Στο Red Notebook έχει αναρτηθεί από την
Πέμπτη 25 Οκτωβρίου ένα άρθρο τού Ηλία Ιωακείμογλου (ΗΙ) με τίτλο Ένας άγριος την 28η Οκτωβρίου και θέμα
του οι εθνικές εορτές. Στο άρθρο, που είναι βέβαια γραμμένο με την ευκαιρία τής
σημερινής επετείου, ο ΗΙ εκφράζει την απόλυτη εναντίωσή του στη διενέργεια
τέτοιου τύπου εορταστικών εκδηλώσεων. Τέτοιου τύπου: δηλαδή εθνικού.
Το
κείμενο του ΗΙ δεν έχει τίποτε το πρωτότυπο εκ πρώτης όψεως. Εντάσσεται στο
ρεύμα τού ιδιότυπου αριστερού αντιεθνικισμού που αναπτύχθηκε στη χώρα μας (και
όχι μόνο) τις δύο τελευταίες δεκαετίες περίπου. Ο χαρακτηρισμός του ως
ιδιότυπου είναι μάλλον ‘‘ευγενής’’. Στην πραγματικότητα έχουμε να κάνουμε με
μία διαστρεβλωμένη και ανιστόρητη εκδοχή τού αριστερού αντιεθνικισμού, όπως
αποδεικνύει περίτρανα το γεγονός ότι η αφήγησή της δεν οδηγεί στον κατά την
Αριστερά αντίθετο πόλο τού εθνικισμού, τον διεθνισμό, αλλά στη διαγραφή των
εθνικών συλλογικοτήτων, όπως αυτές διαμορφώθηκαν μετά τη δόμηση της διεθνούς
τάξης (ή αταξίας) επί τού θεμέλιου λίθου τού έθνους-κράτους. Όπως από αυτό το
βήμα έχουμε υποστηρίξει πολλές φορές, στη ρίζα αυτής τής καρικατούρας τού
αριστερού αντιεθνικισμού, κατά παράδοξο αλλά όχι και ανεξήγητο τρόπο, δεν
βρίσκεται παρά η αποτυχία τής Αριστεράς στις χώρες τού δυτικού κόσμου, ιδίως
μετά την κατάρρευση των πρωτοσοσιαλιστικών καθεστώτων, να αναδειχθεί σε ηγέτιδα
παράταξη ενός ορισμένου (ορισμένου από όρια, δηλαδή σύνορα) και εν-τοπισμένου κοινωνικού σχηματισμού.
Έτσι, σε αυτό το ‘‘έμφραγμα’’ που ακύρωνε την κύρια αποστολή της, δηλαδή την
ανάδειξη του κόσμου τής εργασίας σε ηγέτιδα τάξη τού κατά τόπους κοινωνικού
σχηματισμού, απάντησε με το ‘‘bypass’’ του αντιεθνισμού,
βαφτίζοντάς το αριστερό αντιεθνικισμό, aka διεθνισμό[1]
και όσους αριστερούς αντιτίθενται σε αυτή την κωμικοτραγική πιρουέτα εθνοκομμουνιστές —κατά τη διατύπωση του
Γιάννη Μηλιού— ή αριστεροπατριώτες
σύμφωνα με τον πιο διαδεδομένο χαρακτηρισμό.
Πέρα από αυτό το καθόλου
πρωτότυπο γενικό πλαίσιο, το περί ου ο λόγος άρθρο δεν πρωτοτυπεί σε πολλά
ακόμα σημεία. Γιατί συνεχίζει να βαδίζει τον ίδιο αδιέξοδο δρόμο αυτού τού
ρηχού, ατελέσφορου και απλοϊκού ‘‘αντιεθνικισμού’’, ο οποίος είναι χαραγμένος
επάνω στην εξαιρετικά αφελή ιδέα ότι μπορείς να πριονίσεις το κλαδί που σου
βγάζει το μάτι, αδιαφορώντας αν, εν μέρει, κάθεσαι κι εσύ ο ίδιος σ’ αυτό το
κλαδί! Πιο συγκεκριμένα:
Δεν
πρωτοτυπεί όταν επιτίθεται στην ιδέα τού έθνους επί τη βάσει τού ότι είναι μία
ιδέα αποκλεισμού τού Άλλου. Αυτή η ανοησία έχει γραφτεί πολλές φορές από
αριστερούς ‘‘αντιεθνικιστές’’. Κατανοητή και συγχωρητέα κατά κάποιο τρόπο, όταν
την εκστομίζουν οι διαφόρων λογιών ‘‘φιλελεύθεροι’’, αλλά και αριστεροί; Λες
και οι ιδέες τής Αριστεράς, τουλάχιστον από τα χρόνια τού Μαρξ και μετά, δεν
είναι θεμελιωμένες σε αιτήματα αποκλεισμού τού Άλλου, τα οποία προηγούνται του
τελικού στόχου τής πανανθρώπινης συναδέλφωσης! Μπορεί να καταπολεμηθεί ο
εθνικισμός έτσι, δηλαδή με βάση επιχειρήματα που, εκτός από αυτόν, αν
υποθέσουμε ότι είναι αποτελεσματικά και
χρήσιμα για τον αντιεθνικιστικό αγώνα, ακυρώνουν και την ίδια την Αριστερά;;;
Δεν
πρωτοτυπεί ούτε όταν επιχειρεί περίπου να ταυτίσει τον πατριωτισμό με τον
εθνικισμό. Άλλη ανοησία αυτή, που όμως, δυστυχώς, δεν είναι η πρώτη φορά που
γράφεται ή υπονοείται. Το σκεπτικό (ναι, και οι ανοησίες έχουν σκεπτικό!) πάει
ως εξής: Ο πατριωτισμός, νοούμενος κατ’ αρχήν ως εύλογη επιθυμία και δίκαιη
απόφαση υπεράσπισης ενός χώρου από την υπεξαίρεση κάποιου ο οποίος δεν έχει
δικαιώματα νομής και κατοχής του, μπορεί εύκολα να εκφυλιστεί σε εθνικισμό (με
την κακή έννοια). Άρα, πρέπει να απαλλαγούμε και από τον πατριωτισμό! Κατά την ίδια τερατώδη λογική, αφού η
δημοκρατία έχει εκφυλιστεί σε μία νομιμοφανή και νομότυπη ολιγαρχία, πρέπει να
την καταργήσουμε! Όχι να την αναμορφώσουμε, όχι να της προσδώσουμε το πρόσημο
της δικής μας τάξης, όχι να διεκδικήσουμε το πραγματικό της περιεχόμενο σύμφωνα
με τα συμφέροντα της πλειοψηφούσας κοινωνικής κατηγορίας, τους εργαζόμενους. Να
την καταργήσουμε ως μορφή διακυβέρνησης! Αστειότητες…
Δεν
πρωτοτυπεί ακόμα ούτε όταν μας θυμίζει το αυτονόητο και προφανές: η εθνική γιορτή είναι μια καθαρά νοητική
επινόηση, μια κοινωνικά κατασκευασμένη εμπειρία, γράφει ο ΗΙ. Το έχουν
κάνει πολλοί πριν από αυτόν. Και, όπως κι εκείνοι, θα έχει μάλλον κι ο ίδιος
την εντύπωση ότι αυτό είναι τάχα ένα συντριπτικό πλήγμα κατά τού εθνικισμού! Ω
Θεοί! Οι εθνικές γιορτές, λέει, είναι μία νοητική επινόηση! Και η Πρωτομαγιά,
ας πούμε, τι είναι; Πόθεν προέρχεται η καθιέρωσή της ως ταξικής γιορτής; Εκ …Θεών;;;
Και
επίσης δεν πρωτοτυπεί όταν ξεκινάει, ως άλλος Δον Κιχώτης εκστρατεία εναντίον
τής συμβολικής τάξης τού κόσμου. Γιατί τι άλλο κάνει, όταν τα βάζει με την
ελληνική σημαία, έχοντας την εντύπωση —ω της αφέλειας!— πως αν εξαφανιστεί το
σημαίνον θα εξαφανιστεί και το σημαινόμενο. Έτσι, βγάζει τα μάτια τού Λακάν με έναν ιδιαίτερο
τρόπο: αδιαφορώντας για τις ιδέες του την ίδια στιγμή που στηρίζεται σ’ αυτές,
αλλά παραναγιγνώσκοντάς τις! Αδιαφορεί, όταν προσπαθεί να εξορίσει το συμβολικό
και ο φαντασιακό στοιχείο από το πεδίο τής πολιτικής. Και τις παραναγιγνώσκει,
όταν δεν κατανοεί την έννοια με την οποία ο Λακάν αναγνώρισε την πρωτοκαθεδρία
τού σημαίνοντος έναντι τού σημαινομένου. Η οποία δεν είναι άλλη από το ότι το
σημαίνον έχει μία ‘‘αυτονομία’’ κατά κάποιο τρόπο και δεν οδηγεί αυτομάτως και
αδιαμεσολάβητα σε ένα και μόνο σημαινόμενο, αλλά σε πολλά. Το ποιο σημαινόμενο
θα επικρατήσει (και εδώ προσγειωνόμαστε και συνδεόμαστε άμεσα με το Πολιτικό)
είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Δηλαδή σύγκρουσης. Σύγκρουσης, από την οποία,
εν προκειμένω, ο ΗΙ παραιτείται θριαμβευτικά, πιστεύοντας με το μυαλό του ότι
έχει καταγάγει περιφανή νίκη! Ενώ στην πραγματικότητα δεν κάνει τίποτε άλλο από
το να δραπετεύει, εγκαταλείποντας το πεδίο τής μάχης στη …Χρυσή Αυγή! —προφανώς
επί τη βάσει τού σκεπτικού ότι το εθνικό ζήτημα είναι προνομιακό πεδίο τής
Δεξιάς και ιδίως τής ακροδεξιάς, άρα εμείς πρέπει να την κάνουμε τρέχοντας από
αυτό. Τι καλά που θα ήταν να επεδείκνυαν την ίδια ανοησία και οι Χρυσαυγίτες
και να εγκατέλειπαν το πεδίο τής ταξικής πάλης σ’ εμάς, επί τη βάσει τού ίδια
ανόητου αλλά αντίστροφου σκεπτικού: το ταξικό ζήτημα είναι προνομιακό πεδίο για
την Αριστερά κι εμείς δεν παίζουμε εκεί…
Δεν
πρωτοτυπεί εδώ, δεν πρωτοτυπεί εκεί, τότε τι στο διάολο μας ερέθισε στο άρθρο
του τόσο ώστε να ‘‘πατήσουμε’’ πάνω του για το σημερινό σημείωμα; Μα αυτό
ακριβώς! Ότι δεν πρωτοτυπεί! Και μάλιστα ότι δεν πρωτοτυπεί τώρα, σε αυτή τη
συγκυρία, γεγονός που μας φέρνει στη μνήμη τη γνωστή ρήση για τον δις
εξαμαρτάνοντα. Εξηγούμεθα:
Το 2007,
η ΗΙ εξέθεσε τις απόψεις που θίγει συνοπτικά στο συζητούμενο άρθρο, με μία
μονογραφία του, παράλληλα, στην ίδια έκδοση δηλαδή, με μία μονογραφία τής
γνωστής, μη εξαιρετέας και πολύ ‘‘αγαπητής’’ μας Σώτης Τριανταφύλλου. Η έκδοση
είχε τον κοινό τίτλο-ομπρέλα «Για τη σημαία
και το έθνος».
Με αφορμή μία παλαιότερη
ανάρτησή μας, στην οποία κάναμε μία αναφορά en passant σε αυτό το βιβλίο και
στον ίδιο τον ΗΙ, έτυχε να συνομιλήσουμε εδώ. Μας είχε πει τότε, δικαίως εν
μέρει όπως και το αναγνωρίσαμε, ότι τον είχαμε κάπου αδικήσει επειδή τον
συσχετίζαμε κατά κάποιο τρόπο με την ωραία Σώτη, κρίνοντας μόνο και μόνο από τη
συνέκδοση των δύο μονογραφιών και ενός παλαιότερου βιβλίου για την τρομοκρατία
καθώς και την κοινή παρουσία τους σε κάποιες εκδηλώσεις σχετικές με το εθνικό
ζήτημα. Επιπλέον, μας είχε δώσει την εξήγηση γι’ αυτή τη συμπόρευση: όταν
πραγματοποιήθηκε η Τριανταφύλλου δεν είχε δώσει ακόμα δείγματα εχθρότητας προς την
Αριστερά και δεν είχε γίνει φανερός ο αντικομμουνισμός της.
Να μας συμπαθά ο φίλος και —γιατί
όχι;— και σύντροφος ΗΙ. Θα θέλαμε να τον πληροφορήσουμε ότι η συμπόρευσή του με
τη Σώτη Τριανταφύλλου συνεχίζεται! Γιατί βέβαια η συμπόρευση δεν κρίνεται μόνο
ή κυρίως από μία συνέκδοση ή κάποιες κοινές παρουσίες σε ομιλίες. Η συμπόρευση
κρίνεται επί τη βάσει τού περιεχομένου, των ιδεών δηλαδή. Και δεν υπάρχει η
παραμικρή αμφιβολία ότι η ηγερία τού ‘‘προοδευτικού’’ ‘‘φιλελευθερισμού’’ θα
προσυπέγραφε φαρδιά-πλατιά το άρθρο του. Απλώς θα συμπλήρωνε κάτι που, ναι μεν ο
ΗΙ δεν συμπεριέλαβε στο άρθρο του (όπως δεν το συμπεριέλαβε και στη μονογραφία
του στο προαναφερθέν βιβλίο), αλλά δεν έκανε και το παραμικρό ώστε να μη μπορεί
να του το κολλήσει η Σώτη και η κάθε Σώτη, ως αυτονόητα εξαγόμενο από τα
συμφραζόμενά των ισχυρισμών του. Ποιο να του κολλήσει; Μα ποιο άλλο από τη διευκρίνιση πως όταν
λέμε «κάτω οι σημαίες», εννοούμε όλες τις σημαίες που ορίζουν
συλλογικότητες. Με πρώτη και καλύτερη την Κόκκινη! Και πιθανόν να το συμπλήρωνε
με τα ίδια λόγια που είχε γράψει στη δική της μονογραφία στο ‘‘διπλό’’ βιβλίο:
«Οι
σημαίες —σφυρί και κρανίο ή σφυρί και δρεπάνι— συγκλίνουν σε παρόμοιες
πεποιθήσεις: στην λατρεία τής ιεραρχίας, στις ανθρωποθυσίες, στη μεταφυσική του
Επέκεινα, στη μανιχαϊστική ιδεολογία τού Καλού και του Κακού·»
Πέρασαν αρκετά χρόνια από αυτό
το ‘‘διπλό’’ βιβλίο. Ακόμα ο φίλος ΗΙ να πάρει χαμπάρι σε τι ακριβώς συνίστατο η
προβληματικότητα της κοινής εκδοτικής παρουσίας του με τη Σώτη;
Αντί
επιλόγου
Τι είχατε Λέφτηδες, τι είχαμε
πάντα! Ασυμφιλίωτη αντιπαλότητα με τον συγχρωτισμό μερίδας τής Αριστεράς με τον
αστικό ‘‘φιλελευθερισμό’’, συγχρωτισμό που ισοδυναμεί με αργή αυτοκτονία για τη
δική μας μεριά και μας οδηγεί με μαθηματική βεβαιότητα στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας.
Αυτή η αφύσικη συμπόρευση,
συχνά, συχνότατα, εντοπίζεται στο εθνικό ζήτημα και στην κοινή ‘‘αντιεθνικιστική’’
αντίληψη. Και ρητά, όπως στην περίπτωση που συζητήσαμε, ή υπόρρητα, η ‘‘σημαία’’
αυτού τού ‘‘φιλελεύθερου’’ ‘‘αντιεθνικισμού’’ είναι η δυσανεξία και εχθρότητα προς
τη σημαία τού έθνους-κράτους. Περιέργως (καλά, αστειευόμαστε! ;-) ) δεν έχουμε
εντοπίσει καμία εχθρότητα προς μία άλλη σημαία. Αυτή τη μπλε με τα κίτρινα
αστέρια, που εδώ και κάτι χρόνια τη βλέπουμε σε πρωθυπουργικά γραφεία ή σε επίσημες
αίθουσες τελετών καμαρωτή-καμαρωτή δίπλα στην ελληνική. Συχνά και μόνη της…
Εμείς, θα συνεχίσουμε να
υψώνουμε τη σημαία. Κι όχι από νάιλον. Από ύφασμα, κανονική. Δεν τη χαρίζουμε
σε κανένα σφετεριστή της και σε κανέναν εθνοκάπηλο. Μέχρι να την κρατήσουμε
εμείς και μόνο εμείς. Η τάξη μας δηλαδή.
[1] Αυτό το ‘‘bypass’’ δεν ήταν και το μοναδικό
τέχνασμα που η Αριστερά, στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς, ιδίως στις χώρες τού
ανεπτυγμένου και εδραιωμένου καπιταλισμού, κατεργάστηκε εν τη πενία της. Τον
ίδιο ρόλο έπαιξαν ευάριθμα προτάγματα πολιτισμικού περιεχομένου, με πρώτα και
καλύτερα τα ζητήματα φύλου (φεμινισμός, ομοφυλοφιλικό κίνημα), κοινωνικών
ταυτοτήτων και διαπολιτισμικών σχέσεων (πολυπολιτισμικότητα).