρατήσαμε την προσπάθεια έντρομοι, πριν φτάσουμε καλά-καλά στη μέση...


ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΞΥΠΝΑΕΙ τις ηγεσίες(;) τής Αριστεράς. Και δικαίως οι Ισπανοί που γεμίζουν τις πλατείες μάς έχουν κάνει την «τιμή» να λένε σε ένα σύνθημά τους «Μη φωνάζετε δυνατά, θα ξυπνήσετε τους Έλληνες», όπως μάθαμε ότι πληροφόρησε σήμερα τους ακροατές του ο ραδιοσταθμός του ΣΥΝ —τι κωμική ειρωνεία! Συνεχίζουν «δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα[1] να προσμένουν, ίσως, κάποιο θάμα»...


ΠΡΟΣΜΕΝΟΝΤΑΣ, λένε και καμιά μαλακία για να περνά η ώρα. Μαλακίες τύπου «εμείς τα έχουμε πει έγκαιρα» (δηλαδή, ό,τι ακούμε στις ποδοσφαιροκουβέντες: π.χ.: «δεν τα ’λεγα εγώ ότι ο Νίνης είναι λίγος;»). Ή μαλακίες τύπου «με το Μνημόνιο 2 έρχονται νέα επώδυνα μέτρα» (απλώς «επώδυνα» μέτρα(!), όταν προγραμματίζεται με ελεγχόμενη(;) έκρηξη η κατεδάφιση τών πάντων κι όταν, επί τής ουσίας, δεν υπάρχει πλέον ούτε στοιχειωδώς κυρίαρχο ελληνικό κράτος![2]). Ή μαλακίες τύπου «εμπρός για την αντικαπιταλιστική επανάσταση!» (αντικαπιταλιστική επανάσταση που, ακόμα κι αν ως εκ θαύματος γινόταν, ακόμα κι αν νικούσε, δεν θα τη στήριζε ο «απελευθερωμένος λαός» —με τα μυαλά που κουβαλάει ύστερα από δεκαετίες πλύσης εγκεφάλου— ούτε για τρεις βδομάδες!).


ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΑΠΕΛΠΙΣΙΑ ΜΑΣ, είπαμε να πιαστούμε από την «Αριστερά τής Ευθύνης», τη ΔΗΜΑΡ. Τι το θέλαμε;[3]. Εκεί πάθαμε το Βατερλό μας! Πέσαμε πάνω σε ένα post οπαδού της όπου περιγράφεται το ζοφερό μας μέλλον με ψυχρότητα «αντικειμενικού» αγγλοσάξονα δημοσιογράφου τού «Economist», πράγμα που μας έκανε να συνειδητοποιήσουμε ότι η ΔΗΜΑΡ, ακριβώς επειδή είναι «υπεύθυνη», δεν σκοπεύει να το κουνήσει από τη θέση τού θεατή ούτε με βίντσι! Το πολύ-πολύ να αφιερώσει το χρόνο της για να βρει τις πιθανές συγκλίσεις με την «άλλη», την «κυβερνώσα αριστερά» ντε!...


ΕΤΣΙ, ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ τραγουδάμε (αλλά σε αριστερή εκτέλεση, αυτό να λέγεται!) το «Que sera sera». Ό,τι είναι να γίνει, θα γίνει. Σωστά, ολόσωστα. Ό,τι είναι να γίνει, θα γίνει. Εκτός βέβαια από αυτό που πρέπει να γίνει! Δηλαδή ένα Πολιτικό Μέτωπο με τους απαραίτητους μίνιμουμ στόχους και την αντίστοιχη στρατηγική, για να αποτρέψουμε την υλική και ηθική καταστροφή τής κοινωνίας.


ΕΙΧΕ ΔΙΚΙΟ Ο ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ. Ο Κύριος είναι δεξιός! Δεν εξηγείται αλλιώς να μας έχει μωράνει τόσο πολύ...


[1] Αλλά και «πονηροί» και κουτοπόνηροι και αφελείς...

[2] Το ότι δεν υπάρχει ελληνικό κράτος θάβεται δια λόγους «ιδεολογικής καθαρότητας». Δεν υπάρχουν έθνη-κράτη. Υπάρχουν μόνο κοινωνικοί σχηματισμοί!

[3] Εντάξει, εντάξει. Αλλά δεν λένε ότι η απελπισία είναι κακός σύμβουλος; ;-)


Το γκράφιτι δικό μας

Σάββατο, 21 Μαΐου 2011

Το αίμα κυλάει, αλλά τι ζητάει; (The knockout round)


Κανονικά, αυτή η ανάρτηση δεν θα είχε όλη την πρώτη σελίδα δική της. Θα ανέβαινε ως συμπλήρωμα τής αμέσως προηγούμενης. Ορισμένες απρόσμενες εξελίξεις όμως μας έκαναν να «στρίψουμε» και να της δώσουμε το δικό της χώρο. Οι απρόσμενες εξελίξεις ήταν (κατά βάση) μια: Για πρώτη φορά στα ιστορικά αυτού τού blog δεν υπήρξε ούτε μια (αριθμός: 1) απάντηση στο προχθεσινοβραδινό μας κουίζ. Κι αυτό, παρά το γεγονός ότι πρέπει να ήταν μάλλον και το ευκολότερο από όσα έχουμε σκαρφιστεί. Έχουμε την πεποίθηση ότι αυτή την ευκολία θα τη διαπιστώσετε εκ των υστέρων πολλοί από εσάς όταν διαβάσετε τη λύση του.

Για να συνδεθούμε με το προηγούμενο post και να σας απαλλάξουμε από το μπρος-πίσω, ή μάλλον το πάνω-κάτω, να θυμίσουμε τα βασικά.

Στην προσπάθειά μας να ξεμπερδεύουμε μια και καλή με την ανοησία ότι όσοι αριστεροί υποστηρίζουν ότι η σύγχρονη μετανάστευση έχει και προβληματικές πλευρές (συνεπώς, κατ’ αυτή την έννοια, μπορούμε και πρέπει να μιλάμε για μεταναστευτικό πρόβλημα) μετατρέπονται σε χαλίφηδες (ακροδεξιοί) στη θέση τού χαλίφη (ακροδεξιά ιδεολογία) κάναμε το εξής (το παραθέτουμε κατά φάσεις):

ΦΑΣΗ ΠΡΩΤΗ: Διατυπώσαμε το συμπέρασμα που εξάγεται, σύμφωνα με το φτωχό μας το μυαλό, από τις δυο συνεχόμενες αναρτήσεις (εδώ κι εδώ) κάποιου blog στις οποίες μας παρέπεμψε ο φίλος αναγνώστης μας zalion. Το συμπέρασμα αυτό ήταν το εξής:

Ναι, όταν ένας αριστερός μιλάει για μεταναστευτικό πρόβλημα έχει διαβεί ήδη τον Ρουβίκωνα που τον χωρίζει από την ακροδεξιά. Γιατί απλούστατα ακυρώνει μεν τον ακροδεξιό λόγο, αλλά μόνο και μόνο επειδή μετατρέπεται ο ίδιος σε ακροδεξιό!

Εδώ μια μικρή παρένθεση: (Σε όσους πιστεύουν καλόπιστα ότι με την παραπάνω διατύπωση υπονοούμε πως στις δυο προαναφερθείσες και λινκαρισμένες αναρτήσεις υποστηρίζεται ότι ο Ρινάλντι και οι περί αυτόν ντύνονται τα βράδια μαυροσκουφίτσες και κυνηγάνε μετανάστες, θα θέλαμε να θυμίσουμε —σε παραλλαγή— ένα πασίγνωστο ρητό: Δείχνανε σε κάποιον το φεγγάρι κι εκείνος δεν έβλεπε ούτε το δάχτυλο! Σε όσους το πιστεύουν «εκ του πονηρού», θα θέλαμε να προτείνουμε να «παίξουν παρακάτω» γιατί τα παιδάκια εδώ τυχαίνει να είναι αγοράκια και τις κουμπάρες δεν τις παίζουν!) Έκλεισε η παρένθεση και προχωράμε.

ΦΑΣΗ ΔΕΥΤΕΡΗ: Πήραμε αυτή τη δική μας διατύπωση και τη «γυρίσαμε» τα μέσα έξω —ακριβέστερα: τα αριστερά δεξιά! (Τα εισαγωγικά τα βάλαμε για να δυσκολέψουμε κάπως ένα πανεύκολο κουίζ). Μετά το «γύρισμα» η διατύπωση πήρε αυτή τη μορφή:

«Ναι, όταν ένας αστός μιλάει για πρόβλημα ανεργίας έχει διαβεί ήδη τον Ρουβίκωνα που τον χωρίζει από τον σοσιαλισμό. Γιατί απλούστατα ακυρώνει μεν τον σοσιαλιστικό λόγο, αλλά μόνο και μόνο επειδή μετατρέπεται ο ίδιος σε σοσιαλιστή!».

ΦΑΣΗ ΤΡΙΤΗ: Διατυπώσαμε το ερώτημα για ποιον έχει ειπωθεί αυτή η (εκ δεξιών) κατηγορία, η οποία προέκυψε από το «γύρισμα» που κάναμε εμείς σε μια κατηγορία εξ αριστερών. Πέρασαν οι 24 ώρες και τα δυο λεπτά, κοντεύουν να περάσουν άλλες τόσες, απαντήσεις, όπως είπαμε, γιοκ. Ok, και η υπομονή έχει τα όριά της! Τα μολύβια κάτω, παραδώστε τίς έτσι κι αλλιώς λευκές κόλλες σας κι ακούστε προσεκτικά την απάντηση στο ερώτημα ποιος αστός κατηγορήθηκε ως σοσιαλιστής.

Ταρά τα τάμ!... Ταρά τα τάμ!...

Αγαπητές αναγνώστριες και αναγνώστες, αγαπητές φίλες και φίλοι, αγαπητές συντρόφισσες και σύντροφοι, κυρίες και κύριοι,

Σας παρουσιάζουμε τον Μεγάλο Αιρετικό Διανοητή, τον Μεγάλο Εστέτ Τυχοδιώκτη, τον Μεγάλο Φαντασιόπληκτο Πραγματιστή, τον άνθρωπο για τον οποίο ο Μπέρτραντ Ράσελ είχε πει «κανένας έπαινος δεν είναι αρκετός!», τον άνθρωπο που πλούτισε με μισής ώρας απασχόληση κάθε μέρα, κι αυτό ενώ έπαιρνε το πρωινό του στο κρεββάτι, τον άνθρωπο που έπαιζε μπριτζ σαν σπεκουλαδόρος και έριχνε πασιέντζες σαν στατιστικολόγος, τον άνθρωπο που έγραψε σε ένα φίλο του, όταν ακόμα ήταν άφραγκος, «θέλω να διευθύνω μια εταιρία σιδηροδρόμων ή να οργανώσω ένα Τραστ ή, τουλάχιστον, να βγάλω λεφτά εξαπατώντας το επενδυτικό κοινό», αυτόν που έμεινε στην Ιστορία ως «ο άνθρωπος που έσωσε τον καπιταλισμό»!

Σας παρουσιάζουμε τον κύριο John Maynard Keynes!

A commie, faggot and son of a bitch!

Δηλαδή «ένα κουμμούνι και αδερφάρα και πουτάνας γιός». Κάπως έτσι αποκαλούσαν στις ΗΠΑ τον Κέινς οι υπεραντιδραστικοί κύκλοι τού μακαρθισμού, στη δεκαετία του ’50.

Γιατί τον θεωρούσαν ‘κουμμούνι’;

Γιατί απλούστατα είχε τη διορατικότητα να δει ότι αν οι φιλελεύθερες αστικές δημοκρατίες του Μεσοπολέμου δεν έλυναν το πρόβλημα τής χαμηλής ζήτησης που αλληλοδιαπλεκόταν τόσο στενά με το πρόβλημα τής τρομακτικής ανεργίας ώστε να αποτελεί έναν άλλο ορισμό της, όδευαν ολοταχώς προς τη διάλυση και, στο βάθος, προς τον «μπολσεβικισμό». Πράγμα που τον είχε οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι το κράτος έπρεπε να παρέμβει αποφασιστικά και να γίνει ο Μεγάλος Εργοδότης μέχρι να ξαναπάρει η μηχανή τής (καπιταλιστικής) οικονομίας μπροστά. Αυτό το πίστευε τόσο βαθιά που λέγεται ότι σε μια δραματική αποστροφή του είχε πει: «Ακόμα κι αν δεν υπάρχει καμία πραγματική δουλειά που να έχει νόημα, το κράτος πρέπει να πληρώνει τους μισούς εργάτες για να ανοίγουν τρύπες στους δρόμους και τους άλλους μισούς για να τις κλείνουν»!

Και πού θα έβρισκε τα λεφτά το κράτος για να βάλει τους εργάτες να ανοιγοκλείνουν τρύπες; Από δανεισμό κι από την αύξηση τής φορολογίας στην πλούσια τάξη. Δηλαδή τους καπιταλιστές. Αυτό, φυσικά, δεν άρεσε καθόλου σε όσους ενέπιπταν σ’ αυτή την κατηγορία. Κι όταν συνειδητοποίησαν πως αυτό που γινόταν ήταν να παίρνει χρήματα από αυτούς το κράτος για να τα δίνει στους φτωχούς, εξαγριώθηκαν. (Φυσικά, κι αυτό το ξέρουμε καλά τώρα πια, ο βαθμός εξαγρίωσής τους διαμορφωνόταν αντιστρόφως ανάλογα με το διανοητικό τους επίπεδο: όσο πιο ηλίθιοι ήταν, τόσο περισσότερο εξαγριωνόντουσαν!). Κάπως έτσι κατέληξε ο φουκαράς ο Κέινς «a commie, faggot and son of a bitch»…

Και βέβαια —αυτό κι αν το ξέρουμε καλά εμείς οι αριστεροί— στις θεωρίες του Κέινς πάτησε μεταπολεμικά η διαρκώς μεταλλασσόμενη ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, για να εδραιώσει την ηγεμονία της μέσα στην εργατική τάξη έναντι τής κομμουνιστικής Αριστεράς...

Αντί επιλόγου

Όσο ‘commie’ ήταν ο Κέινς, άλλο τόσο «μεταλλαγμένος αριστερός σε ακροδεξιό» είναι κι ο Ρινάλντι (κι εμείς και πολλοί άλλοι). Κι όσο κοντόθωροι, στενόμυαλοι, δογματικοί ήταν αυτοί που πίστευαν κάτι τέτοιο για εκείνον, επειδή αναγνώρισε το πρόβλημα τής ανεργίας και διείδε τις συνέπειές του, άλλο τόσο κοντόθωροι, στενόμυαλοι και δογματικοί είναι κι όσοι υποστηρίζουν κάτι ανάλογο για εκείνους τους αριστερούς που αναγνωρίζουν και πρόβλημα στο σύγχρονο μεταναστευτικό ζήτημα και διαβλέπουν τις συνέπειές του.

Τι τους έχει οδηγήσει να σκέπτονται έτσι αυτούς τους «Ultra αριστερούς»; Έχουμε κάμποσες ιδέες, αλλά δεν είναι τής παρούσης.

Εκείνο που έχει σημασία είναι να γίνει κατανοητό το εξής:

Μια πρόχειρη, επιφανειακή, τεμπέλικη και, τελικά, ηλίθια σκέψη μπορεί να οδηγήσει κάποιον στο συμπέρασμα ότι αυτός που ρουφάει το δηλητήριο μιάς οχιάς από την πληγή ενός θύματός της γίνεται κι ο ίδιος οχιά, απλώς σε άλλη μορφή!

Τρέφουμε τη βαθιά πεποίθηση ότι, ως Αριστερά, δεν έχουμε το παραμικρό περιθώριο για τέτοιες πρόχειρες, επιφανειακές, τεμπέλικες και, τελικά, ηλίθιες σκέψεις.

Οι αληθινές οχιές έχουν βγει ήδη έξω. Εκείνο που προέχει είναι να τους βγάλουμε το δηλητήριο. Ρουφώντας το; Ρουφώντας το! Ακόμα κι αν κάποιοι δικοί μας μάς κατηγορούν ότι έχουμε μεταμορφωθεί σε οχιές, εκείνο που προέχει είναι να τους βγάλουμε το δηλητήριο!...


Η εικόνα, από το oynagki.pblogs.gr (σε δική μας αρίθμηση πάλι).

Πέμπτη, 19 Μαΐου 2011

Το αίμα κυλάει, αλλά τι ζητάει; (Round two)


ΜΕΓΑΛΗ ΚΟΥΒΕΝΤΑ άναψε στην προηγούμενη ανάρτηση. Μπορεί να ξεστράτισε κάποιες στιγμές σε κομματικές αντιπαραθέσεις (τ’ είχες Αριστερά, τ’ είχα πάντα!), αλλά κουβέντα έγινε. Αντιδρώντας εν θερμώ, είπαμε να την ανανεώσουμε μ’ αυτό το σημείωμα.

Μια παραπομπή του φίλου zalion σε δυο αναρτήσεις ενός άλλου blogger (εδώ κι εδώ) εστίασε την κουβέντα στο εξής ερώτημα:

Δεν είναι άραγε η παραδοχή ότι το (σύγχρονο) μεταναστευτικό ζήτημα συνιστά, από ορισμένες απόψεις, και πρόβλημα, μια διολίσθηση σε ακροδεξιές θέσεις, αφού κι εκείνες εστιάζουν στο ότι οι μετανάστες αποτελούν πρόβλημα;

Η στροφή τής κουβέντας έγινε δυνατή, γιατί οι δυο αναρτήσεις που προαναφέραμε είχαν ως κεντρικό άξονα αυτό ακριβώς το ερώτημα, στο οποίο και έδιναν καταφατική απάντηση:

Ναι, όταν ένας αριστερός μιλάει για μεταναστευτικό πρόβλημα έχει διαβεί ήδη τον Ρουβίκωνα που τον χωρίζει από την ακροδεξιά. Γιατί απλούστατα ακυρώνει μεν τον ακροδεξιό λόγο, αλλά μόνο και μόνο επειδή μετατρέπεται ο ίδιος σε ακροδεξιό!


ΔΕΝ ΘΑ ΣΑΣ ΚΟΥΡΑΣΟΥΜΕ εδώ με αναλύσεις επί αναλύσεων που εξηγούν γιατί θεωρούμε πως μια τέτοια άποψη είναι εξωγήινη (= εκτός τόπου και χρόνου, ερήμην τής πραγματικής ζωής, κ.λπ., κ.λπ). Το κάναμε, έστω και πρόχειρα, με μακροσκελές τετραπλό σχόλιο προς τον φίλο zalion κι όποιος θέλει μπορεί να κλικάρει εδώ. Θα περιοριστούμε σε πολύ λιγότερα λόγια. Τουλάχιστον για σήμερα.


ΘΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΛΟΙΠΟΝ το εξής απλό: Θα πάρουμε το συμπέρασμα αυτού του blogger στον οποίο μας παρέπεμψε ο φίλος zalion, ένα συμπέρασμα που, όπως είναι γνωστό το έβγαλε για τον Ρούντι Ρινάλντι και, ασφαλώς, τους «ομοίους του», και θα το επαναλάβουμε αυτούσιο. Σχεδόν λέξη προς λέξη. (Λέμε σχεδόν, γιατί κάνα-δυό θα τις αλλάξουμε). Και μετά, θα σας ζητήσουμε, να μας πείτε ως αύριο τέτοια ώρα, για ποιον άνθρωπο ειπώθηκαν. (Μη ξεχνάτε ότι μας αρέσει, πού και που, να σας βάζουμε κάποιο κουίζ και έχει περάσει κάμποσος καιρός από το τελευταίο). Σύμφωνοι; Ωραία!

Λοιπόν, για ποιον ειπώθηκαν τα παρακάτω λόγια;

«Ναι, όταν ένας αστός μιλάει για πρόβλημα ανεργίας έχει διαβεί ήδη τον Ρουβίκωνα που τον χωρίζει από τον σοσιαλισμό. Γιατί απλούστατα ακυρώνει μεν τον σοσιαλιστικό λόγο, αλλά μόνο και μόνο επειδή μετατρέπεται ο ίδιος σε σοσιαλιστή!».


ΑΝΤΕ ΛΟΙΠΟΝ ξεφτέρια μας. Έχετε 24 ώρες και δύο λεπτά. Μέχρι αύριο στις δέκα το βράδυ που θα ολοκληρώσουμε την ανάρτηση. Μπας και ξεχωρίσουμε τους αριστερούς από τους ακροδεξιούς επιτέλους! ;-)


Η εικόνα, από το oynagki.pblogs.gr (αριθμημένη όμως από εμάς αυτή τη φορά).

Δευτέρα, 16 Μαΐου 2011

Το αίμα κυλάει, αλλά τι ζητάει;


Η προηγούμενη εβδομάδα πρόσφερε άφθονο αίμα. Πρώτο κύλισε το αίμα του Μανώλη Καντάρη που πέθανε τα ξημερώματα της Τρίτης για μια κάμερα, μαχαιρωμένος από αλλοδαπή συμμορία κακοποιών. Την Τετάρτη ήταν η σειρά δεκάδων διαδηλωτών που χτυπήθηκαν με μανία από τα ΜΑΤ. Πιο άτυχος από όλους ο Γιάννης Καυκάς που έφτασε στο νοσοκομείο της Νίκαιας σε προθανάτια κατάσταση, όπως ανακοίνωσαν οι γιατροί, κι ακόμα δεν έχει ξεπεράσει τον κίνδυνο να χάσει τη ζωή του. Αργότερα, λίγο μετά τα μεσάνυχτα ένας νεαρός από το Μπαγκλαντές μαχαιρώνεται στα Κάτω Πατήσια, πιθανότατα από Έλληνες «εκδικητές», και πεθαίνει λίγο αργότερα στο νοσοκομείο. Πέμπτη και Παρασκευή, συμμορίες ακροδεξιών τραμπούκων και εν δυνάμει δολοφόνων εξαπολύουν πογκρόμ κατά μεταναστών στο κέντρο της Αθήνας, αλλά και στην Κυψέλη και στα Πατήσια με δεκάδες τραυματίες. Και προχθές το Σάββατο, στο αστυνομικό τμήμα της Καλλιδρομίου, μολότωφ και εμπρησμοί από κουκουλοφόρους «αγνώστου κατασκευής και προελεύσεως», με τρεις πολίτες στο νοσοκομείο από εγκαύματα —ο ένας μεταξύ ζωής και θανάτου.

Πολύ αίμα και δεν μπορούμε να καταπιαστούμε με όλο σήμερα. Θα ασχοληθούμε με το αίμα του κοινωνικού εγκλήματος (εδώ εντάσσεται η περίπτωση Μανώλη Καντάρη) και το αίμα του πολιτικού εγκλήματος (περίπτωση του νεαρού Μπαγκλαντεσιανού και όλων αυτών των μεταναστών που κατέληξαν στα νοσοκομεία χτυπημένοι από τις ακροδεξιές συμμορίες). Και θα ασχοληθούμε με αυτές τις δυο περιπτώσεις, γιατί, αν και είναι σ’ αυτές που το φαινόμενο των συγκοινωνούντων δοχείων παρουσιάζεται με τη μεγαλύτερη ευκρίνεια (υπάρχει καμία αμφιβολία επ’ αυτού;), είναι ταυτόχρονα και σ’ αυτές που η ανεπάρκεια τής Αριστεράς να παρέμβει αποτελεσματικά, ή έστω υπολογίσιμα, παρουσιάστηκε σε όλη της τη «μεγαλοπρέπεια». Παρουσιάστηκε σε όλη της τη «μεγαλοπρέπεια», τουλάχιστον σε όσους είχαν μάτια για να δουν.

Μεροληψία, όχι επιλεκτικότητα

Τι είδαν αυτοί οι προσεκτικοί παρατηρητές; Είδαν ένα υπολογίσιμο κομμάτι της Αριστεράς να εστιάζει όλη την προσοχή της και τα πυρά της στο πολιτικό έγκλημα και να αγνοεί ή να υποβαθμίζει το κοινωνικό, παρά το γεγονός πως αυτό το δεύτερο αποτέλεσε το εφαλτήριο επάνω στο οποίο πάτησαν οι ακροδεξιοί τραμπούκοι για να ξαμολυθούν στους δρόμους. Εκεί που υπάρχουν συγκοινωνούντα δοχεία, αυτό το κομμάτι τής Αριστεράς είδε μόνο το ένα και προσπάθησε να το ταπώσει, αγνοώντας το άλλο που το τροφοδοτεί. Πώς συνέβη αυτό; Συνέβη μέσα από μια ακολουθία πραγματολογικών λεπτομερειών και «ενστικτώδους» (μηχανικής) αντίδρασης εξ αριστερών.

Εξ αρχής, ο φόνος του Καντάρη συνδέθηκε με αλλοδαπούς και μάλιστα αφρικανικού «χρώματος», σύμφωνα τουλάχιστον με όσα γράφεται ότι κατέγραψαν οι κάμερες. Αυτό σήμανε συναγερμό: «υποβαθμίζουμε το θέμα για να μη ρίξουμε κι εμείς λάδι στη φωτιά που θα ανάψουν οι ακροδεξιοί ρατσιστές». Μια τέτοια όμως φοβική αντίδραση, εκτός του ότι δίνει δικαίωμα να κατηγορηθείς για «θετικό ρατσισμό» (ίδια θα ήταν η αντίδραση αν οι φονιάδες ήταν Έλληνες;), δείχνει πως έχεις μπερδέψει την κοινωνική μεροληψία με την επιλεκτική ανάγνωση τής πραγματικότητας! Και στην περίπτωση του κοινωνικού εγκλήματος, δείτε τι παραβλέπει αυτή η επιλεκτική ανάγνωσή του:

Όπου φτωχός και τι;

Το υπόβαθρο τού κοινωνικού εγκλήματος, στο συντριπτικό του ποσοστό, είναι οικονομικό. Είτε μιλάμε για συμμορίες που το κύριο επάγγελμά τους είναι ένοπλες ληστείες τραπεζών, είτε μιλάμε για φτωχοδιάβολους πορτοφολάδες, είτε μιλάμε για ερασιτέχνες μπουκαδόρους σπιτιών που ψάχνουν απεγνωσμένα στα συρτάρια, μπας και βρουν λίγα ευρώ για να συμπληρώσουν τα λεφτά που χρειάζονται για την επόμενη δόση τους, είτε για τις ενδιάμεσες καταστάσεις, ισχύει πάντα αυτό που λένε: follow the money. Και το ίδιο ισχύει βέβαια και στην τραγική περίπτωση τού Μανώλη Καντάρη. Επομένως, αυτό που φουντώνει το κοινωνικό έγκλημα, αυτό που σπρώχνει τους ανθρώπους στην παραβατικότητα και τροφοδοτεί με «εργατικό δυναμικό» τα αφεντικά τού υποκόσμου είναι η φτώχεια και η εξαθλίωση που γεννά. Γίνονται όλοι οι φτωχοί εγκληματίες; Όχι βέβαια. Αλλά και κανείς που γίνεται φονιάς για μία κάμερα δεν μπορεί να ανήκει σε άλλη κατηγορία από αυτή του εξαθλιωμένα φτωχού. Μια ακραία επιβεβαίωση της λαϊκής επωδού «όπου φτωχός κι η μοίρα του», καθώς η «μοίρα» των συγκεκριμένων φτωχών τούς  οδήγησε στο φόνο... Υπάρχει καμία αντίρρηση ως εδώ; Όχι. Πολύ φοβόμαστε ότι θα υπάρχει παρακάτω. Και το παρακάτω είναι η εξής αλήθεια που, παρά το ότι την ξέρουμε όλοι, πολλοί από εμάς προτιμάμε να την κρύβουμε κάτω από το χαλί (ή ανάμεσα σε σελίδες γραφτών τού Μαρκούζε, του Νέγκρι, του Αγκάμπεν ή του Μπαντιού...):

Η μαζική εισροή μεταναστών στη χώρα μας (ή στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό, αν προτιμάτε), εισροή που οφείλεται στο ότι η Ελλάδα αποτελεί την κύρια πύλη εισόδου προς την Ευρώπη, έχει συνεισφέρει σημαντικά στην κατακόρυφη αύξηση του ποσοστού τών φτωχών στην Ελλάδα και σε συνδυασμό με την επελαύνουσα φτώχεια ελέω χρέους, Μνημονίου κ.λπ., κ.λπ, όλο και θα πυκνώνει τις τάξεις, όχι μόνο του εφεδρικού στρατού των ανέργων, αλλά και αυτού τής παραβατικότητας και εγκληματικότητας. Όχι βέβαια γιατί οι μετανάστες έχουν «χαλασμένο αίμα», επειδή προέρχονται τάχα από «κακές ράτσες». Αλλά γιατί, πολύ απλά, είναι φτωχοί, και μάλιστα, σε μεγάλο ποσοστό, εξαθλιωμένα φτωχοί!

Χυμένο αίμα, χαμένο αίμα;

Ας μη γίνει έτσι. Ας μην πάει τελείως χαμένο το αίμα του Μανώλη και του νεαρού από το Μπαγκλαντές. Ας γίνει αφορμή για να δούμε όλο το πρόβλημα. Κι αν το δούμε έτσι, στην ολότητά του, θα πάψουμε να αδιαφορούμε για τα προβλήματα ασφάλειας των κατοίκων του κέντρου και των περιοχών που γκετοποιούνται αργά (ή λιγότερο αργά), αλλά σταθερά. Και τότε θα πάψουμε να στέλνουμε ανθρώπους «πακέτο» στην ακροδεξιά και τη Χρυσή Αυγή που σπεύδουν να εκμεταλλευτούν τον ανθρώπινο φόβο και να παρουσιάζονται σαν «φύλακες άγγελοι» —πράγμα που μπορούν να κάνουν, γιατί εμείς, πολλές φορές, δείχνουμε να μην ακούμε αυτό το φόβο.

Μας χαροποιεί το γεγονός ότι έχουν αρχίσει να ακούγονται κάποιες φωνές πιο «έγκυρες» απ’ τις δικές μας που επισημαίνουν με παρρησία το πρόβλημα. Μας χαροποιεί λόγου χάρη το γεγονός ότι ο Ρινάλντι γράφει στον τελευταίο «Δρόμο»: «Δεν είναι ρατσισμός, για παράδειγμα, να μη θέλουν οι κάτοικοι μιας περιοχής να κερδίζουν το χώρο τους νταβατζήδες και συμμορίες, κι όχι τυχαία αυτά πολλαπλασιάζονται με την άφιξη και την εγκατάσταση στις περιοχές αυτές χιλιάδων μεταναστών». Μας χαροποιεί το γεγονός ότι στη χθεσινή «Αυγή» ο Δημήτρης Χριστόπουλος, Πρόεδρος τής Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, υποστηρίζει: «Γιατί όμως να αφήσουμε στη Χρυσή Αυγή το μονοπώλιο του θρήνου τής Ηπείρου και 3ης Σεπτεμβρίου; Γιατί για ακόμη μια φορά χαρίζουμε στην ακροδεξιά την ευχαρίστηση να εκφράσει αυθεντικά τη λαϊκή αγανάκτηση πάνω στο φέρετρο του ανθρώπου αυτού; Τι σόι πολιτικά αντανακλαστικά είναι αυτά που μας κάνουν να καταδικάζουμε το ένα έγκλημα (και καλά κάνουμε) και να ξεχνάμε το άλλο;».

Δεν θέλετε να ακούσετε εμάς που «τα γράφουμε περίεργα» και «δεν μας καταλαβαίνετε» και αναρωτιέστε «ποιοι είμαστε» και ποιο είναι «το ποιόν μας»; Μας θεωρείτε συνοδοιπόρους του Καρατζαφέρη; Εθνοκομμουνιστές; Υπόπτου πολιτικής ηθικής; Όπως αγαπάτε.

Ακούστε όμως τουλάχιστον αυτούς. Κι αν θεωρείτε και τον Ρινάλντι «γεροσταλίνα που ψάχνει για γκόμενες», και επομένως αναξιόπιστο, ξεγράψτε τον κι αυτόν κι ακούστε τον Χριστόπουλο.

Τι διάολο! Δεν μπορεί να είμαστε όλοι διαβρωμένοι από τον εθνικισμό!


Η εικόνα, από το oynagki.pblogs.gr

Δευτέρα, 9 Μαΐου 2011

–Μα πώς γίνεται ο αντιεθνικισμός να συναντά τον αντικομμουνισμό; Γίνεται; –Ναι, αγαπητοί σύντροφοι Αόμματε και Στενόμυαλε! Γίνεται και παραγίνεται!


ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ (και το μάθαμε) στο χθεσινό «Πριν», σε μια mini βιβλιοπαρουσίαση από τον Γιώργο Λαουτάρη: Εκδόθηκε πρόσφατα ένα βιβλίο («Η πολιτική βία είναι πάντοτε φασιστική», Εκδόσεις Διάπυρον) στο οποίο 22 κοινωνικοί ακτιβιστές, μέλη διαφόρων κινημάτων, καταθέτουν τις απόψεις τους για το φαινόμενο της πολιτικής βίας. Η αφορμή η οποία τους ενέπνευσε να ασχοληθούν με αυτό το ζήτημα ήταν ο εμπρησμός, πέρυσι, της Μαρφίν, που κατέληξε στον τραγικό θάνατο τριών εργαζομένων. Όμως, στα κείμενα προσεγγίζουν το θέμα της βίας σε συνάρτηση και με άλλα γεγονότα της πρόσφατης συγκυρίας, όπως τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 2008, ή ο θάνατος του μικρού Αφγανού, πριν από δυο χρόνια, από την αυτοσχέδια και «αδέσποτη» βόμβα. Σύμφωνα με τον αρθρογράφο, τα γραφόμενα του οποίου δεν έχουμε κανένα λόγο να αμφισβητήσουμε, «[…] παρόλο που ο τόμος ξεκινά με τα ανθρωπιστικά ιδεώδη της μη βίας, καταλήγει εύκολα στην υπέρ-αντιδραστική τάση που ταυτίζει άκριτα και ανεδαφικά μια απελευθερωτική δυναμική εκατομμυρίων ανθρώπων, τον κομμουνισμό, με την πιο μαύρη σελίδα της πολιτικής ιστορίας, το φασισμό».

Ούτε οι πρώτοι, ούτε οι τελευταίοι! Δεν θα ασχοληθούμε όμως σ’ αυτό το σημείωμα με το συγκεκριμένο ζήτημα. Η ταύτιση του «μαύρου και του κόκκινου ολοκληρωτισμού»[1] είναι ένα παλιό, κλασικό όπλο της αντικομμουνιστικής προπαγάνδας. Ως τέτοιο, βρίσκεται σταθερά στο στόχαστρό μας, και οι ευκαιρίες δεν θα λείψουν. Άλλο θέλουμε να πούμε σήμερα.

Χαρακτηρίσαμε πριν το παιχνίδι τού «φαιοκόκκινου φασισμού» παλιό και κλασικό. Και τίποτε παλιό δεν γίνεται κλασικό, αν δεν είναι καλό. Γι’ αυτό ακριβώς, επειδή, εκτός από παλιό, είναι και καλό, δεν είναι λίγοι οι δικοί μας που έχουν φάει τη φόλα, γλύφοντας ταυτόχρονα και τα δάχτυλά τους! Πόσοι είναι δικοί μας από τους 22 του βιβλίου; Δεν έχουμε ιδέα. Δεν έχουμε διαβάσει, εννοείται, το βιβλίο, δεν ξέρουμε καν τα ονόματα όλων τους, πόσω μάλλον το βίο και την πολιτεία τους. Άρα, επ’ αυτού τσιμουδιά!

Τσιμουδιά, με μια εξαίρεση!


ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ 22, είδαμε (όχι με έκπληξη) τον γνωστό και μη εξαιρετέο Θανάση Τριαρίδη. Εδώ λοιπόν επιβάλλεται να κάνουμε μια στάση.

Τι εστί Θανάσης Τριαρίδης; Αντιγράφουμε ένα απόσπασμα από το βιογραφικό του, όπως το παραθέτουν οι εκδόσεις «Δήγμα» (τα bold δικά μας):

«Ο Θανάσης Τριαρίδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1970. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ και έχει εργαστεί ως κειμενογράφος, επιφυλλιδογράφος, αρθρογράφος, δικηγόρος, επιμελητής εκδόσεων, σεναριογράφος ντοκιμαντέρ κ.ά. Έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα με διάφορες εκφάνσεις του δυτικού πολιτισμού: την κλασική και μετακλασική επική αφήγηση, την τραγωδία, τις ιδεολογία της Αναγέννησης, τη δυτική ζωγραφική μέχρι τον 20ό αιώνα, την ενοποιητική αφήγηση της Δύσης, την πορνογραφία καθώς και με άλλα θέματα λογοτεχνίας και αισθητικής. Υπήρξε συνεκδότης του περιοδικού Τα Ποταμόπλοια (1990-1992) και σύμβουλος έκδοσης του περιοδικού Mauve (2003-2006), ενώ από το 2007 οργανώνει στη Θεσσαλονίκη κύκλους σεμιναρίων με θέματα δυτικού πολιτισμού. Το 2008 έφτιαξε τις εκτός εμπορίου εκδόσεις γκάβλα και το 2009 τις εκδόσεις δήγμα.

Στα χρόνια 1996-2001 υπήρξε ακτιβιστής του Δικτύου DROM για τα κοινωνικά δικαιώματα των Τσιγγάνων, ενώ από το 1996 συμμετείχε ενεργά στη δημιουργία του Δικτύου Εθελοντών Δοτών Αιμοπεταλίων Θεσσαλονίκης. Κείμενά του δημοσιεύτηκαν σε πολλές εφημερίδες, περιοδικά και δικτυακούς τόπους. Το καλοκαίρι του 2005 διέκοψε τη 18μηνη συνεργασία του με την εφημερίδα Μακεδονία της Κυριακής όταν η τελευταία αρνήθηκε να δημοσιεύσει το κείμενό του που αφορούσε την κομμένη μακεδονική γλώσσα και την αναγκαιότητα διδασκαλίας της στα σχολεία. Στα χρόνια 2005-2008 δημιούργησε και συντόνισε τη σειρά Αντιρρήσεις στις εκδόσεις «τυπωθήτω», όπου εκδόθηκαν συνολικά έξι βιβλία. Από το καλοκαίρι του 2009 είναι αρνητής εφεδρικής στράτευσης και αντιρρησίας συνείδησης. Έχει γράψει πολλά κείμενα ενάντια στα έθνη, τις θρησκείες, τους ολοκληρωτισμούς, τους κοσμοδιορθωτισμούς και τον ανθρωποδιορθωτισμό, το ρατσισμό και κάθε μορφή ατομικής και συλλογικής βίας».

Αυτά σύμφωνα με τον εκδοτικό οίκο. Για μας είναι, να το πούμε συνοπτικά, ένα …εκτροχιασμένο τρένο[2]! Αυτό τουλάχιστον το συμπέρασμα έχουμε βγάλει από κάποια λογοτεχνικά κείμενά του που έχουμε διαβάσει στην ιστοσελίδα του, καθώς και από κάποια πολιτικά, δημοσιευμένα εδώ κι εκεί. Από τα τελευταία, μακράν «κορυφαία περίπτωση» θεωρούμε μια ανάλυση του Εθνικού Ύμνου, όπου κατακεραύνωνε τον Σολωμό, επειδή ο τρόπος που περιγράφει τη σφαγή της Τριπολιτσάς, μετά την άλωσή της από τους επαναστατημένους Έλληνες, έκανε (κατά το εκτροχιασμένο του μυαλό) μπαμ ότι η σφαγή τού είχε προκαλέσει …ηδονή[3]!


ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΑΜΙΚΡΗ αμφιβολία ότι πολλοί δικοί μας θεωρούν σύντροφο τον Θανάση Τριαρίδη. Σύντροφο και κολλητάρι! Είναι αυτοί που από όλα όσα τον χαρακτηρίζουν ιδεολογικά, όπως περιγράφονται παραπάνω, στο βιογραφικό του, δεν έχουν μάτια παρά μόνο για τον «αντιεθνικισμό» του και τον αθεϊσμό του. (Ίσως γιατί και οι ίδιοι δεν έχουν μυαλό παρά μόνο για τα ίδια ζητήματα, αφού τα «άλλα», τα σοβαρά, κάνουν τζιζ…).

Θα τους διευκόλυνε κάπως να τους δώσουμε λίγο πιο συγκεκριμένα[4] να καταλάβουν και ορισμένες άλλες πλευρές των ιδεολογικοπολιτικών του προσανατολισμών; Δεν είμαστε και πολύ αισιόδοξοι, αλλά την προσπάθεια θα την κάνουμε.

Γράφει λοιπόν για την Οκτωβριανή Επανάσταση ο καλός μας «αντιεθνικιστής» και συνεπής άθεος Θανάσης Τριαρίδης στο δικό του κείμενο, από το βιβλίο που προαναφέραμε, τα εξής «οραία» (μεταξύ άλλων «ορέων», φανταζόμαστε):

«[Το] κομμουνιστικό πραξικόπημα του Οκτωβρίου 1917 που οδήγησε σε έναν από τους πιο απάνθρωπους ολοκληρωτισμούς της ιστορίας».


ΙΔΟΥ ΛΟΙΠΟΝ ο «αντιεθνικιστής» Τριαρίδης! «Αντιεθνικιστής» ναι. Αλλά όχι διεθνιστής. Και οπωσδήποτε όχι σύντροφος, όχι δικός μας. Και γι’ αυτό ακριβώς του δίνουν το ένα βήμα μετά το άλλο σε διάφορα «ευαγή» ιδρύματα «ενημέρωσης»[5]! Και γι’ αυτό συζητά από κοινού με τον φόλα φιλελεύθερο (αλλά και φίλο των …αναρχικών!) Νίκο Δήμου σε διαδικτυακές εκδηλώσεις τύπου «Ενάντια στους εθνικισμούς, τις θρησκείες και τον κοσμοδιορθωτισμό»!


«ΦΑΤΕ» ΤΟΝ ΛΟΙΠΟΝ, αγαπητοί σύντροφοι Αόμματε και Στενόμυαλε, τον «αντιεθνικιστή» σας Τριαρίδη. «Φάτε» τον, και να τον χαίρεστε! Κι όταν μπορέσετε να καταλάβετε τα στοιχειώδη που θέλει να πει αυτό το post, και τα οποία φροντίσαμε να σας τα κάνουμε και εικόνα (δεν λένε ότι οι εικόνες βοηθούν τη μάθηση;), γράψτε μας.

Αλλά βιαστείτε!

Γιατί, αν δεν μάθετε εγκαίρως ότι δεν έχει σημασία μόνο το τι λέει κάποιος, αλλά και ποιος είναι αυτός ο κάποιος, πού το λέει, πώς το λέει, πότε το λέει και γιατί το λέει, σας βλέπουμε οσονούπω σε κάνα κοινό πάνελ μαζί του.

Μαζί του, και μαζί με τον Πάσχο, τον Γεωργελέ, τη Σώτη και τον Νίκο Δήμου!


[1] Η πλάκα είναι ότι πολλοί από τους φανατικούς οπαδούς αυτής της θεωρίας αποδεικνύονται, ταυτόχρονα, και σφοδροί επικριτές τής συχνά ατελέσφορης (αλλά αυτό είναι άλλο ζήτημα) προσέγγισης, που συμπυκνώνεται στην παροιμιώδη πια φράση «τι Πλαστήρας, τι Παπάγος»!...

[2] Τι διάολο! Το ’χει η πόλη; Ή τρελά φορτηγά θα βγάζει, ή εκτροχιασμένα τρένα; ;-)

[3] Μια από τις μεγαλύτερες «αποδείξεις» ήταν η φράση του Σολωμού «σωθικά λαχταριστά». Λίγο ακόμα και θα τον έβγαζε κανίβαλο!

[4] Πιο συγκεκριμένα, γιατί αυτό το ότι «έχει γράψει ενάντια στους ολοκληρωτισμούς», είναι λίγο ομιχλώδες και φλου. Άσε που μπορεί να τους παραπλανήσει, μια και, ίσως, θεωρήσουν ότι εδώ φωτογραφίζεται ο «σταλινισμός» (κι αυτοί, ως γνωστόν, είναι φανατικοί «αντισταλινικοί» —our ass!)

[5] Εμ τι, σ’ εμάς θα έδιναν βήμα; Εμείς, το πολύ-πολύ να ελπίζουμε να γράψει για μας καμιά αριστερή εφημερίδα. Κι ας γράψει κι ότι είμαστε «αμετροεπείς» ή ότι «πολλοί είναι εκείνοι που ρωτούν για το ποιόν μας», βρε αδερφέ! ;-)


Η photo, από το montanaheritageproject.org

Πέμπτη, 5 Μαΐου 2011

Γιατί μας έρχεται να τραβήξουμε πιστόλι κάθε φορά που ακούμε για «μεσαία τάξη»


Εμείς η μεσαία τάξη
ήμεθα η μόνη τάξη
με έντιμη συνείδηση, εθνική
παρασυρόμενοι όμως απʼ τις άλλες τάξεις
στα νοήματα και στις πράξεις
δίνουμε χροιά πολιτική
για όλα φταίνε οι γκόμενες
οι πρώην και οι επόμενες
ανώνυμες και επώνυμες και γενικώς

Και όπως είναι φυσικό η μεσαία τάξη
θέλει και εκείνη λιγάκι να διατάξει
να γίνει άρχουσα δηλαδή
στην κλειδαρότρυπα σκυμμένη
και το χέρι στην τσέπη
χρόνια τώρα περιμένει και βλέπει
όμως την εμποδίζει ένα κλειδί
και τούτο εδώ είναι ένα μικρό παιδί
που τρυπάει το μπαλόνι του με δυο καρφιά
για να τρομάξει αυτό τον κύριο
που καπνίζει το τσιμπούκι του και γκούχου γκουχ
και που ρωτάει το μηχάνημα
που μας λέει την αλήθεια εκατό φορές
ότι για όλα φταίνε οι γκόμενες
οι πρώην και οι επόμενες
ανώνυμες και επώνυμες γενικώς

Και τον δικό μου τον καημό τώρα ποιος να τον μάθει
που έχω κάτσει πάνω σε ένα αγκάθι
και τη βρίσκω κάπως μαζοχιστικά
όλα ωραία και στο βάθος κήπος
πληροφορίες κίτρινος ο τύπος
και νομίζουν πως τη βάψαμε κανονικά
και τούτη δω η εφημερίδα
μοιάζει τέντα στην αυλόπορτα
που σκιάζει το μικρό παιδί
που τρυπάει το μπαλόνι του με δυο καρφιά
για να τρομάξει αυτό τον κύριο
που καπνίζει το τσιμπούκι του και γκούχου γκουχ
και που ρωτάει το μηχάνημα
που μας λέει την αλήθεια εκατό φορές
ότι για όλα φταίνε οι γκόμενες
οι πρώην και οι επόμενες
ανώνυμες και επώνυμες γενικώς

Το να λέει όμως κανένας την αλήθεια
είναι μια πολύ κακή συνήθεια
που αν την έχεις την πληρώνεις κάπως ακριβά
αλλά από δω παιδιά αρχίζει άλλη ιστορία
άλλο κεφαλαίο και στην ουσία
κάτι τέτοια δε λέγονται τραγουδιστά
και ιδού εγώ μονάχος
αγκαλιά με την κιθάρα μου
να τραγουδάω για την εφημερίδα
τέντα στην αυλόπορτα
που σκιάζει το μικρό παιδί
που τρυπάει το μπαλόνι του με δυο καρφιά
για να τρομάξει αυτό τον κύριο
που καπνίζει το τσιμπούκι του και γκούχου γκουχ
και που ρωτάει το μηχάνημα
που μας λέει την αλήθεια εκατό φορές
ότι για όλα φταίνε οι γκόμενες
οι πρώην και οι επόμενες
ανώνυμες και επώνυμες γενικώς.

(«Γκόμενες». Από τον δίσκο «Ενέχυρο», 1983. Στίχοι, μουσική και πρώτη εκτέλεση: Δήμος Μούτσης)



To πράγμα έχει παραγίνει. Οι πολυπληθείς αναφορές στον όρο ‘μεσαία τάξη’ κοντεύουν να εκπορθήσουν από την πρώτη θέση δημοφιλίας την άλλη λέξη-καραμέλα (αυτή που κυκλοφορεί με το brand name ‘λαϊκισμός’ και χρησιμοποιείται επίσης «δια πάσαν νόσον και μαλακίαν»).

Στο διαδίκτυο, προνομιακό πεδίο αυτής της περίφημης «μεσαίας τάξης», οι αναφορές μάς βγάζουν τα μάτια κάθε λίγο και λιγάκι, καθώς τον βλέπουν δεξιά κι αριστερά. Το δεξιά κατανοητό. Αλλά κι αριστερά; Η κατάσταση καθίσταται ζόρικη. Κι όταν συναντάμε τον όρο ακόμα και στο τελευταίο άρθρο τού σημαντικού Νικόλα Σεβαστάκη στην τελευταία Κυριακάτικη «Αυγή» («Γιατί δεν συγκινούν οι δημοκρατικές επαναστάσεις;»[1]), ή στη συνέντευξη την ίδια ημέρα στην «Εποχή», του Αριστείδη Μπαλτά[2], επιτελικού στελέχους του ΣΥΝ, κι όχι απλώς στο Χ ή Ψ blog, ή στην αρθρογραφία κάποιων δημοσιογράφων[3], νιώθουμε έντονα αυτό το ζόρι να «μας τραβάει απ’ το μανίκι». Ας πούμε λοιπόν λίγα πράγματα σχετικά μ’ αυτό το, έτσι κι αλλιώς, ζόρικο ζήτημα, προσπαθώντας και τη δική μας σκέψη να βάλουμε σε κάποια τάξη, αλλά και να συμβάλουμε στο ξεκαθάρισμα κάποιων συγχύσεων, στο μέτρο του δυνατού απ’ τη μεριά μας. Αόρατος αλλά παρών σε αυτό το σημείωμα θα είναι ο Νίκος Πουλαντζάς στις αναλύσεις του οποίου θα στηριχτούμε κυρίως.

Τρεις κρίσιμες έννοιες

Πριν πούμε οτιδήποτε για την ουσία του προβλήματος, είναι απαραίτητο να ξεκαθαρίσουμε τρεις έννοιες, που παίζουν μεγάλο ρόλο στην κατανόησή του.

1. Ταξικός δομικός προσδιορισμός (ΤΔΜ): Είναι ο προσδιορισμός μια κοινωνικής τάξης με βάση τα δομικά κριτήρια της θέσης της μέσα στο σύνολο του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, στην οποία θέση περιλαμβάνονται τόσο οι πολιτικές όσο και οι ιδεολογικές σχέσεις. Στην απλή, καθομιλουμένη γλώσσα της Αριστεράς, όλα αυτά συνηθίζουμε να τα συνοψίζουμε στην έννοια του ‘αντικειμενικού’.

2. Ταξική τοποθέτηση (ΤΤ): Κάτι τελείως διαφορετικό από τον ΤΔΠ. Γιατί δεν υποδηλώνει παρά τη στάση που τηρεί μια κοινωνική τάξη σε μια δεδομένη συγκυρία της ταξικής πάλης. Η κατανόηση της μεγάλης διαφοράς μεταξύ δομικού και συγκυριακού στοιχείου είναι απολύτως απαραίτητη προκειμένου να αποφεύγουμε ένα διπλό λάθος: είτε να προδικάζουμε τη στάση των κοινωνικών τάξεων με βάση τον ΤΔΠ  τους («είσαι εργάτης, άρα θα επαναστατήσεις»), είτε, δια της αναγωγής, να προσδιορίζουμε τις κοινωνικές τάξεις με βάση τη στάση τους («εργάτης είναι όποιος συμπαρατάσσεται με τον εργάτη»). Το να μην ξεχνάμε τη σημασία των πολιτικών και ιδεολογικών σχέσεων στον προσδιορισμό των τάξεων (έχουμε να κάνουμε με σχέσεις κυριαρχίας ή υποταγής;) είναι κάτι που επίσης μας βοηθάει να αποφεύγουμε αυτό το διπλό λάθος και, συνακόλουθα, να μη σαστίζουμε όταν διαπιστώνουμε διάσταση ή και αντίφαση μεταξύ του δομικού προσδιορισμού των τάξεων και της τοποθέτησής τους μέσα στην εκάστοτε συγκυρία της πολιτικής (ταξικής) πάλης.

3. Παραγωγικά εργαζόμενος: Εδώ τα πράγματα περιπλέκονται. Έχει όμως μεγάλη σημασία να βρούμε μια άκρη, παρά τις δυσκολίες. Γιατί; Γιατί, απλούστατα, η παραγωγική εργασία αποτελεί τη λυδία λίθο για να χαρακτηριστεί ένας εργαζόμενος μέλος της εργατικής τάξης: μόνο όποιοι ασκούν τέτοιου τύπου εργασία μπορούν να έχουν «εργατική ταυτότητα». Αυτό, βέβαια, ξεκινάει από τον Μαρξ. Μόνο που, όπως εξηγεί ο Νίκος Πουλατζάς στο βιβλίο του «Οι κοινωνικές τάξεις στον σύγχρονο καπιταλισμό» (1974), ο Μαρξ τα μπερδεύει λίγο. Γιατί ενώ από τη μια συνδέει την εργατική τάξη μόνο με τους παραγωγικά εργαζόμενους, εννοώντας αυτούς που με την εργασία τους παράγουν υπεραξία, από την άλλη, δίνει και έναν γενικό ορισμό της παραγωγικής εργασίας, στον οποίο κάνει λόγο για την εργασία που μετασχηματίζει τις φυσικές ύλες σε μια άλλη μορφή[4] προορισμένη να καλύψει ανθρώπινες ανάγκες. Ο Πουλαντζάς «αθωώνει» τελικά τον Μαρξ, αίροντας τις αντιφάσεις μέσα από κάπως περίπλοκα συμφραζόμενα κειμένων τού παππού Κάρολου, που δεν έχει νόημα να μεταφέρουμε εδώ. Επιπλέον, φαίνεται να συντάσσεται με την άποψη που ανάγει την παραγωγή υπεραξίας[5] σε καθοριστικό κριτήριο. Για μας το ζήτημα παραμένει ανοιχτό. Τείνουμε πάντως να ανιχνεύουμε, μέχρι στιγμής, έναν κάποιο οικονομισμό στην παραπάνω αντίληψη[6]. Και μη σκεφτεί κανείς ότι ευλογάμε τα γένια μας, μια και έχουμε δηλώσει μέλη τής νέας μικροαστικής τάξης: όποιος πιστεύει ότι η Κούνεβα δεν ανήκει στην εργατική τάξη, επειδή η δουλειά της δεν παράγει υπεραξία, να σηκώσει το χέρι του![7]

Η γένεση της «μεσαίας τάξης»

Πώς προέκυψε ο όρος; Δεν εννοούμε βέβαια γραμματολογικά. Εννοούμε τις υλικές προϋποθέσεις που επέτρεψαν να φυτρώσει και να ριζώσει στο κοινωνικό «χωράφι», μετά βέβαια από τη σχετική «καλλιέργεια». Υπήρξαν τέτοιες προϋποθέσεις; Υπήρξαν.

Εμπεριέχονται σε ένα φαινόμενο που συνοδεύει σταθερά τον καπιταλισμό από τη φάση της μονοπωλιακής του ανάπτυξης και μετά. Δηλαδή τη σημαντική αύξηση σε απόλυτους και σχετικούς αριθμούς των μη παραγωγικών εργαζομένων, μισθωτών[8] στη συντριπτική πλειοψηφία τους. Σ’ αυτή την κατηγορία κατατάσσονται διάφορα υποσύνολα εργαζομένων, όπως οι εμπορικοί και τραπεζικοί υπάλληλοι, οι υπάλληλοι γραφείων και υπηρεσιών, όλοι αυτοί δηλαδή που άλλοι τους αποκαλούν white collars κι άλλοι εργαζόμενους του τριτογενούς τομέα, των υπηρεσιών.

Αυτή η εξέλιξη λοιπόν αποτέλεσε τη βάση επάνω στην οποία πάτησε και αναπτύχθηκε ένα ολόκληρο και πολύμορφο[9] θεωρητικό ρεύμα που επιχειρεί να ανασκευάσει τη μαρξική θεωρία και, βεβαίως βεβαίως, κυρίως τη θεωρία της πάλης των τάξεων. Διαπνέεται από μια γενική αντίληψη για τη διάλυση των ταξικών συνόρων στις σύγχρονες κοινωνίες που χαρακτηρίζονται, τάχα, από μια γενική «αστικοποίηση», δηλαδή από 20ου αιώνα την «ενσωμάτωση» στο σύστημα. Αν και πολύμορφο, η ιδιαίτερη μορφή που τελικά επικράτησε και κάνει το μεγαλύτερο ντόρο είναι εκείνη της «μεσαίας τάξης». (Αυτός είναι και ο λόγος που επικεντρωνόμαστε στη συγκεκριμένη μορφή).

Δεν είναι δύσκολο να μαντέψουμε ότι σ’ αυτή την επικράτηση βοήθησε αποφασιστικά η αποτυχία και κατάρρευση των πρωτοσοσιαλιστικών καθεστώτων του εικοστού αιώνα καθώς και η υιοθέτηση και θεωρητικοποίηση του «τρίτου δρόμου» από τους Εργατικούς στη Μ. Βρετανία και γενικότερα την ευρωπαϊκή μεταλλαγμένη σοσιαλδημοκρατία. Είναι χρήσιμο, επίσης, να σημειώσουμε ότι στην επικράτηση αυτή συνετέλεσε σημαντικά το γεγονός πως η έννοια ‘μεσαίος’ ασκεί μια ιδιαίτερη γοητεία, καθώς συνδέεται με τις συναφείς του «μέτρου», της «χρυσής τομής», ή και όσων υποδηλώνει η συνήθης έκφραση της καθομιλουμένης «η αλήθεια είναι κάπου στη μέση». Τέλος, να θυμίσουμε με νόημα[10] και τη χρησιμότητα του όρου «μεσαία τάξη» στην εκστρατεία εναντίον των «ακραίων λύσεων», «οποθενδήποτε και αν προτείνονται», εκστρατεία στην οποία τόσο πρόθυμα στρατεύονται καθεστωτικοί (και καθωσπρεπικοί) «κύκλοι»...

Το κύριο πρόβλημα

Το κύριο πρόβλημα είναι ότι η αναφορά σε ‘μεσαία τάξη’, έτσι, χωρίς κανέναν άλλον προσδιορισμό, ακριβώς επειδή ο όρος συμβολίζει έννοια γένους κι όχι είδους, συσκοτίζει εντυπωσιακά το γεγονός πως, σύμφωνα με τον ιστορικό υλισμό, σε κάθε κοινωνικοοικονομικό σύστημα οι βασικές τάξεις είναι πάντα δυο και ορίζονται ως οι διαμετρικά αντίθετοι πόλοι σε συνάρτηση με την ιδιοκτησία ή μη των μέσων παραγωγής (σχέσεις παραγωγής) του κάθε φορά δοσμένου κυρίαρχου συστήματος παραγωγής. Έτσι, ενώ στο φεουδαρχικό σύστημα παραγωγής οι δυο βασικές τάξεις ήταν οι γαιοκτήμονες και οι δουλοπάροικοι ακτήμονες καλλιεργητές γης, στον καπιταλιστικό οι δυο αντίστοιχοι πόλοι είναι οι καπιταλιστές και οι προλετάριοι. Εδώ θα πρέπει να τονιστεί η σημασία στην έννοια του κυρίαρχου σε κάθε ιστορική περίοδο τρόπου παραγωγής. Γράφει (και υπερτονίζει) ο Νίκος Πουλαντζάς γι’ αυτό το ζήτημα στο βιβλίο που προαναφέραμε:

«[…] ένας κοινωνικός σχηματισμός περιλαμβάνει πολλούς τρόπους —αλλά και μορφές— παραγωγής, με μιαν ειδική διάρθρωση. Οι ευρωπαϊκές καπιταλιστικές κοινωνίες λ.χ. των αρχών του 20ου αιώνα απαρτίζονταν από στοιχεία του φεουδαρχικού τρόπου παραγωγής, της απλής εμπορευματικής μορφής παραγωγής, της μανιφακτούρας —μορφής μεταβατικής από τη φεουδαρχία σον καπιταλισμό— και του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής με την ανταγωνιστική και τη μονοπωλιακή μορφή του. Αλλά αυτοί οι κοινωνικοί σχηματισμοί ήταν καπιταλιστικοί: κυριαρχούσε δηλαδή ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής. Πράγματι, σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό, διαπιστώνουμε την υπεροχή ενός τρόπου παραγωγής, υπεροχή που έχει σύνθετες επενέργειες διάλυσης – συντήρησης πάνω στους άλλους τρόπους και μορφές παραγωγής και προσδίδει σ’ αυτούς τους κοινωνικούς σχηματισμούς τον χαρακτήρα τους (φεουδαρχικό, καπιταλιστικό, κ.λπ.): με εξαίρεση τις αυστηρά μεταβατικές περιόδους, που χαρακτηρίζονται ακριβώς από μια ιδιόμορφη «ισορροπία» των διαφόρων τρόπων και μορφών παραγωγής».  

Μεσαία τάξη δεν είναι. Τι στο διάολο είναι;

Αυτό ακριβώς θα προσπαθήσουμε  να προσδιορίσουμε τώρα. Και θα ξεκινήσουμε από ένα άλλο ερώτημα, τροποποιώντας λίγο τον παραπάνω υπότιτλο: Ωραία. Μεσαία τάξη δεν είναι. Τάξη είναι;

Επιστρατεύουμε πάλι για βοήθεια τον Νίκο Πουλαντζά:

«Αλλά μια συγκεκριμένη κοινωνία, ένας κοινωνικός σχηματισμός, περιλαμβάνει περισσότερες από δυο τάξεις, εφόσον ακριβώς περιλαμβάνει πολλούς τρόπους και μορφές παραγωγής. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει κοινωνικός σχηματισμός που να περιλαμβάνει μόνο δυο κοινωνικές τάξεις. Το σωστό είναι ότι οι δυο βασικές τάξεις κάθε κοινωνικού σχηματισμού, όπου και εμφανίζεται η κύρια αντίφαση [Σημ. συντ.: αντίθεση], είναι οι τάξεις του κυρίαρχου σ’ αυτόν τον σχηματισμό τρόπου παραγωγής: στους καπιταλιστικούς κοινωνικούς σχηματισμούς, η αστική και η εργατική τάξη».

Με βάση τα παραπάνω και λαμβάνοντας υπ’ όψη μας και την αύξηση της απασχόλησης στον τριτογενή τομέα, την αυξημένη παρουσία επιστημονικοτεχνικού προσωπικού στις ίδιες τις μονάδες υλικής παραγωγής, κ.λπ., κ.λπ, μπορούμε να πούμε πως ναι, όλη αυτή η «υπαλληλία» είναι μια τάξη. Τι είδους όμως τάξη; Βασική όχι. Αλλά τι;

Ο Νίκος Πουλαντζάς την εντάσσει στην μικροαστική. Τη διακρίνει όμως από την παραδοσιακή μικροαστική τάξη (μικρή ιδιοκτησία και παραγωγή[11]) και γι’ αυτό τη χαρακτηρίζει νέα μικροαστική τάξη.

Το κάνει επί τη βάσει των εξής συλλογισμών (αναγκαστικά συνοψίζουμε, μένοντας στη «μεγάλη εικόνα»):

Ι. Όπως και η παραδοσιακή μικροαστική τάξη, έτσι και η νέα χαρακτηρίζεται από την πόλωση[12] έναντι των δυο βασικών τάξεων του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Και πολώνεται απέναντι σ’ αυτές, ακριβώς γιατί, όπως και η παραδοσιακή, δεν ανήκει ούτε στην αστική ούτε στην εργατική τάξη. Γιατί όμως δεν ανήκει στην εργατική τάξη; Είπαμε πριν ότι στην πλειοψηφία της αποτελείται από μισθωτούς, από ανθρώπους δηλαδή που, επειδή στερούνται δικών τους μέσων παραγωγής, πουλάνε το μοναδικό μέσο το οποίο κατέχουν, την εργασία τους. Και έχουμε πει ότι αντιμετωπίζουμε μάλλον αρνητικά την ιδέα πως μόνο όσοι παράγουν υπεραξία μπορούν να θεωρηθούν εργατική τάξη. Λέμε και ξελέμε —μαζί κι ο Πουλαντζάς; Εδώ απαντάει το δεύτερο σημείο της σκέψης του (το οποίο θα πρέπει να το συνδυάσουμε και με τον ορισμό του Λένιν που δίνουμε στη σημείωση #6).

ΙΙ. Δεν τους κατατάσσει στην εργατική τάξη (γενικά, όχι πως δεν δέχεται διαφοροποιήσεις), γιατί από τη θέση που κατέχουν στον συνολικό κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας πραγματοποιούν/διεκπεραιώνουν/υποβοηθούν τις πολιτικές και ιδεολογικές σχέσεις υποταγής της εργατικής τάξης στο κεφάλαιο (διευθυντική/εποπτική εργασία, διαχωρισμός διανοητικής/χειρωνακτικής εργασίας, επίπεδο αμοιβής, κοινωνικό κύρος, κ.λπ.) και γιατί αυτή η πλευρά του ταξικού δομικού προσδιορισμού (ΤΔΠ) τους είναι εκείνη που επικρατεί. (Να μη μας πάρουν εδώ με τις πέτρες οι φίλοι αναγνώστες που εκπληρώνουν μεν τα κοινωνικοοικονομικά κριτήρια για να εντάσσονται σε αυτή τη νέα μικροαστική τάξη, αλλά συμπαρατάσσονται με την εργατική τάξη εναντίον του κεφαλαίου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση κι αυτοί πολώνονται. Αλλά πλησιάζοντας τον πόλο της εργατικής τάξης!).

Αντί επιλόγου: ψήγματα πολιτικής ψυχολογίας

Γράψαμε παραπάνω, στη συνοπτική γενεαλογία του όρου ‘μεσαία τάξη’, μερικούς παράγοντες που συνέβαλαν στην εδραίωσή του. Κλείνουμε με έναν τελευταίο, αλλά όχι και αμελητέο. Για να μην υπάρξουν παρανοήσεις και παρεξηγήσεις (φύλαγε τα ρούχα σου για να ’χεις τα μισά!), θα γίνουμε …αυτοαναφορικοί (ΕΟΣ, χαιρετούμε! ;-) ).

Δεν είναι πιο ωραίο και δεν βοηθάει στην αυτοεπιβεβαίωσή μας να δηλώσουμε ‘μεσαία τάξη’ αντί για μικροαστοί, έστω και νέοι; Θέλει και ρώτημα; Δείτε τι κερδίζουμε:

1) Παίρνουμε προαγωγή και αναβαθμιζόμαστε κι εμείς σε βασική τάξη, πετώντας από πάνω μας σαν βρώμικο ρούχο τον ταπεινωτικό προσδιορισμό ‘μικρο’. 2) Παύουμε να εμφανιζόμαστε σαν ΟΦΑ (= Όπου Φυσά ο Άνεμος) που παραδέρνουμε μεταξύ αστικής και εργατικής τάξης, κλείνοντας το μάτι πότε στη μια και πότε στην άλλη, ανάλογα με τα πρόσκαιρα συμφέροντά μας. 3) Βάζουμε υποθήκες ώστε να μπορούμε να διαπραγματευόμαστε επί ίσοις όροις με όποια από τις δυο τάξεις παίρνει το πάνω χέρι σε κάθε δεδομένη στιγμή της ταξικής πάλης, όπως αυτή εμφανίζεται σε διάφορους κοινωνικούς χώρους. Για να τα λέμε όλα, δεν είναι και λίγα!

Προς το παρόν αντιστεκόμαστε στον πειρασμό. Χωρίς δυο βασικές τάξεις, εξαϋλώνεται η βασική αντίθεση Κεφαλαίου/Εργασίας. Και χωρίς αυτήν εξατμίζεται ο απαραίτητος κοινωνικός και πολιτικός μανιχαϊσμός Δεξιάς/Αριστεράς.

Εν προκειμένω, δηλώνουμε μανιχαϊστές! Και μάλιστα αμετανόητοι!  


[1] Δεν μπορούμε να βάλουμε link, γιατί εκεί, στην ηλεκτρονική «Αυγή», έχουν την εντύπωση ότι διανύουμε ακόμα τη …Μεγάλη Εβδομάδα! ;-)

[2] Αν και αυτός φροντίζει τουλάχιστον να μιλήσει για «μεσοστρώματα» και μάλιστα «λεγόμενα» (τα εισαγωγικά είναι δικά του).

[3] Εννοείται όλων των «καθεστωτικών», αλλά και του καλού Νίκου Ξυδάκη που φαίνεται να έχει μια κάποια «εμμονή» στη χρήση του… ;-)

[4] Αυτό να μην ερμηνευτεί στενά. Η μετασχηματιστική εργασία δεν είναι υποχρεωτικά χειρωνακτική.

[5] Εδώ προσοχή: Υπεραξία από τη σκοπιά του ατομικού κεφαλαιούχου παράγει και ένας κατά Μαρξ και Πουλαντζά μη παραγωγικά εργαζόμενος (από πού προέρχονται τα κέρδη του;). Εννοούν όμως την υπεραξία που παράγεται (ή δεν παράγεται) από τη σκοπιά και για λογαριασμό του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου. Έτσι, με τα λόγια και τους υπερτονισμούς του Πουλαντζά:

 «[…] το κέρδος του εμπορικού και του τραπεζικού κεφαλαίου δεν προκύπτει από μια δημιουργό διαδικασία αξίας, αλλά από μια μεταφορά της υπεραξίας που δημιουργήθηκε από το παραγωγικό κεφάλαιο: οι μισθωτοί αυτοί εργαζόμενοι [Σημ. συντ.: του εμπορικού και τραπεζικού κεφαλαίου] συμβάλλουν απλώς στην κατανομή τής μάζας τής υπεραξίας μεταξύ των μερίδων του κεφαλαίου, σύμφωνα με το μέσο ποσοστό κέρδους».

[6] Επηρεασμένοι ίσως και από τον Λένιν, ο οποίος, στη «Μεγάλη πρωτοβουλία», ορίζει ως προλετάριους αυτούς που:

α) δεν κατέχουν μέσα παραγωγής και πουλάνε την εργατική τους δύναμη στους καπιταλιστές,
β) συμμετέχουν στο καπιταλιστικό σύστημα παραγωγής ως καταπιεζόμενοι και εξαρτημένοι, με σκοπό να εξασφαλίσουν τα μέσα για την ύπαρξή τους,
γ) παίζουν στην οργάνωση της κοινωνικής παραγωγής ρόλο εκτελεστικού οργάνου,
δ) παίρνουν το εισόδημά τους με τη μορφή του μισθού ή του ημερομίσθιου, ενώ οι διαστάσεις του εισοδήματός τους είναι μικρές.

[7] Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που, συνήθως, μιλάμε για εργαζόμενους κι όχι για εργατική τάξη. Γεγονός που μας καθιστά, ασφαλώς, υπόπτους στη γνωστή κατηγορία των κάθε λογής «καθαρών», εκ των οποίων ο πιο συγχωρητέος είναι, ίσως, κάποιος blogger που πρωτοήρθε σε επαφή με τις αριστερές ιδέες μέσα από κείμενα λογοτεχνικής κριτικής… ;-)

[8] Είναι γνωστό βέβαια ότι ο μισθός δεν είναι απόλυτο κριτήριο για να εντάξουμε κάποιον εργαζόμενο στην εργατική τάξη.

[9] Δεν μας διαφεύγει ότι μέσα στην πολυμορφία διακρίνονται και αριστερές μορφές (αριστερός μεταμοντερνισμός, μετα-μαρξισμός, άυλη εργασία, κ.λπ.). Η ενασχόληση με αυτές υπερβαίνει τους σκοπούς του παρόντος σημειώματος.

[10] Δηλαδή, κλείνοντας το μάτι: ;-). Μπας και καταλάβουν και μερικοί αριστεροί (εν προκειμένω και στόκοι) την πολύπλευρη λειτουργία των σχετικών συμβόλων…

[11] Ας θυμίσουμε εδώ, για επιπλέον βοήθεια κατανόησης των διαφορών, ότι, σύμφωνα με τον Μαρξ, ο ιδιοκτήτης μέσων παραγωγής, η προσωπική εργασία του οποίου όμως είναι απαραίτητη για την υλική πραγμάτωση αυτής της παραγωγής, πρέπει να κατατάσσεται στη μικροαστική τάξη.

[12] Ανεξαρτήτως της ηλικίας σας, δεν μπορεί να μη θυμάστε τις πατρικές απειλητικές προειδοποιήσεις όταν ο έλεγχος που φέρνατε σπίτι ήταν για κλάματα: «Εργάτης θα καταντήσεις παιδί μου έτσι όπως πας. Αυτό θέλεις; Δεν θέλεις να μορφωθείς, να ζήσεις σαν άνθρωπος με μια καλή δουλειά, κι αν θέλει ο Θεός, αύριο μεθαύριο να κάνεις και δική σου, να είσαι αφεντικό;». Ακόμα κι αν ο δεύτερος πόλος έλειπε λόγω συντήρησης ή φόβου για το επιχειρηματικό ρίσκο, δεν είναι δύσκολο να τον φανταστεί κανείς…


Η photo, από το sailerfraud.blogspot.com