Στο προηγούμενο post ασχοληθήκαμε με την κριτική τριών συγκεκριμένων σημείων από τις πολιτικές θέσεις/αντιλήψεις/πρακτικές που χαρακτηρίζουν το Μέτωπο Αλληλεγγύης και Ανατροπής. Δυο «αντικριτικά» σχόλια μάς υποχρεώνουν να απαντήσουμε εκτενώς με το σημερινό σημείωμα αντί με ένα σχόλιο – σεντόνι. Το πρώτο, που παρέχει και την περισσότερη «τροφή για σκέψη», κατατέθηκε από την ΕΟΣ εδώ και στο blog των φίλων της Πάσας, οι οποίοι είχαν την καλοσύνη να αναδημοσιεύσουν το κείμενό μας. Το δεύτερο στάλθηκε μόνο στην Πάσα. Αυτό σε καμία περίπτωση δεν το κάνουμε επειδή θιχτήκαμε από την «αντικριτική» και πήραμε το ζήτημα «προσωπικά». Το κάνουμε, γιατί τα σχόλια των φίλων δίνουν αφορμή για μια απόπειρα να τακτοποιήσουμε κάπως τη σκέψη μας (όλοι οι αριστεροί) πάνω σε ζητήματα καίρια και βασανιστικά τα οποία μας μπερδεύουν και, συχνά, μας διχάζουν.
Τα σχόλια
Πρώτα το απόσπασμα που τράβηξε την προσοχή μας από το σχόλιο που κατέθεσαν στο blog μας οι φίλοι της ΕΟΣ (τα bold δεν είναι δικά μας αυτή τη φορά):
«Το βασικό πρόβλημα με το κείμενο κριτικής του “Left G700” δεν βρίσκεται σε αυτά που γράφει, αλλά σε αυτά που υπονοεί ως “αυτονόητα” και προσδιορίζουν τις ιδεολογικές και θεωρητικές συντεταγμένες εντός των οποίων κινείται.
Αυτά τα πλαίσια διαμορφώνουν ένα αυτοαναφορικό σύστημα πολιτικής σκέψης, το οποίο με εργαλείο την “λογική” προσπαθεί να απαντήσει σε ερωτήματα που θέτει εντός αυτού του συστήματος. Όμως η απάντηση βρίσκεται εκτός, στα πεδία της ταξικής πάλης.
Αναφέρω τρεις εκφράσεις που εκφράζουν αυτή την απαξίωση προς το πραγματικό υποκείμενο της πολιτικής παραγωγής, το οποίο είναι η συλλογική εμπειρία του μαζικού αγώνα:
- Ενώ το ΚΚΕ λέει «το ζήτημα δεν είναι ευρώ ή δραχμή, το ζήτημα είναι οι συσχετισμοί»,[1]
- Το πρόβλημα είναι ότι ο Αλέκος Αλαβάνος φαίνεται να επενδύει σημαντικά περισσότερες προσδοκίες στην κινηματική δράση από όσες της αναλογούν στην πραγματικότητα.
- Είναι μια πιο ενεργητική εκδοχή αυτού που έχει περιγράψει ο Ζίζεκ: «να περιμένεις να συμβεί η έκρηξη κάποιας ‘θεϊκής βίας’ —η χαϊντεγκεριανή εκδοχή του ‘μόνο ο Θεός μπορεί να μας σώσει’». Ή να προσπαθείς να εκμαιεύσεις από την Ιστορία το Συμβάν του Μπαντιού.
Τα πολιτικά κείμενα του Μετώπου ΑΑ, του ΝΑΡ αλλά και των άλλων πολιτικών σχηματισμών της αριστεράς είναι απαξιωμένα ως “οδηγοί για δράση”, όχι μόνον από τα κοινωνικά υποκείμενα στα οποία υποτίθεται ότι απευθύνονται, αλλά ακόμα και για τα ίδια τους τα μέλη. Αυτό είναι το πρώτο ερώτημα που θα πρέπει να απαντήσουμε, πριν ομφαλοσκοπήσουμε στο περιεχόμενό τους.
Μια αναλυτική τοποθέτηση προσέγγιση των αυτών των κρίσιμων ζητημάτων σχετικά με την παραγωγή της πολιτικής και τα υποκείμενα αυτής της διαδικασίας εδώ:
Το δεύτερο σχόλιο:
«Ο/Η Καλά τώρα! λέει:
Το κείμενο θα έπρεπε να είχε ως τίτλο: “Το αυγούλιασμα του αριστερού πελαργού”. Γιατί ο τρόπος σκέψης και τα επιχειρήματα του συγγραφέα προσομοιάζουν με το αυγούλιασμα ενός αρσενικού πτηνού, αφού όπως βάζει τα ερωτήματα είναι εκ των προτέρων δεδομένες και οι απαντήσεις….
Υ.Γ. Το “αυγούλιασμα” είναι παραδοσιακός τρόπος ελέγχου της κότας αν έχει αυγό».
Η ουσία των σχολίων
Παρά τη διαφορετική φρασεολογία των δυο σχολίων η ουσία της κριτικής που εμπεριέχουν συμπίπτει σε έναν κοινό τόπο. Κι αυτός είναι το ότι, σύμφωνα με την αντίληψη των δυο σχολιαστών, θέσαμε τα ερωτήματα και ασκήσαμε την κριτική μας με τέτοιο τρόπο, ώστε το συμπέρασμα να μας δικαιώνει εκ των προτέρων και εκ του ασφαλούς. Ότι υποπέσαμε δηλαδή, όπως θα έλεγε κάποιος «θεωρητικός», στο σφάλμα της λήψης του ζητούμενου, όπου αυτό που επιχειρείται να αποδειχθεί, προϋποτίθεται ως δεδομένο και περιλαμβάνεται στην αποδεικτική επιχειρηματολογία. Κοντολογίς: ενώ νομίζαμε ότι γράψαμε ένα ορθολογικά κριτικό post, στην πραγματικότητα ξεπέσαμε, συνειδητά ή ασυνείδητα, σε σοφίσματα.
Να σημειώσουμε εδώ ότι η ανωτέρω κριτική διατυπώθηκε κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, για τις απόψεις που εκθέσαμε στο τρίτο σημείο της δικής μας κριτικής, αυτό που αναφερόταν στις αντιλήψεις του Μετώπου Αλληλεγγύης και Ανατροπής (ΜΑΑ) για τα κινήματα και γενικότερα την κινηματική δράση.
Πρώτες απορίες και ερωτηματικά
Αν και κανένας από τους δυο σχολιαστές (ιδίως ο δεύτερος) δεν μπαίνει στον κόπο να διατυπώσει, έστω και συνοπτικά αλλά ρητά, ποια είναι τα τρωτά σημεία του πλαισίου εντός του οποίου κινήθηκε η κριτική μας ή του τρόπου σκέψης, ο οποίος μας οδήγησε σε αυτήν, ωστόσο, από την κατηγορία που μας προσάπτουν οι φίλοι της ΕΟΣ περί απαξίωσης του «πραγματικού υποκείμενου της πολιτικής παραγωγής, το οποίο είναι η συλλογική εμπειρία του μαζικού αγώνα», δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς ότι μας κατατάσσουν σε όσους μηδενίζουν τα κοινωνικά κινήματα, αναγνωρίζοντας, αντίστροφα, τις πολιτικά οργανωμένες κοινωνικές δυνάμεις ως τους μόνους παραγωγούς και διαχειριστές της πολιτικής. Εδώ έχουμε ένα πρώτο βασικό πρόβλημα, γιατί κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από πουθενά.
Διάβασαν οι φίλοι την ανάρτησή μας; Εννοούμε, τη διάβασαν προσεκτικά και απροκατάληπτα; Διότι εκεί γράφουμε φαρδιά-πλατιά τα παρακάτω (το παράδοξο είναι ότι παραθέτουν αυτά που γράψαμε φαρδιά-πλατιά!):
«Το πρόβλημα είναι ότι ο Αλέκος Αλαβάνος φαίνεται να επενδύει σημαντικά περισσότερες προσδοκίες στην κινηματική δράση από όσες της αναλογούν στην πραγματικότητα».
Ίσως πουν: «Μα εμείς δεν μιλάμε για μηδενισμό! Εμείς μιλάμε για απαξίωση!»
Πού εντοπίζουν την απαξίωση; Στο γεγονός ότι πιστεύουμε πως η κινηματική δράση χωρίς πολιτικό σχέδιο (από τη συγγραφή του οποίου δεν αποκλείουμε αυτούς που δραστηριοποιούνται κινηματικά) έχει όρια και πεπερασμένες δυνατότητες; Υπάρχει κάτι στον κόσμο αυτό που δεν έχει όρια, εκτός βέβαια από το θεϊκό υποκείμενο; Έχουν σκεφτεί μήπως θεολογούν, έχοντας, απλώς, αντικαταστήσει τον Θεό με τη «συλλογική εμπειρία του μαζικού αγώνα» (όπως άλλοι τον έχουν αντικαταστήσει με το «Κόμμα»);
Έπειτα: Γιατί δεν μπαίνουν στον κόπο να μας υποδείξουν ποια είναι αυτά τα περίφημα «αυτονόητα», κατά την αυθαίρετη, υποτίθεται, σκέψη μας; Δεν τα έχουν προσδιορίσει ή δεν θέλουν να τα αναφέρουν για να μη μπουν στον κόπο να τα καταρρίψουν; Μήπως συμβαίνει κάτι πιο σύνηθες στις διαδικτυακές αναγνώσεις; Μήπως έχουν σχηματίσει απλώς μια εντύπωση για το ποια θεωρούμε εμείς ως αυτονόητα, (βασισμένοι στο «ένστικτό» τους, στη «διαίσθησή» τους, ή στις προκαταλήψεις τους) και αδυνατούν να τεκμηριώσουν αυτές τις εντυπώσεις;
Και τέλος: Ποιο ή ποια είναι τα ζητούμενα που συμπεριλάβαμε ως αποδεικτικό υλικό στην επιχειρηματολογία μας;
Κι άλλες —σημαντικότερες— απορίες: τα παράδοξα της αυτοαναφορικότητας (και του αντίθετού της!)
Τα όσα εκθέσαμε στην αμέσως προηγούμενη ενότητα δεν έχουν και τόσο σημασία, αφού περιορίζονται σ’ ένα διμερές ή καλύτερα τριμερές επίπεδο. Όμως από τα σχόλια, ειδικά αυτό της ΕΟΣ, προκύπτουν γενικότεροι προβληματισμοί (και προβλήματα).
Α. Μας ασκείται κριτική για αυτοαναφορική πολιτική σκέψη. Αυτό είναι, κατ’ αρχήν, τουλάχιστον περίεργο. Όπως είδαμε παραπάνω, εμείς δεν εξαιρέσαμε τα κινήματα και τη δράση τους από την παραγωγή πολιτικής. Και πουθενά δεν υποστηρίξαμε, αν υποθέσουμε ότι εμείς ανήκουμε στο σύνολο των πολιτικά οργανωμένων υποκειμένων, ότι η παραγωγή τής πολιτικής είναι αποκλειστικά έργο των υποκειμένων που ανήκουν στο ίδιο σύνολο μ’ εμάς. Υποστηρίξαμε απλώς ότι η κινηματική δράση έχει όρια. Άρα η σκέψη μας είναι μεν αυτοαναφορική (με τη σκέψη μας μιλάμε, δεν είμαστε medium της σκέψης άλλων!), αλλά όχι περίκλειστη και αποκλειστική.
Ας πούμε όμως ότι κι αυτό είναι μια διμερής «παρεξήγηση» κι ας το προσπεράσουμε. Ερχόμαστε σε μια άλλη, σοβαρότερη διάσταση αυτής της κριτικής.
Οι φίλοι της ΕΟΣ, άθελά τους, προσφέρουν ένα ακόμα παράδειγμα του παράδοξου που μπορεί να προστεθεί πανηγυρικά σε αυτό του κουρέα του Μπέρτραντ Ράσελ.[2] Νομίζουν ότι χαρακτηρίζοντάς μας ως αυτοαναφορικούς ξεμπερδεύουν με όσα υποστηρίζουμε μια και καλή, μόνο και μόνο επειδή αυτοί διαχωρίζουν τη θέση τους και αυτοπροσδιορίζονται ως το αντίθετό μας (μη αυτοαναφορικοί). Ας το νομίζουν. Δικαίωμά τους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το νόμισμα που εξάγουν δεν έχει δυο όψεις! Εξηγούμαστε:
Υποθέτουμε ότι εμείς είμαστε τμήματα ενός συνόλου το οποίο περιλαμβάνει όλα τα υποκείμενα που σκέπτονται αυτοαναφορικά (αυτοαναφορικά, έστω και με τη λανθασμένη αντίληψη της ΕΟΣ). Υποθέτουμε επίσης ότι οι φίλοι μας της ΕΟΣ αποτελούν τμήματα ενός άλλου συνόλου το οποίο περιλαμβάνει όλα τα υποκείμενα που δεν σκέφτονται αυτοαναφορικά. Τότε προκύπτει το εξής παράδοξο:
Ως τμήματα αυτού του συνόλου, είναι υποχρεωμένοι να αυτοαναφέρονται στη μη αυτοαναφορική σκέψη! Πώς τους φαίνεται αυτό;
Β. Τα όσα αναφέραμε μόλις τώρα ισχύουν απόλυτα και για κάποιο άλλο σημείο στο οποίο μάς ασκείται κριτική. Πρόκειται για τη λογική που ακολουθήσαμε για να καταλήξουμε στις απόψεις που εκθέσαμε στην ανάρτηση. Οι φίλοι μάλιστα της ΕΟΣ γράφουν τη λέξη εντός εισαγωγικών: «λογική». Όμως τι σημαίνουν τα εισαγωγικά;
Σημαίνουν ότι απορρίπτουν τη λογική γενικά ως μέθοδο εξαγωγής συμπερασμάτων; Έκτακτα! Αυτό όμως είναι μια άλλη λογική!
‘Η μήπως σημαίνουν ότι, κατ’ εκείνους, η λογική μας δεν είναι ορθή λογική, παραβιάζει δηλαδή τη λογική. Αυτονόητο! Αφού:
Όπως εμείς, έτσι και η ΕΟΣ κινείται εντός κάποιων ιδεολογικών και θεωρητικών συντεταγμένων, διαφορετικών όμως από τις δικές μας. Έτσι, μοιραία, επιστρέφουμε:
«Αυτά τα πλαίσια [Σ.σ.: της ΕΟΣ] διαμορφώνουν ένα αυτοαναφορικό σύστημα πολιτικής σκέψης, το οποίο με εργαλείο την “λογική” προσπαθεί να απαντήσει σε ερωτήματα που θέτει εντός αυτού του συστήματος.»!
Ελπίζουμε να τα καταλαβαίνουν όλα αυτά οι φίλοι της ΕΟΣ —αλλά και ο μεμονωμένος δεύτερος σχολιαστής. Αν θέλουν τα δικά τους να είναι δικά τους, τότε και τα δικά μας θα είναι δικά μας. Κι αν πάλι γλυκοκοιτάζουν τα μισά απ’ τα δικά μας, θα πρέπει να δεχθούν να χάσουν και τα μισά απ’ τα δικά τους! Με πιο καθαρά και ξάστερα λόγια:
Τα περί αυτοαναφορικότητας και λογικής πρέπει να τα βγάλουμε από τη μέση. Ισχύουν (ή δεν ισχύουν) και για τις δυο πλευρές. Επομένως, δεν μπορούν να αποτελέσουν επιχειρήματα μόνο της μιάς!
Μπερδέματα και (κακά) ξεμπερδέματα
Είναι γεγονός ότι η αυτοαναφορικότητα έχει κάποια δυσάρεστα επακόλουθα: Παράδοξα και αντιφάσεις. Πώς ξεμπερδεύουμε;
Ο Μπέρτραντ Ράσελ αποπειράθηκε να ξεμπερδέψει διατυπώνοντας τη «Θεωρία των Λογικών Τύπων» αφού πρώτα έσπασε το κεφάλι του για 4-5 χρονάκια (1901-1905). Η λύση που πρότεινε ήταν «απλή»: Αφού δεν μπορούμε να επιλύσουμε τα παράδοξα που προκαλούνται από την αυτοαναφορικότητα, πρέπει να την …καταργήσουμε! Φυσικά κάτι τέτοιο είναι αδύνατο. Η αυτοαναφορικότητα δεν μπορεί να εξαλειφθεί πλήρως από οποιαδήποτε οντολογία του κοινωνικού. (Ένας σοφός που φιλοδοξεί να γράψει την Ιστορία του Κόσμου δεν μπορεί να αφαιρέσει τον εαυτό του από αυτόν τον Κόσμο, όσο κι αν το θέλει!) Όμως τι μας ενδιαφέρουν όλα αυτά και τι σχέση έχουν με τις διαφωνίες που εξέφρασαν οι σχολιαστές; Έχουν και μάλιστα μεγάλη!
Οι φίλοι μας ακολουθούν αυτό που λέμε «κινηματική λογική» ως αντίδοτο στην υπαρκτή πέραν πάσης αμφιβολίας αποκοπή των αριστερών κομμάτων από τις κοινωνικές διεργασίες, τη γραφειοκρατικοποίησή τους και τη μετάλλαξή τους από κόμματα μελών σε κόμματα μηχανισμών. Κάνουν όμως τρία βασικά λάθη:
Πρώτον: Αποδίδουν όλες αυτές τις στρεβλώσεις στην αυτοαναφορικότητα του συστήματος πολιτική οργάνωση, παραβλέποντας ότι η αυτοαναφορικότητα είναι υπαρκτή σε κάθε σύστημα, επομένως και στο σύστημα κίνημα. (Ακόμα χειρότερα: η συνέλευση μιας ομάδας αναρχικών είναι μια καραμπινάτη αυτοαναφορική λειτουργία. Ακόμα κι αν συνέλθει με μοναδικό θέμα συζήτησης την αυτοδιάλυσή της!).
Δεύτερον: Τις ταυτίζουν με την ίδια την ιδέα της πολιτικής οργάνωσης ως έχει και ευρίσκεται σήμερα (πυραμιδική δομή, αντιπροσωπευτικότητα, συμμόρφωση της μειοψηφίας στις αποφάσεις της πλειοψηφίας).
Τρίτον: Αναγορεύουν σε πανάκεια την αμεσοδημοκρατική λειτουργία, παραγνωρίζοντας (ή απωθώντας) τα όριά της. Δεν θα έπρεπε, ειδικά οι φίλοι της ΕΟΣ. Γιατί έχουν ένα καλό παράδειγμα από μια «συγγενή» πολιτική συλλογικότητα: αυτήν της Πάσας. Η οποία Πάσα, αφού διαλογίσθηκε με τους μήνες τι να είναι, (αποκλείοντας να είναι κόμμα, συνιστώσα του ΣΥΡΙΖΑ, οργάνωση, λέσχη, άλλο, δεν γνωρίζω δεν απαντώ) κατέληξε μια υπαρκτή ανύπαρκτη (κατά το Νύμφη Ανύμφευτη) συλλογικότητα με ένα blog aggregator! Και η αποθέωση, όχι του παράδοξου, αλλά του παραλογισμού:
Σε ανάρτηση της ΕΟΣ στην οποία παρουσιαζόταν κριτικά η Πανελλαδική Συνάντηση του ΜΑΑ κατατέθηκε ένα σχόλιο επικριτικό για τις εκλογικές διαδικασίες της Συνάντησης, και οποίο, μεταξύ άλλων, εκφραζόταν η εξής άποψη:
«[…] Και πραγματικά δεν πιστεύω ότι θα αλλάξει κάτι. Δες τη διαφορά δημοκρατικότητας ανάμεσα σε μια κίνηση σαν την ΠΑΣΑ και σε μια οργάνωση σαν την ΚΟΕ. Η ΠΑΣΑ δεν κατέβασε υποψήφιους, η ΚΟΕ κατέβασε. Η ΠΑΣΑ δεν υποστήριξε συγκεκριμένους υποψήφιους, η ΚΟΕ υποστήριξε. Αυτή είναι η μεγάλη διαφορά. Τα μέλη της ΠΑΣΑ έχουν κριτήριο και ψηφίζουν ότι θέλουν οι ίδιοι ενώ τα μέλη της ΚΟΕ δεν έχουν κριτήριο και ψηφίζουν ότι τους πουν. Επιμένω: Η διαδικασία έδειξε το πλήρες αδιέξοδο στη σχέση δημοκρατίας και οργανώσεων. […]».
Εδώ εκθειάζεται… Αλήθεια, τι εκθειάζει και τι φέρνει ο σχολιαστής ως λαμπρό παράδειγμα αριστερής παρέμβασης; Να σας πούμε εμείς; Την ανυπαρξία! Την αυτοεξάλειψη! Την εθελοντική εξαέρωση! Έτσι, δικαιώνεται και ο τίτλος μας, όπου γίνεται λόγος για την ασφαλή διέξοδο από το πρόβλημα της αυτοαναφορικότητας… Να τη η διέξοδος: η κατάργηση του όντος!
Τα λάθη πληρώνονται
Και τα συγκεκριμένα που παραθέσαμε παραπάνω πληρώνονται με την αέναη περιπλάνηση σε έναν λαβύρινθο, στον οποίο κάθε στροφή κρύβει και μια παράδοξη αντινομία. Οι πιο χτυπητές:
1) Ενώ μας κατηγορούν για απαξίωση της συλλογικής εμπειρίας των υποκειμένων του μαζικού αγώνα, εκείνοι μας εξαιρούν ολοκληρωτικά από τα πεδία της ταξικής πάλης, αφού αυτή είναι «εκεί έξω», κι εμείς σε κάποια, υποτίθεται, επιτελεία! Οπότε, συνεπείς με την προμετωπίδα του blog τους («Φωτιά στα Γενικά Επιτελεία!»), μας βάζουν κι εμάς μπουρλότο, κι ούτε κόκαλο ούτε κοκαλάκι απ’ τους Λέφτηδες!
2) Με το παραπάνω σύνθημά τους νομίζουν ότι έχουν καθαρίσει μια και καλή με το «εξουσιαστικό πρόσωπο της Αριστεράς». Τι αφέλεια! (Ώρες-ώρες δεν απορούμε καθόλου γιατί η Αριστερά έχει καταντήσει καρπαζοεισπράκτορας!). Σε τι συνίσταται η αφέλεια; Μα στο εξής απλό, απλούστατο γεγονός: Φωνάζοντας «Φωτιά στα Γενικά Επιτελεία!» και καλώντας, ταυτόχρονα, σε αμεσοδημοκρατική οργάνωση του ΣΥΡΙΖΑ, δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να …μουντζώνουν τον ίδιο τους τον εαυτό! Ένας αμεσοδημοκρατικός ΣΥΡΙΖΑ τι άλλο από ένα (ευρύτερο) Γενικό Επιτελείο θα είναι, σε σχέση με την κοινωνία; Γιατί εμείς οι αριστεροί δεν μπορούμε να καταλάβουμε ότι, όσο και να κυνηγάμε την ουρά μας, δεν γίνεται να την πιάσουμε ποτέ;
3) Στην ανάρτησή μας επικρίναμε τον Αλαβάνο και το ΜΑΑ, επειδή, κατά το κοινώς λεγόμενο, πετάει το μπαλάκι στο κίνημα, αντί να προσπαθήσει να καταθέσει ένα πιο ολοκληρωμένο σχέδιο που και το κίνημα θα δυναμώσει (αφού θα προκαλέσει εισροές σ’ αυτό), και θα το βοηθήσει να δράσει πιο αποτελεσματικά, (αφού θα έχει πιο συγκεκριμένους στόχους). Θα περίμενε κανείς ότι οι φίλοι της ΕΟΣ, σε αυτό το συγκεκριμένο σημείο, θα υπερασπιζόντουσαν ευθέως και τον Αλαβάνο και το ΜΑΑ. Κι όμως δεν το κάνουν. Το παράδοξο του πράγματος εξηγείται αν διαβάσει κανείς το κείμενο στο οποίο μας παραπέμπουν στο σχόλιό τους (Στρατηγοί ιδού ο στρατός σας!). Εκεί, με δυο λόγια, επικρίνεται το ΜΑΑ, επειδή, με τις πολιτικές θέσεις που κατέθεσε πρόσφατα, δεν κάνει κι αυτό τίποτε άλλο από το να προσπαθεί να επιβάλλει ένα πρόγραμμα δράσης από τα πάνω στους από κάτω. Παρ’ όλα αυτά, οι φίλοι της ΕΟΣ νιώθουν την ανάγκη να αντιδράσουν κάπως για τη δική μας κριτική, η οποία όμως κινείται στους αντίποδες της δικής τους! Πώς λέμε «και με τον αστυφύλαξ, και με τον χωροφύλαξ»; Ε, το ακριβώς ανάποδο! Έτσι συμβαίνει όταν επιμένει να κάποιος να μην είναι καθόλου αυτοαναφορικός. Καταλήγει να είναι απόλυτα αυτοαναφορικός!
Συμπέρασμα
Η εμπειρία των σοσιαλιστικών κρατών του 20ου αιώνα, η κατάρρευσή τους, η εσωτερίκευση από μεγάλο τμήμα της Αριστεράς πως τίποτε δεν μπορεί να αλλάξει και η σε σημαντικό βαθμό μετάλλαξη των αριστερών κομμάτων σε αυτοαναπαραγόμενους οργανισμούς έχει κάνει πολλούς να λυγίζουν τη βέργα τελείως προς την άλλη μεριά. Αυτό, όταν δεν κρατήσει για πολύ, έχει ευεργετικά αποτελέσματα: την ισιώνει. Όταν όμως διαιωνίζεται, καταλήγει σε μια επίσης στραβή βέργα.
Νομίζουμε ότι έχει περάσει υπερβολικά πολύς καιρός που σε ένα σημαντικό τμήμα της Αριστεράς ηγεμονεύει η αντίληψη ότι τα κοινωνικά κινήματα είναι το νέο υποκείμενο της ριζικής κοινωνικής αλλαγής και τα πολιτικά κινήματα ο πανάρχαιος αποδιοπομπαίος τράγος.
Καιρός να ισιώσουμε τη βέργα.
[1] Στοιχηματίζουμε ότι η απόσπαση αυτής της φράσης είναι προϊόν επίσης αποσπασματικής ανάγνωσης. Δηλαδή, παρανάγνωσης!
[2] Ο κουρέας της Σεβίλλης ξυρίζει μόνον όλους αυτούς οι οποίοι δεν ξυρίζονται μόνοι τους.
Ερώτημα: Ο κουρέας της Σεβίλλης ξυρίζεται μόνος του;
Απάντηση: Η απάντηση προφανώς μπορεί να είναι είτε αρνητική, είτε θετική. Οποιαδήποτε απάντηση όμως και να δοθεί από τις δυο εναλλακτικές που έχουμε στη διάθεσή μας, η προκείμενη πρόταση/κανόνας/ορισμός για την οποία ζητείται συμβατή απάντηση καταρρίπτεται! Πιο συγκεκριμένα:
Αν απαντήσουμε ‘ναι’ τότε ο κουρέας της Σεβίλλης θα ξυρίζει μόνον όλους αυτούς οι οποίοι δεν ξυρίζονται μόνοι τους, αλλά με μια …εξαίρεση για την αφεντιά του! Κι αν απαντήσουμε ‘όχι’, πάλι ο κουρέας κάνει τη λαδιά του! Αφού, σύμφωνα με την προκείμενη
πρόταση, υπάγεται σε αυτούς που δεν ξυρίζονται μόνοι τους, οπότε θα έπρεπε να ξυρίσει και τον εαυτό του!
Συμπέρασμα: Το τι πρέπει να κάνει ο κουρέας δεν μπορεί να θεμελιωθεί στη λογική, ή στη συμμόρφωση με τον προκείμενο κανόνα. Είναι ζήτημα απόφασης. Κι αν ο κουρέας είστε εσείς, τη βάψατε: you are on your own, babies!
(Περισσότερες λεπτομέρειες σε δυο παλαιότερες, συνεχόμενες αναρτήσεις μας εδώ κι εδώ).
Η εικόνα, από το sochable.com