Τα όσα γίνονται στη χώρα εδώ
και δύο περίπου χρόνια, θα μπορούσαν να παρομοιαστούν με διάφορα παίγνια. Γι’
αυτό που κυρίως θέλουμε να επισημάνουμε με το σημερινό μας σημείωμα όμως, μας
φαίνεται ότι το πιο κατάλληλο είναι το σκάκι κι αυτό επιλέγουμε. Έτσι λοιπόν,
εγκαταλείπουμε —προσωρινά— το τραπέζι τής πόκας με την πράσινη τσόχα και
παίρνουμε θέση μπροστά σε μία σκακιέρα.
Οι
αντίπαλοι
Από τη μια μεριά η άρχουσα τάξη
και οι σύμμαχοί της. Μια και συνηθίζουν να εμφανίζουν τα ιδιαίτερα συμφέροντά
τους ως συμφέροντα όλου τού έθνους (κι ας είναι αισχρή μειοψηφία), κι αφού
επιμένουν να προσποιούνται ότι όλοι όσοι
ζούμε στην Ελλάδα είμαστε ίσοι κι όμοιοι από τη στιγμή που όλοι είμαστε Έλληνες
(έτσι τους βολεύει, να θεωρούν ως υπέρτατο κριτήριο αυτό της εθνικότητας), ας
τους ντύσουμε το εθνικό χρώμα κι ας τους ονομάσουμε Μπλε.
Απέναντί της βρίσκεται η κατ’
εξοχήν υποτελής τάξη —όλοι εκείνοι δηλαδή που έχουν ως μοναδικό τρόπο επιβίωσης
την πώληση της εργασίας τους έναντι μισθού, ημερομισθίου, αμοιβής με το
κομμάτι, κ.λπ.— μαζί με τους δικούς της συμμάχους. Αυτούς πάλι, μια και
πιστεύουν ότι το υπέρτατο κριτήριο κατηγοριοποίησης των ανθρώπων δεν είναι η
εθνικότητά τους ή το χρώμα τους, αλλά η κοινωνικοοικονομική τάξη στην οποία
εντάσσονται αντικειμενικά, κι αφού
αυτές οι απόψεις είναι ταυτισμένες εδώ και περίπου ενάμισο αιώνα με την
Αριστερά, ας τους δώσουμε το χρώμα της κι ας τους πούμε Κόκκινους. Στο σχολιασμό τού αγώνα θα προσπαθήσουμε να είμαστε αντικειμενικοί. Όχι φυσικά επειδή
είμαστε αμερόληπτοι (αρκετούς ‘‘αμερόληπτους’’ έχει η μπλογκόσφαιρα, δεν μας
χρειάζεται), αλλά ακριβώς επειδή η μεροληψία
μας υπέρ των Κόκκινων είναι διακηρυγμένη και δεδομένη.
Με όρους κανονικού παιχνιδιού
οι Μπλε αντιστοιχούν στα λευκά. Έχουν
δηλαδή το πλεονέκτημα της πρώτης κίνηση (στο σκάκι οι παίκτες παίζουν εναλλάξ,
αλλά η παρτίδα ξεκινάει πάντα με κίνηση των λευκών). Σε αντίθεση όμως με ό,τι
συμβαίνει στο πραγματικό σκάκι, όπου, ceteris paribus, η κατάσταση σύντομα
εξισορροπείται, στον παραλληλισμό που κάνουμε εδώ, οι Μπλε, ως άρχουσα τάξη, διαθέτουν πάντα ένα σταθερό πλεονέκτημα. Η
πλεονεκτική θέση τους ισχυροποιείται, αν λάβουμε υπ’ όψη μας ότι
χαρακτηρίζονται από σημαντικά ικανοποιητικό βαθμό ομοφωνίας μεταξύ τους όσο
αφορά στη στρατηγική που πρέπει να ακολουθήσουν στην παρούσα φάση τής παρτίδας,
ενώ οι Κόκκινοι όχι (ακόμα χειρότερα:
συχνά σπαράσσονται από εσωτερικές έριδες και ανταγωνισμούς!). Κατά τα άλλα, οι
αντίπαλοι έχουν τις δικές του αρετές και αδυναμίες ο καθένας.
Βασικά
σημεία σκακιστικής στρατηγικής
Πριν δούμε τη συγκεκριμένη μεταφορική
μας παρτίδα, είναι απαραίτητο, για την κατανόηση του κεντρικού νοήματος της
ανάλυσης που επιχειρούμε με το παρόν κείμενο, να έχετε κατά νου κάποια βασικά
ζητήματα σκακιστικής στρατηγικής, σύμφωνα με τα οποία προσδιορίζεται ο
χαρακτήρας που μπορεί να πάρει μία πραγματική σκακιστική παρτίδα —εννοείται και
μία μεταφορική σαν αυτή που έχουμε στήσει εδώ. (Εξυπακούεται ότι πολλά από τα
αμέσως παρακάτω ισχύουν για κάθε σχεδόν παιχνίδι, αλλά, θυμίζουμε, έχουμε
διαλέξει να ‘‘παίξουμε’’ σκάκι.)
Γενικά λοιπόν μιλώντας, οι δύο
βασικές επιλογές που έχει κάθε παίκτης είναι τρεις: 1: Επιθετική στρατηγική, 2:
Αμυντική και 3: (η ενδιάμεσή τους) Επιφυλακτική. Επειδή όμως το σκάκι, όπως
τα περισσότερα παιχνίδια άλλωστε, είναι διαδραστικό —με πιο πολιτικούς όρους:
διαλεκτικό— δεν έχει νόημα να μείνουμε εδώ. Πρέπει να προχωρήσουμε εξετάζοντας
τις καταστάσεις που προκύπτουν στη σκακιέρα, ανάλογα με τις επιλογές και των δύο παικτών. Μ’ άλλα λόγια, να
δούμε τι προκύπτει μέσα από τη συγκρουσιακή
σχέση τους. Έτσι λοιπόν:
Η συσχετιστική εξέταση μας
φέρνει μπροστά σε δύο ενδεχόμενα: 1. Οι
αντίπαλοι ακολουθούν διαφορετική στρατηγική και 2. Οι αντίπαλοι ακολουθούν
όμοια στρατηγική. Αν ισχύσει το πρώτο η παρτίδα αργά ή γρήγορα ξεκαθαρίζει: η
μία πλευρά αποκτά την υπεροχή και η άλλη προσπαθεί να ανταπεξέρθει στην πίεση
(δεν μπαίνουμε σε λεπτομέρειες περί ενεργητικής ή παθητικής άμυνας και τα
παρόμοια). Αυτό μας οδηγεί σε εμφανείς καταστάσεις ανισορροπίας, οι οποίες,
ακριβώς επειδή είναι ανισόρροπες, συχνά, δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Η ανισορροπία δεν προδικάζει το αποτέλεσμα, πάντα υπάρχουν τα περιθώρια της
ανατροπής. Ωστόσο, το προδιαγράφουν, αν η ανατροπή δεν συντελεστεί.
Οι πιο ενδιαφέρουσες
καταστάσεις προκύπτουν στην περίπτωση που και οι δύο αντίπαλοι ακολουθήσουν
όμοια στρατηγική. Έτσι, αν παίξουν επιθετικά, η σκακιέρα γίνεται ένα φαντασμαγορικό
πεδίο μάχης με εκατέρωθεν οξείες επιθέσεις και αντεπιθέσεις, καταδρομικές
ενέργειες και διεισδύσεις στα μετόπισθεν του αντιπάλου, παγίδες και
αντιπαγίδες, σε όλο το πλάτος τού μετώπου. Ο χαρακτήρας τής σύγκρουσης είναι
μάλλον τακτικός και θα λέγαμε πως
θυμίζει τον πόλεμο κινήσεων τού
Γκράμσι. Αν πάλι ακολουθήσουν αμυντική
ή επιφυλακτική στρατηγική (τα όρια
μεταξύ τους, πολύ συχνά, είναι δυσδιάκριτα) η σκακιέρα είναι ‘‘ήσυχη’’
—φαινομενικά και μόνο βέβαια. Οι αντίπαλοι επιδιώκουν να πάρουν τις κατάλληλες
θέσεις με ‘‘ήρεμες’’ κινήσεις, χωρίς να βιάζονται ή να εκβιάζουν τα πράγματα,
έτσι ώστε να αποκτήσουν σταδιακά στρατηγικό
πλεονέκτημα πριν πέσει η πρώτη ‘‘ντουφεκιά’’. Ανατρέχοντας και πάλι στη
γραμσιανή ορολογία δεν θα δυσκολευτούμε να καταλάβουμε ότι αυτού του τύπου οι
παρτίδες θυμίζουν τον πόλεμο θέσεων
—είναι χαρακτηριστικό εξ άλλου ότι στη σκακιστική βιβλιογραφία αναφέρονται ως
παρτίδες ποζισιονέλ.
Εγκαταλείπουμε αυτή την ενότητα
για να επικεντρωθούμε στους Μπλε και
τους Κόκκινους,
με τρεις ακόμα καίριες επισημάνσεις που πρέπει να κρατήσετε στις αποσκευές σας,
συνεχίζοντας το αναγνωστικό ταξίδι:
Α. Κάθε
παρτίδα εκτυλίσσεται σε διάφορες φάσεις. Κατά τη διάρκειά της οι αντίπαλοι
διαφοροποιούν τη στρατηγική τους ανάλογα με τις συνθήκες. Έτσι και ο χαρακτήρας
της δεν είναι μόνιμος και σταθερός. Η κατάσταση στη σκακιέρα τροποποιείται: οι
λυσσαλέες μάχες μπορούν να διαδεχθούν μία ‘‘ήρεμη’’ ποζισιονέλ διάταξη και
αντιστρόφως, ο επιτιθέμενος ή αμυνόμενος να μετατραπεί στο αντίθετό του, κ.ο.κ.
Β. Είπαμε
πριν ότι κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού διαμορφώνονται στη σκακιέρα διάφορες
καταστάσεις (ισορροπίας, ανισορροπίας, περίπλοκες, ‘‘ήρεμες’’, κ.λπ.). Υπάρχει
όμως μία ιδιόμορφη κατάσταση στην οποία πρέπει να αναφερθούμε ιδιαιτέρως.
Είναι η κατάσταση zugzwang
(τζούνγκβανγκ). Σ’ αυτήν, ο παίκτης που είναι η σειρά του να παίξει
...χάνει! —ή περιέρχεται σε σαφώς μειονεκτική θέση. Όποια κίνηση κι αν κάνει!
Μερικές φορές δε, αν και αυτό συμβαίνει σπάνια, περιέρχονται και οι δύο παίκτες σε κατάσταση zugzwang, δηλαδή όποιος και να κάνει
κίνηση χάνει. Ο πιο άτυχος είναι βέβαια αυτός που όντως είναι υποχρεωμένος να
παίξει: χάνει μόνο και μόνο γιατί ήταν η σειρά του!
Γ. Η
διάκριση που κάναμε για τις στρατηγικές ισχύει και για τις μεμονωμένες
κινήσεις: υπάρχουν κινήσεις επιθετικές,
αμυντικές, ή, το ενδιάμεσό τους, επιφυλακτικές. Ωστόσο πρέπει κι εδώ να
μνημονεύσουμε ξεχωριστά μία ειδική
περίπτωση.
Πρόκειται για τις κινήσεις
αναμονής. Είναι αυτές που αποσκοπούν απλώς και μόνο στη διατήρηση της
υπάρχουσας κατάστασης. Ο παίκτης που κάνει μια τέτοια κίνηση εκτιμά ότι οι
συνθήκες δεν του επιτρέπουν την ανάληψη κάποιας πρωτοβουλίας ούτε όμως και τον
υποχρεώνουν να κινηθεί αποτρεπτικά έναντι κάποιας συγκεκριμένης απειλής αφού
διαπιστώνει ότι τέτοια απειλή δεν υφίσταται. Έτσι, επιλέγει να περιμένει μια πιο κατάλληλη στιγμή με
κινήσεις που δεν έχουν ουσιαστική σημασία.
Από
τη θεωρία στην πράξη
Πώς εφαρμόζονται όλα τα
παραπάνω στην παρτίδα Μπλε vs Κόκκινοι και
ποια είναι η πρακτική αξία τους για κάποιον που θα ήθελε να φωτίσει την παρούσα
φάση τής σύγκρουσης, επ’ ωφελεία βέβαια τών δικών μας; Ας εξετάσουμε κατ’ αρχήν
την κατάσταση στη σκακιέρα μας. Είναι όμως χρήσιμο να φτάσουμε εκεί μέσα από
μια σύντομη αναδρομή.
Η παρτίδα άρχισε πριν από δύο
χρόνια πάνω-κάτω με σφοδρή επίθεση των Λευκών.
Οι Κόκκινοι, μετά το πρώτο σάστισμα,
άρχισαν σιγά-σιγά να οργανώνουν την άμυνά τους. Στην αρχή, καθώς ήταν
αιφνιδιασμένοι, η άμυνα που αντέταξαν ήταν παθητική. Σταδιακά πέρασαν σε όλο
και πιο ενεργητική, ιδίως κατά τη διάρκεια τού δεύτερου χρόνου τής παρτίδας, το
2011, όταν και οργάνωσαν ακόμα και ένα-δυο ισχυρές αντεπιθέσεις που έφτασαν στο
σημείο να κλονίσουν τους Λευκούς,
χωρίς όμως να γίνει δυνατό να οδηγηθούν σε κατάρρευση. Ένας από τους λόγους οι
οποίοι τούς επέτρεψαν να την αποφύγουν ήταν και οι αλλαγές τις οποίες έκαναν
στα γενικά τους επιτελεία, μία το καλοκαίρι τού 2011 και μία το φθινόπωρο. Οι
αλλαγές, ιδίως η δεύτερη, είχαν σαν αποτέλεσμα μία κάποια αδρανοποίηση των Κόκκινων —αποτέλεσμα της στάσης αναμονής
εν όψει τών νέων σχεδίων τών αντιπάλων τους. Σύντομα όμως, με αποκορύφωμα τον
Φεβρουάριο τού 2012, η σκακιέρα έγινε και πάλι άνω-κάτω. Κάτω από την πίεση, οι
Λευκοί αναγκάστηκαν να αποδεχθούν τη μορφή
τήν οποία επεδίωκαν να προσδώσουν στη σύγκρουση οι αντίπαλοί τους: αναγκάστηκαν
να προκηρύξουν εκλογές. Εκεί, υπέστησαν μία μεγάλη, πλην όχι αποφασιστική ήττα.
Οι προσπαθειές τους να απεμπλακούν δεν τελεσφόρησαν και είναι τώρα υποχρεωμένοι
να δώσουν δεύτερη εκλογική μάχη. Εδώ βρισκόμαστε τώρα. Και εν όψει τών
επαναληπτικών εκλογών, η κατάσταση στη σκακιέρα χαρακτηρίζεται από μία
εξαιρετικά εύθραυστη ισορροπία, αφού,
σύμφωνα με όλες τις μέχρι τώρα δημοσκοπήσεις, οι Μπλε και οι Κόκκινοι συγκεντρώνουν τις δυνάμεις τους χωρίς
όμως καμία πλευρά να έχει αποκτήσει ξεκάθαρη
αριθμητική υπεροχή.
Οι
στρατηγικές τών αντιπάλων
Σε καταστάσεις εύθραυστης
ισορροπίας ακόμα και μια μικρή αλλαγή μπορεί να κάνει τη μεγάλη διαφορά που θα
την ανατρέψει υπέρ τού ενός ή του άλλου αντιπάλου. Πόσω μάλλον η μεγάλη που
επιχειρούν οι Μπλε. Ποια είναι αυτή; Μα
φυσικά η αλλαγή τής ατζέντας, σύμφωνα με την ορολογία τού συρμού.
Η ατζέντα με την οποία πήγαμε
στις προηγούμενες εκλογές ήταν εκείνη τού μνημονίου/αντιμνημονίου.
Αυτή ήταν η επιλογή των Κόκκινων
—κατά πλειοψηφία τουλάχιστον, αφού όπως είπαμε είναι διχασμένοι— και κατάφεραν
να την επιβάλλουν. Όπως έδειξαν τα πράγματα, η επιλογή τους ήταν απόλυτα ορθή.
Κι επειδή οι Μπλε μπορεί να είναι
ό,τι είναι, αλλά, για να τα λέμε όλα, δεν είναι και χαζοί, προσπαθούν με νύχια
και με δόντια να τροποποιήσουν την ατζέντα από μνημόνιο/αντιμνημόνιο σε ευρώ/δραχμή.
Τι λόγο έχουν οι Κόκκινοι να δεχθούν
αυτή την αλλαγή; Έναν μόνο: να θέλουν να αυτοκτονήσουν! Γιατί η αποδοχή της θα
σήμαινε πως θα περιέπιπταν σε κατάσταση zugzwang, όπου, θυμηθείτε, όποια
κίνηση κι αν κάνεις, χάνεις! Πράγματι: μία οριστική, αμετάκλητη και τελεσίδικη
θέση τών Κόκκινων υπέρ του ευρώ,
ανεξαρτήτως των καταστροφών που θα υποστεί η ελληνική κοινωνία στο μέλλον, ακυρώνει
πλήρως την αντιμνημονιακή στρατηγική τους και τους αποκόπτει από ένα μεγάλο και
μάλλον διογκούμενο ευρωσκεπτικιστικό ρεύμα! Και μία διακήρυξη υπέρ της
επιστροφής σε εθνικό νόμισμα τώρα, με
την πλειοψηφία των εργαζομένων να μην έχει πειστεί ακόμα πως δεν υπάρχει ελπίδα εντός τού ευρώ τους θέτει αυτομάτως εκτός παιχνιδιού. Σ’ αυτό το σημείο
πρέπει να κάνουμε μία παρέκβαση.
Όλοι ξέρουμε πως οι
δημοσκοπήσεις με αντικείμενο το ευρώ δείχνουν μία συντριπτική υπεροχή υπέρ τής
παραμονής στην ευρωζώνη με μία αναλογία περίπου 4/1. Έχει όμως ιδιαίτερο
ενδιαφέρον μία ποιοτική παράμετρος των διαθέσεων των πολιτών έναντι του ευρώ, η
οποία, απ’ όσο τουλάχιστον ξέρουμε εμείς, είναι η πρώτη φορά που τίθεται
υπό εξέταση σε έρευνα κοινής γνώμης. Αυτό έγινε την προηγούμενη εβδομάδα
σε μία έρευνα της Pulse RC που
δημοσιεύτηκε στο Ποντίκι.
Σ’ αυτήν λοιπόν, το ερώτημα δεν ήταν
απλώς «ευρώ ή δραχμή;», αλλά: α) ευρώ μέχρις ενός ορίου κόστους και θυσιών,
β) ευρώ ανεξαρτήτως κόστους και γ) δραχμή τώρα. Τα αποτελέσματα; α) 54%, β) 34% και γ) 7%.
Κρατήστε κι αυτή τη ‘‘λεπτομέρεια’’, καθώς θα προχωράτε στην ανάγνωση, αλλά κι
όταν θα έχετε φύγει πια από εδώ...
Επανερχόμενοι στη στρατηγική που
πρέπει να ακολουθήσουν οι Κόκκινοι:
Όπως οι αντίπαλοί τους προσπαθούν πάση δυνάμει να αλλάξουν την ατζέντα των
επικείμενων εκλογών, άλλο τόσο κι εκείνοι πρέπει να επιμείνουν στη διατήρηση
της ατζέντας που τους έφερε ένα βήμα από την πρώτη θέση στις προηγούμενες.
Μνημόνιο/αντιμνημόνιο λοιπόν, μέχρι το τελευταίο λεπτό τής προεκλογικής
εκστρατείας! Φυσικά, θα εξακολουθήσουν να πιέζονται αφόρητα από τους Μπλε και τους συμμάχους τους —φανερούς
και κρυφούς. Εξ άλλου, τα δύο ζητήματα είναι στενά συνδεδεμένα για την ώρα. Όμως
εδώ οι Κόκκινοι θα πρέπει να κάνουν χρήση της ιδέας που κρύβεται πίσω από τις κινήσεις
αναμονής. Κατά ευτυχή σύμπτωση ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος ηγείται των Κόκκινων
σε αυτή τη φάση, έχει την κατάλληλη ‘‘υποδομή’’
για να ακολουθήσει με επιτυχία αυτή την τακτική. Οι πολλές και ποικίλες απόψεις στο εσωτερικό
του συναιρούνται τελικά σε μία εικόνα απροσδιοριστίας και αμφισημίας σχετικά με
το ζήτημα του ευρώ. Κι αυτή η αμφισημία και απροσδιοριστία, σταθερό
χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου σχήματος και συνήθως όχι για καλό, τον κάνουν
τώρα ιδανικό παίκτη κινήσεων αναμονής. Έτσι μπορεί να κινείται με άνεση χωρίς όμως
να παίρνει συγκεκριμένη κατεύθυνση. Ό,τι
ακριβώς επιβάλλεται να κάνουν οι Κόκκινοι
στο συγκεκριμένο ζήτημα.
Παραδόξως —μάλλον όχι και τόσο παραδόξως,
μια και, όπως υπενθυμίσαμε ήδη, οι Κόκκινοι
είναι διχασμένοι— το ηγετικό σχήμα
τής κόκκινης παράταξης σε αυτή τη φάση, ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν πιέζεται να πάρει θέση
στο δίλημα ευρώ/δραχμή μόνο από τους αντιπάλους του. Πιέζεται και από τους μενσεβίκους
(μειοψηφία) τών Κόκκινων.
Η πολυπληθέστερη και πιο
μαχητική ομάδα τους, αυτή που χαλάει τον κόσμο επικρίνοντας τον ΣΥΡΙΖΑ για
οπορτουνισμό και κρυφή στήριξη του συστήματος, πιστεύει ότι πρέπει και ο ΣΥΡΙΖΑ, αν θέλει να αποδείξει ότι όντως ανήκει κι αυτός στους Κόκκινους, να συνταχθεί με τη θέση τους υπέρ
τής αποχώρησης από το ευρώ και την ΕΕ και να το δηλώσει καθαρά και ξάστερα εδώ και τώρα.
Μία άλλη μικρότερη ομάδα μενσεβίκων
αποτελείται από επίσης πεπεισμένους ότι δεν υπάρχει ελπίδα μέσα στην ευρωζώνη.
Αυτοί όμως τηρούν μια πιο συμβιβαστική στάση. Δεν απαιτούν σώνει και ντε την
προσχώρηση του ΣΥΡΙΖΑ στην άποψή τους και επομένως δεν τον κατηγορούν γι’ αυτό.
Τον επικρίνουν όμως επειδή δεν προετοιμάζει το λαό «δια παν ενδεχόμενο».
Συγκεκριμένα για το ενδεχόμενο η σύγκρουσή μας με το Διευθυντήριο των Βρυξελλών
με αντικείμενο το μνημόνιο να μας οδηγήσει εκτός ευρώ.
Κατά την άποψή μας, αμφότερες
οι ομάδες των μενσεβίκων κάνουν βασικά λάθη τακτικής που, εκτιμούμε, προδίδουν
έλλειμμα ξεκάθαρης στρατηγικής (ή και μεγάλη αδυναμία χάραξης ορθής
στρατηγικής)
Timing (ή πότε είναι καιρός να είναι καιρός;)
Σύμφωνα με τις αιτιάσεις της
πρώτης ομάδας των πιο μαχητικών και αδιάλλακτων μενσεβίκων που συνοπτικά
εκθέσαμε λίγο παραπάνω, το συμπέρασμα που θα μπορούσε κάποιος να βγάλει αβίαστα
είναι ότι πιστεύουν πως τώρα είναι ο
καιρός για ρήξη με την ευρωζώνη και την ΕΕ και, επομένως, τώρα πρέπει οι Κόκκινοι
να σαλπίσουν το σύνθημα της ‘‘γενικής εφόδου’’: Εξω από το ευρώ και την ΕΕ! Σωστά;
Λάθος! Γιατί ενώ εξαπολύουν τους
μύδρους τους, από την άλλη, την ίδια στιγμή, εκτιμούν και αυτοί, όπως ακριβώς πολλοί
Κόκκινοι της πλειοψηφίας, πως «ο
κόσμος δεν είναι έτοιμος για ρήξεις»! Ποιος μπορεί να αρνηθεί όμως, ότι η
αποχώρησή μας από το ευρώ είναι μία μεγάλη ρήξη; Άρα, πότε να υποθέσουμε ότι έχουν
δίκιο; Όταν εκτιμούν ότι το timing δεν
είναι το κατάλληλο για ρήξη, ή όταν καταλήγουν στο ακριβώς αντίθετο συμπέρασμα; Και πώς είναι δυνατόν να εμπιστευτείς
κάποιους που οι εκτιμήσεις τους για ένα τόσο κρίσιμο ζήτημα διαφέρουν τόσο
πολύ;
Οι μενσεβίκοι τής δεύτερης
ομάδας, κάνουν ένα επίσης βασικότατο λάθος. Απορροφημένοι καθώς είναι με τα δικά
μας ζητήματα, φτάνουν στο σημείο να ξεχνούν πως εκτός από εμάς υπάρχει κι ο
αντίπαλος! Έτσι, όπως συμβαίνει και στο κανονικό σκάκι όπου έχουμε το φαινόμενο
της ‘‘τύφλωσης’’ των σκακιστών, ενώ κοιτάζουν με προσοχή τη σκακιέρα,
αποτυγχάνουν να διακρίνουν το προφανές: Δεν είναι μόνο οι Κόκκινοι στα ασπρόμαυρα τετράγωνα. Είναι και οι Μπλε! Οι οποίοι Μπλε θα έκαναν πραγματικό πάρτι, αν ο ΣΥΡΙΖΑ ξεκινούσε τώρα την προετοιμασία «δια παν
ενδεχόμενο», συνδυάζοντάς την με την προεκλογική εκστρατεία. Τι χρεία άλλων
μαρτύρων θα είχαν οι άνθρωποι από εμάς τους ίδιους, για να στηρίξουν, ακλόνητα
αυτή τη φορά, το επιχείρημά τους «Ο
ΣΥΡΙΖΑ μας οδηγεί στη δραχμή» και να μας οδηγήσουν έτσι στις 17 Ιουνίου εκ
του ασφαλούς στην ήττα; Πρέπει να ενημερωθεί ο λαός πριν πάρει τις αποφάσεις
του ώστε να προετοιμαστεί «δια παν ενδεχόμενο»; Φυσικά! Δεν νομίζουμε ότι
υπάρχει άνθρωπος ανάμεσα στους Κόκκινους
που θα το αρνηθεί αυτό! Αλλά και δεν νομίζουμε ότι εκείνο που προέχει τώρα είναι η προετοιμασία του λαού σε αυτό
ειδικά το ζήτημα. Εκείνο που προέχει τώρα είναι η διεκδίκηση της εκλογικής νίκης.
Τελικά,
πότε θα είναι ο καιρός να είναι καιρός;
Ειλικρινά δεν το ξέρουμε. Και
δεν νομίζουμε να ξέρει κανείς πότε θα φτάσει ο κόμπος τού ευρώ στο χτένι τού ελληνικού
λαού. Εκείνο το οποίο ξέρουμε όμως είναι ότι, καθώς ο κόμπος όλο και πλησιάζει,
όλο και περισσότεροι Έλληνες θα αρχίζουν να σκέπτονται το πρόβλημα πιο σοβαρά και
να εξετάζουν από μόνοι τους όλα τα ενδεχόμενα (η έρευνα που αναφέραμε πιο πάνω
είναι κάτι παραπάνω από εύγλωττη επ’ αυτού). Και ξέρουμε και το άλλο: Όσο κι αν
παραμένει διχασμένος, όσο κι αν φαίνεται να θέλει και την πίτα ολόκληρη και το
σκύλο χορτάτο, η ίδια η εμπειρία —η δική του εμπειρία· όχι αυτά που λέμε εμείς,
ο Τσίπρας ή η Παπαρήγα!— είναι εκείνη που θα του δείξει τα όρια που, υπό τους
παρόντες ευρωπαϊκούς συσχετισμούς δύναμης ή κάποιους άλλους ‘‘ευνοϊκότερους’’,
έχει η σιδερένια φτέρνα της ευρωζώνης και της ΕΕ. Δεν πιστεύουμε πάντως πως ο
ελληνικός λαός, όπως και κάθε λαός, θα επιλέξει να αυτοκτονήσει συλλογικά, λύση
που επιλέγουν ατομικά με αυξανόμενους ρυθμούς πολλοί απελπισμένοι συμπατριώτες
μας.
Κατά τη γνώμη μας, ένας από
τους βασικούς, ο βασικότερος ίσως παράγοντας που συνετέλεσε και συντελεί στη συνεχιζόμενη
αποδοχή τού ΣΥΡΙΖΑ από μεγάλο κομμάτι τής ελληνικής κοινωνίας ήταν —και πρέπει
να διατηρηθεί εν ισχύι— ακριβώς αυτός:
Ο ΣΥΡΙΖΑ —συνειδητά και προγραμματισμένα ή όχι· ευφυώς ή, εξ αιτίας τού
δικού του διχασμού, υποχρεωτικώς·— εμφανίστηκε να συμβιώνει με τον κοινωνικό διχασμό (όχι στο μνημόνιο/ναι στο ευρώ).
Αντί να υποδείξει μια σαφέστερη
πορεία, προτίμησε να συνοδοιπορήσει
με το λαό. Αντί να ‘‘εκβιάσει’’ μια
οριστική γνώμη (ωθώντας κι αυτός με τη σειρά του το λαό σε μια κατάσταση
ιδιότυπου zugzwang), προτίμησε να αφήσει το ζήτημα ανοιχτό, με την εκτίμηση πως δεν
είναι ακόμα καιρός, ούτε για τον λαό, ούτε για τον ίδιο. Οπορτουνισμός; Όσο είναι οπορτουνισμός
και το «χθες ήταν νωρίς» τού
Λένιν!
Η
έκβαση της παρτίδας
Ούτε αυτήν μπορούμε να την
ξέρουμε! Εδώ δεν ξέρουμε καν ποιος θα κερδίσει τις εκλογές, θα ξέραμε ποιος θα
κερδίσει την παρτίδα; Και ποιος μπορεί να ξέρει την έκβαση μιας παρτίδας της
οποίας το ματ είναι προσδιορισμένο σε ν+1 κινήσεις χωρίς μάλιστα να είναι
δυνατόν να προσδιοριστεί εκ των προτέρων ποιος θα είναι ο νικητής;
Αν κάτι ξέρουμε για την παρτίδα
είναι η γενική-γενική στρατηγική που πρέπει να ακολουθήσουμε, το στυλ με το οποίο θα πρέπει να παίξουμε, όσο
περνάει από το χέρι μας τουλάχιστον (είπαμε: είναι και οι Μπλε στη σκακιέρα!). Εδώ λοιπόν, σε αυτό το ζήτημα, η δική μας
βαθιά πεποίθηση είναι πως πρέπει να υιοθετήσουμε τη φιλοσοφία τού ποζισιονέλ παιχνιδιού. Αυτού δηλαδή που, όχι
βέβαια χωρίς ‘‘επιταχύνσεις’’ ή ρήξεις, αποσκοπεί κυρίως στη σταδιακή απόκτηση του στρατηγικού αποφασιστικού πλεονεκτήματος,
το οποίο είναι απαραίτητο για κάθε ριζική ανατροπή στον τόπο και το χρόνο που
ζούμε τώρα.
Όμως, ας τις αφήσουμε αυτές τις
βαθυστόχαστες στρατηγικές για την ώρα. Το άμεσο που έχουμε μπροστά μας είναι η
επικείμενη εκλογική σύγκρουση, για την οποία οι Μπλε και οι Κόκκινοι
συγκεντρώνουν δυνάμεις.
Έκαστος εφ’ ω ετάχθη. Κι εμείς όλοι
είμαστε ταγμένοι με τους Κόκκινους, δεν
είμαστε; Γερά λοιπόν. Μετά, ό,τι κι αν προκύψει, νέα κατάσταση-νέα καθήκοντα!
Αντί
επιλόγου
Το υπονοήσαμε λίγο παραπάνω, ας
το κάνουμε πιο καθαρό εδώ:
Η στρατηγική ανάλυση μιας
παρτίδας σαν αυτή που επιχειρήσαμε εδώ μοιάζει πολύ συχνά με την
αποκρυπτογράφηση του νοήματος ενός πίνακα αφηρημένης ζωγραφικής: Μπορείς να καταλήξεις
σε συμπεράσματα που δεν έχουν την παραμικρή σχέση με τις πραγματικές προθέσεις αυτών
οι οποίοι χάραξαν τη στρατηγική. Τίποτε δεν αποκλείει να εμπίπτει και η δική
μας ανάλυση σε αυτές τις ‘‘ατυχείς’’ περιπτώσεις. Σε κάθε περίπτωση όμως, αυτή η ανάλυση είναι που φέρνει το ιστολόγιό μας σε θέση παραστάτη τού
ΣΥΡΙΖΑ.
Και τη γραμμή που προκύπτει από
αυτή την ανάλυση θα προσπαθήσουμε,
στο μέτρο τών περιορισμένων δυνατοτήτων μας βέβαια, να προωθήσουμε, αν δεν τη
δούμε να ακολουθείται.
Η
εικόνα είναι από το uncrate.com