Δεν ξέρω επί πόσα χρόνια για μία ορισμένη
μερίδα τής Αριστεράς (άλλοι τη λένε «ανανεωτική», άλλοι «πολιτισμική», άλλοι
«δικαιωματιστική», άλλοι, απλούστερα, για να συνεννοούμαστε, «αντισταλινική» –take
your pick) ο Νικόλας Σεβαστάκης εθεωρείτο υπεράνω πάσης αμφιβολίας άνθρωπος της
Αριστεράς. Δεδομένης της τυφλότητας που χαρακτηρίζει αυτή την Αριστερά και του
πόσο πολύ «δεν έχει την παραμικρή γαμημένη ιδέα σε τι κόσμο ζει»[1] υποθέτω
για κάμποσα.
Κολοκύθια μετά ριγάνεως! Δεν ξέρω τις ιδεολογικές
του διαδρομές από την εποχή που ήταν νέος, αλλά τώρα, φιλελεύθερος είναι ο
άνθρωπος (έστω: φιλελεύθερος της «αριστερής» πτέρυγας, δηλαδή «προοδευτικός εν
γένει»). Όποιος δεν παρακολουθεί την αρθρογραφία του[2] και επειδή τον έχει τοποθετήσει στο
μυαλό του ως αριστερό αμφιβάλλει, ας διαβάσει αυτό. Με προσοχή όμως –κι αφού αφαιρέσει τα πλουμιστά λεκτικά πέπλα και
αποκωδικοποιήσει τα περίπλοκα φραστικά σχήματα.
Τώρα, με την περίπτωση του θεατρικού έργου
Η ισορροπία τού Nash,
όπου όλη η φιλελευθεράντζα (λέγε με και ακραίο κέντρο) ούτε λίγο ούτε πολύ το μόνο
που δεν ζήτησε ήταν «να καεί να καεί το μπουρδέλο η Πειραματική Σκηνή» μαζί με
όλους τους συντελεστές τής παράστασης, ζορίστηκε. Διότι, βέβαια, από τη μια δεν
μπορεί να ξεφτιλιστεί προσυπογράφοντας την εις θάνατον καταδίκη τού έργου, αλλά
και από την άλλη δεν του έρχεται να αποκηρύξει τους εν φιλελευθερισμώ αδελφούς.
Έτσι, βάζει όλη τη συγγραφική τέχνη του για να ισορροπήσει στην …τρίχα τής
γάτας μου! Δύσκολο εγχείρημα, ό,τι και να πεις, ακόμα και για έναν μάστορα των
λεπτών εννοιών όπως αυτός. Όπως θα δείτε, μπορεί να αποφεύγει την ξεφτίλα, όχι όμως
και τη γελοιοποίηση. Ένα μόνο παράδειγμα:
Ο Νικόλας Σεβαστάκης ξεκινάει το άρθρο
του (στο μηνιαίο προπύργιο του αριστερόμορφου πλην μαύρου αντικομμουνισμού The Βooks’ Journal, παρακαλώ!)
με τα ακόλουθα ρητορικά ερωτήματα:
Μπορεί
το κείμενο ενός Ξηρού να γίνει βάση μιας θεατρικής παράστασης του Εθνικού
θεάτρου της χώρας; Μπορούν τα λόγια ενός καταδικασθέντος ισοβίτη να ακουστούν
σε μια κρατική σκηνή, έστω στο πειραματικό της σκέλος;
Για δώσει την εξής απάντηση:
Πιστεύω
ότι σε μια φιλελεύθερη συνταγματική δημοκρατία ένα ερώτημα, όπως της εισαγωγής
πιο πάνω, δεν μπορεί να διατυπώνεται κατ’ αυτόν τον τρόπο.
Ναι, καλά διαβάσατε! Δεν μπορεί, λέει,
ένα ερώτημα όπως αυτό να διατυπώνεται «κατ’ αυτόν τον τρόπο»! Όχι «δεν μπορεί καν
να διατυπώνεται ένα τέτοιο ερώτημα», όπως δεν δίστασε να δεχθεί ακόμα κι ένας εκπρόσωπος της άκρας δεξιάς πτέρυγας του φιλελευθερισμού. Αλλά «δεν μπορεί να διατυπώνεται
κατ’ αυτόν τον τρόπο»!!! Είδατε ντρίμπλα, ο κύριος καθηγητής; Ούτε ο
Μέσι δεν θα την αποτολμούσε! Πώς να μην ξαπλώσει φαρδιά-πλατιά στο χορτάρι με
τα ποδαράκια του να κοιτούν τον ουρανό και πώς να μην πέσουν και τα τσιμέντα
από τα γέλια;
Πριν σας αφήσουμε να απολαύσετε το πόνημά
του, κάτι ακόμα:
Δεν είναι μόνο που συλλαμβάνεται
γελοιοποιούμενος. Είναι που συλλαμβάνεται και με το κατσίκι στον ώμο, σαν τους
κοινούς κατσικοκλέφτες! Διότι γράφει σε ένα σημείο, αναφερόμενος στο τμήμα τής
Αριστεράς που (με τα δικά του λόγια) «συνδέθηκε –όχι πάντα αρμονικά– με τους
πλατύτερους σε απήχηση λαϊκιστικούς ριζοσπαστισμούς της Αγανάκτησης»:
Έφτιαξαν
δε ένα απλουστευτικό πλαίσιο υποδοχής όπου μια ορισμένη τρομοκρατία γίνεται
απλώς μια (ενδεχομένως λάθος) «επιλογή του κινήματος».
Μπορεί να μας υποδείξει ο κύριος
καθηγητής ποιοι από το τμήμα τής Αριστεράς που «συνδέθηκε –όχι πάντα αρμονικά–
με τους πλατύτερους σε απήχηση λαϊκιστικούς ριζοσπαστισμούς της Αγανάκτησης»
έχουν αφήσει έστω και μία χαραμάδα στην πιθανότητα η τρομοκρατία τύπου 17
Νοέμβρη να αποτελεί σωστή επιλογή;
I rest
my case.
≈≈≈≈≈
[1] © Ζοζέ Σαραμάγκου. Να πούμε όμως εδώ ότι η κατηγορία αυτή δεν
συμπεριλαμβάνει ατομικές περιπτώσεις στις οποίες, αντίθετα, κάποια ξεπουλημένα μέλη
τής αριστερής Εκκλησίας έχουν πιάσει για
τα καλά τα «μηνύματα των καιρών» και έχουν προβεί «σαν έτοιμοι από καιρό» στις
σχετικές «στοχαστικές προσαρμογές»…
[2]
Κάποτε,
όχι πολύ παλιά, τα άρθρα του φιγουράριζαν στην Αυγή, ενώ, για ενάμιση περίπου χρόνο, του είχαν προσφέρει στασίδι με
όλες τις τιμές και τα ‘‘τζιμάνια’’ τού RedNotebook. Εδώ
και πολύ καιρό αποτελεί αναπόσπαστο μέλος τής αρθρογραφικής ομάδας τής …Lifo!
ЖOЖOЖOЖOЖ
Μπορεί
το κείμενο ενός Ξηρού να γίνει βάση μιας θεατρικής παράστασης του Εθνικού
θεάτρου της χώρας; Μπορούν τα λόγια ενός καταδικασθέντος ισοβίτη να ακουστούν
σε μια κρατική σκηνή, έστω στο πειραματικό της σκέλος;
1.
Πιστεύω ότι σε μια φιλελεύθερη
συνταγματική δημοκρατία ένα ερώτημα, όπως της εισαγωγής πιο πάνω, δεν μπορεί να
διατυπώνεται κατ’ αυτόν τον τρόπο. Όλες οι εκδοχές του κακού έχουν περάσει εδώ
και πολλές δεκαετίες στη γενική πολιτισμική κυκλοφορία. Για παράδειγμα, στη διεθνή δημοφιλή κουλτούρα
έχουν βρει από χρόνια θέση οι πιο ετερόκλητες περσόνες του εγκλήματος, από τον
Τσαρλς Μάνσον μέχρι τον Κάρλος το Τσακάλι. Και αυτές οι δημοκρατίες
στηρίζονται, όπως ξέρουμε, στην εργασία της διάκρισης ανάμεσα σε διαφορετικές
σφαίρες της εμπειρίας και θεσμικά επίπεδα: η τέχνη, το δίκαιο, η ποινική
δικαιοσύνη, η ιδεολογική κριτική, οι ηθικές μας εκτιμήσεις –όλα αυτά δεν πρέπει
να συγχέονται και να εγκιβωτίζονται σε συμπαγή σύνολα που είτε κάποιος τα
υπερασπίζεται, είτε τα κατακεραυνώνει και τα απορρίπτει.
Το θέατρο (και κάθε άλλη καλλιτεχνική
δημιουργία) αξιολογείται κυρίως από το αν χειρίζεται με επάρκεια την «ύλη» του,
τα κείμενα, τη δραματουργική επεξεργασία τους και όλα τα άλλα στοιχεία μιας
παράστασης. Κι εκεί ακόμα που ένας σκηνοθέτης έχει κυρίως πολιτική πρόθεση –να
υποβάλει, ας πούμε , ένα σχόλιο για την εξουσία ή την τρομοκρατία–, αυτό το
οποίο πρέπει να μας ενδιαφέρει και να κρίνουμε εν τέλει είναι το εάν κατορθώνει
να παραστήσει διαφορετικές οπτικές και παραμέτρους, αποφεύγοντας τις κακοτοπιές
της λεγόμενης «τέχνης-που-παίρνει-θέση».
Ως εδώ καλά. Δεν μπορούμε, όμως, να
αγνοούμε ούτε να προσποιούμαστε πως δεν υφίσταται πρόβλημα με την ελληνική
τρομοκρατία ή με μια ορισμένη «χρήση» του παραδείγματος της ένοπλης δράσης και
των υποκειμένων της. Υπάρχει, θέλω να πω, ένα σοβαρό ζήτημα ως προς την
πρόσληψη του τρομοκράτη και τους ρητορικούς/συγκινησιακούς τρόπους οι οποίοι
πλαισιώνουν τα χρονικά του εγχώριου ένοπλου αριστερισμού και των παραδόσεων της
«μαχητικής σύγκρουσης με το Κράτος». Τα τελευταία οκτώ-δέκα χρόνια έχει
ενισχυθεί σαφέστατα ένα στυλ ψευδο-κοινωνιολογικής σχετικοποίησης της βίας, και
ιδίως αυτών των μορφών που στεγάστηκαν στη λεγόμενη «λαϊκή» βία της
μεταπολίτευσης. Μια
αντιεξουσιαστική (καθόλου φιλελεύθερη)
αντίληψη περί κοινωνικών δικαιωμάτων από κοινού με κληρονομημένους συμβολικούς
κώδικες μιας εμφυλιογενούς Αριστεράς που αναζητεί τη Δικαίωση, καθαγίασαν έναν
ριζοσπαστισμό τόσο ευρύχωρο ώστε δεν έκανε και δεν κάνει ακόμα τη διάκριση
ανάμεσα σε αντιδημοκρατικούς εξτρεμισμούς και σ’ έναν έντονο –αλλά μες στο
δημοκρατικό πλαίσιο– λόγο κοινωνικής καταγγελίας.
Ένας ορίζοντας ημιεξέγερσης και
ημικομφορμισμού παγιώθηκε στην μετά τον Δεκέμβρη του ’08 περίοδο και στη
συνέχεια συνδέθηκε –όχι πάντα αρμονικά– με τους πλατύτερους σε απήχηση
λαϊκιστικούς ριζοσπαστισμούς της Αγανάκτησης. Μπανάλ αντιμνημόνιο, φωνές κατά
της ευρωπαϊκής / γερμανικής Κατοχής και, συγχρόνως, μια εμμονική
αντι-αστυνομική και αντικρατική
ρητορεία: όλα αυτά συνενώθηκαν διαμορφώνοντας ένα ασταθές,
υπερσυναισθηματικό μάγμα. Έφτιαξαν δε ένα απλουστευτικό πλαίσιο υποδοχής όπου
μια ορισμένη τρομοκρατία γίνεται απλώς μια (ενδεχομένως λάθος) «επιλογή του
κινήματος».
Είναι αυτό το υπερσυναισθηματικό μάγμα το
οποίο ξαναέκανε μόδα σε κάποιους θεατρικούς ή εικαστικούς κύκλους την «πολιτικά
παρεμβατική» τέχνη. Συχνά όμως η μόδα εισάγεται με τρόπους και γλώσσες που
ανακαινίζουν απλώς το πιο κλασικό στρατευμένο περιεχόμενο μέσα από υφολογικές
ανατροπές. Υπερνεωτερικό αμπαλάζ, με άλλα λόγια, για να εκτεθεί μια «άποψη για
τα πράγματα» στην οποία διακρίνει κανείς τη συμβατική πλατφόρμα της κοινωνικής
καταγγελίας.
Επιστρέφω, όμως, στο αρχικό μου ερώτημα:
μπορεί ένα γραπτό του Ξηρού ή όποιου άλλου τρομοκράτη να αποτελέσει τη βάση
μιας θεατρικής δουλειάς για μια μη περιθωριακή σκηνή;
Απαντώ λοιπόν καταφατικά. Απαντώ «ναι»
αναγνωρίζοντας συγχρόνως το πρόβλημα που συνοδεύει σαν σκιά κάθε παρόμοια
καλλιτεχνική επιλογή στη συγκεκριμένη κοινωνία με τους όρους με τους οποίους
διαμορφώθηκε εδώ και δεκαετίες. Ποιο πρόβλημα; Το είπα ήδη: τη ροπή προς την
ηθικοποίηση της θέσης του τρομοκράτη μέσα από την ανακατασκευή του ως θύματος των κατασταλτικών μηχανισμών
ενός (θεμελιωδώς «κακού», βεβαίως) Κράτους. Με τους όρους που συνηθίζει μια
πρόσφατη γλώσσα: ο τρομοκράτης παρουσιάζεται ως θύμα μιας αντιδραστικής
βιοπολιτικής η οποία παίχτηκε πάνω στο τραυματισμένο σώμα του. Αυτή η
παρουσίαση υποτιμά όμως με σκανδαλώδη τρόπο ή αποσιωπά πλήρως την ίδια την
ολοκληρωτική φύση της τρομοκρατίας ως οργανωμένης απανθρωπιάς. Για να το πω όμως
διαφορετικά: το ιδιαίτερο υπόστρωμα το οποίο απειλεί με εκτροχιασμό την
καλλιτεχνική πραγμάτευση του λόγου ενός τρομοκράτη είναι η ηθική επένδυση του
ένοπλου ριζοσπαστισμού με τους σχεδόν μυστικιστικούς όρους μιας εκθειασμένης
«αντάρτικης»/ ανυπότακτης μνήμης. Αυτή η ηθικοποίηση βαίνει παράλληλα με κάποια
νοσταλγία για διαχρονικές εθνικοαπελευθερωτικές εξάρσεις ή με την αναζήτηση
αντιστασιακών παραδειγμάτων. Το ότι το σκάλισμα σε ιδεαλιστικές γαίες γίνεται
συχνά με κυνικά πολιτικά εργαλεία, ε, αυτό δεν είναι καινούργιο στην Ιστορία.
Από την άλλη, το να προσθέτει κανείς τη
γενική ηθική καταγγελία εναντίον της βίας δεν αλλάζει το υπόστρωμα της
προϋπάρχουσας εξιδανίκευσης και του εξωραϊσμού. Ούτε εμποδίζει την εξημερωτική
προσέγγιση της τρομοκρατίας ως μιας «απλώς ακραίας» εκδοχής του αντιφασισμού
στην αιώνια πάλη του Ανθρώπου για Απελευθέρωση.
2.
Όσοι και όσες έχασαν τους δικούς τους
ανθρώπους από τη 17 Νοέμβρη έχουν κάθε λόγο να εξεγείρονται σε κάθε δημόσια
παρουσία των καταδικασμένων δολοφόνων της οργάνωσης. Θα αντιπαλεύουν αυτή την
τάση, όχι γιατί επιδιώκουν τη «λογοκρισία» αλλά διότι έχουν έλθει αντιμέτωποι
με την πιο ριζική και αμετάκλητη σιωπή, με τη σιωπή του οικείου προσώπου που
χάθηκε: με την πιο τελεσίδικη λογοκρισία που είναι νοητή, τη στέρηση του δικαιώματος
στη ζωή!
Ένα έργο ωστόσο κρίνεται πρωτίστως από
την κοινότητα των θεατών του και τους όρους της ενημερωμένης, στοχαστικής
κριτικής του. Και αν η συζήτηση που το περιβάλλει είναι θεμιτή και γόνιμη, δεν
έχει νόημα να μετατρέπεται σε διένεξη για τη λογοκρισία, το δικαίωμα της
έκφρασης ή τη «βεβήλωση» του Εθνικού Θεάτρου. Θα είχε περισσότερη αξία να είναι
μια συζήτηση για τις ιδεολογικές χρήσεις της τέχνης, για την εικόνα του
τρομοκράτη-«αγωνιστή» στην ελληνική κοινωνία ή για τις εκτροπές που μπορεί να
εκθρέψει ένας αντισυστημικός ψευδο-ανθρωπισμός
στην αισθητική. Η Ελλάδα της κρίσης έγινε άλλωστε για κάποιους ο χώρος
μιας κοινωνικής οδύνης μπροστά στην οποία οι Ξηροί και όλη η δράση της 17
Νοέμβρη συνιστούν «πταίσματα» ή ασήμαντες λεπτομέρειες. Εγώ θα έλεγα όμως ότι
αν δεν υπήρχε αυτή η μπανάλ εθνικιστική ή ταξική λογική εξάχνωσης της οδύνης
την οποία προκάλεσε η τρομοκρατία, ίσως
αυτό το λεπτό θέμα του «πρώην ένοπλου που γράφει και παρουσιάζεται» θα είχε βρει
απαντήσεις. Επειδή όμως δεν συμβαίνει αυτό, οι οικογένειες των θυμάτων
αναγκάζονται κάθε λίγο και λιγάκι να διεκδικούν από την αρχή το σεβασμό στον
πόνο τους. Αυτό όμως ορίζει άλλα σύνορα, πέρα από την τέχνη και την πρόσληψή
της. Μας δείχνει, ας πούμε, πόσο δύσκολο πράγμα είναι να διαφωνούμε ή να
συμφωνούμε μιλώντας για πτυχές μιας ιστορίας η οποία έληξε δίχως να πάρει τέλος
και ο πόνος τον οποίον προκάλεσε. Κι εδώ κάπου βρισκόμαστε, για άλλη μια φορά.