Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2016

Και μετά μάς λέτε ότι πρέπει να κόψουμε τα ανέκδοτα με τις ξαθνειές γιατί είναι μισογύνικα και ρατσιστικά!




Για ρίξτε  μια ματιά εδώ και τα ξαναλέμε!


WARNING!!! Μην παίξετε ποτέ πόκα μ’ αυτόν τον τύπο! Θα έχετε Ρήγα και θα σας τον βγάλει οχταράκι!




Ο τύπος είναι, βέβαια, ο διαδικτυακός Ροΐδης, του roides.wordpress.com κι αυτό είναι το avatar που μοστράρει. Λεπτομέρειες αύριο (αργότερα σήμερα).


Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2016

Δημήτρη μου, Δημήτρη μου... Οι εκδότες που επέλεξες για να δημοσιεύεις τα γραπτά σου είναι ένα βήμα πριν απ’ τη χρεοκοπία! Σε λίγο θα κάνουν αίτηση για να μπουν στο άρθρο 99! Σ’ εμάς να ’ρθεις!




Κυρίες και κύριοι, είναι γεγονός: στα αποκαΐδια, ενίοτε, όντως μπορεί κανείς να βρει διαμάντια, έστω και ακατέργαστα. Πιστέψτε το, μου συνέβη! Να το χρονικό τής καλής μου τύχης:
Επισκέφθηκα σήμερα ένα ιστολόγιο των «χαμένων αριστερών ψυχών», ένα από τα πολλά που έχουν στήσει οι δυστυχισμένες αυτές υπάρξεις μετά το περσινό καλοκαίρι. Εκεί, απ’ όσο έχω καταλάβει, συνωστίζονται ορφανά τής τέως Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ, και συγκεκριμένα τής φράξιας τών αριστερών ευρωπαϊστών, κάτι ανησυχούντες τής ΑΝΤΑΡΣΥΑ που διαφωνούν με την ηγεσία τους για την ακριβή ώρα τής Επανάστασης, μερικοί ξέμπαρκοι (ανέντακτοι) που δεν ξέρουν από πού κρατάει η ιδεολογική σκούφια τους και σκέφτονται να απευθυνθούν στην εκπομπή «Πάμε πακέτο» και, βέβαια, η απαραίτητη αριστερόστροφη ΛΟΑΤΚΙ γκρούπα, αποτελούμενη από τακτικά μέλη ή/και αλληλέγγυους (πού να βρεις άκρη με δαύτους... εδώ δεν έχουν βρει οι ίδιοι!) που δεν έχουν καταλάβει ακόμα ότι η αριστερή ριζοσπαστική ανατρεπτική πολιτική έχει μια ομοιότητα με το βιολί: δεν είναι ψωλή, ώστε να μπορούν να την παίζουν ασκούν πολλοί.
Μέσα, λοιπόν, σε όλον αυτόν τον αχταρμά, για τον οποίον, ευτυχώς, ο Βλαδίμηρος δεν φέρει την παραμικρή ευθύνη, μια και οι σύντροφοι εκεί τον έχουν διαγράψει εντελώς τελείως, διάβασα σήμερα ένα πολύ ωραίο άρθρο που το υπογράφει ο άγνωστός μας Δημήτρης Παπαζαχαρίας, πρώην μέλος τής Νεολαίας τού (επίσης πρώην) ΣΥΡΙΖΑ και μάλλον φοιτητής, ίσως και προπτυχιακός ακόμα. Γιατί πολύ ωραίο; Στο τσάκα-τσάκα, γιατί βιάζομαι να του δώσω το λόγο, και κατ’ αντίστροφη σειρά βαρύτητας (περιορίζομαι στα τρία σημαντικότερα σημεία που μου έκαναν το μεγαλύτερο κλικ):
Νεφ πουάν: Ασκεί κριτική στο μέχρι πέρυσι enfant terrible τού αριστερού ευρωπαϊσμού (νυν enfant orphelin), τον Χρήστο Λάσκο. Και, να σημειωθεί, ονομαστικά, όχι φωτογραφικά και μάλιστα φλου, όπως θέλει η «αριστερή πολιτική ορθότης» –my ass!  
Ντι πουάν: Επισημαίνει την αρχομανία (= επιμονή στην «πολιτική αρχών») τής Αριστεράς. Δεδομένου ότι έχουμε βαρεθεί να βοούμε (στην έρημο) πως συχνά η πολιτική αρχών είναι αρχίδια πολιτική, το ιστολόγιο νιώθει από σήμερα λίγο λιγότερη μοναξιά.
Ντουζ πουάν: Σε μια εποχή που η Αριστερά, προσβεβλημένη από τη γνωστή «παιδική ασθένεια» που την κυνηγάει από καταβολής της, έχει ανεβάσει 40+ πυρετό, ο φίλος Δημήτρης ‘‘τολμάει’’ να μιλάει για «στρατηγικές υποχωρήσεις», αδιαφορώντας αν οι παλιοσειρές τής Αριστεράς που «επαναστάσεις στα όνειρά τους αναζητούν» θα του κρεμάσουν κουδούνια.
***
Και τώρα, ο λόγος στον σύντροφο (για την περίπτωση που έρθει από εδώ, όπως τον έχουμε προσκαλέσει, να επαναλάβω αυτό που του έγραφα στην πρόσκληση: η πρότασή μας είναι απολύτως σοβαρή, άσχετα με το κάπως χιουμοριστικό ύφος της)
ЖΟЖΟЖΟЖΟЖ


Κλείνει πλέον ένας χρόνος από τα γεγονότα του καλοκαιριού του 2015, και μαζί κλείνει σιγά σιγά ένας χρόνος από τότε που άρχισαν να διατυπώνονται –από αρκετές πλευρές– εκτιμήσεις περί στρατηγικής ήττας (ή ήττας στρατηγικής, αν και νομίζω ότι είναι το ίδιο πράγμα),σ.1 μαζί με την ανάγκη να ανοίξει ένας στρατηγικός διάλογος για μια νέα στρατηγική, που θα μπορεί να οδηγήσει τις αντικαπιταλιστικές δυνάμεις στη νίκη. Δυστυχώς, ένα χρόνο μετά, λίγα έχουν συζητηθεί και ακόμα λιγότερα έχουν γραφτεί για το ζήτημα της στρατηγικής. Ουσιαστικά, η συζήτηση περί στρατηγικής βρίσκεται αρκετά πίσω από τις (σχεδόν) κοινά ομολογημένες ανάγκες του αντικαπιταλιστικού χώρου και του σημείου στο οποίο βρισκόμαστε.σ.2
Ζητείται στρατηγική
Εκτιμώ πως ο λόγος, για τον οποίο οι δυνάμεις που συνομολογούν την ανάγκη αυτή δεν έχουν καταφέρει να βάλουν μέχρι σήμερα σε προτεραιότητα την ανάλογη συζήτηση, είναι ο εξής: ένα κομμάτι αυτού του δυναμικού (το μη-προερχόμενο απ το ΣΥΡΙΖΑ κυρίως), παρόλο που αναγνωρίζει το ελλιπές των διαθέσιμων στρατηγικών επεξεργασιών, φαίνεται εντούτοις να αισθάνεται μια σχετική επάρκεια με βάση το «απόθεμα» επεξεργασιών της προηγούμενης περιόδου·σ.3 την ίδια στιγμή, το υπολειπόμενο κομμάτι αισθάνεται τόσο πελαγωμένο, που δε μπορεί να βρει μια αρχή ή μια βάση για περαιτέρω συζήτηση, και αγχωμένο στο πως θα διαχειριστεί τις πιέσεις ετεροκαθορισμού που αντικειμενικά δέχεται από το πρώτο κομμάτι.
Αποτέλεσμα της παραπάνω κατάστασης είναι η ηθελημένη ή μη προσκόλληση ολόκληρου του χώρου σε μια πεπατημένη καθημερινότητα, με ελάχιστες πρακτικές διαφορές σε σχέση με τα παλιά. Ήτοι, συμμετοχή σε κινητοποιήσεις αντι-μνημονιακού χαρακτήρα, συχνά όμως με έντονο το συντεχνιακό στοιχείο (ασφαλιστικό, αγρότες κλπ.), συμμετοχή στις συνήθεις κομματικές ή συνδικαλιστικές δραστηριότητες, διεκπεραίωση υποθέσεων που περιλαμβάνονταν κάθε χρόνο στο αριστερό καλεντάρι (π.χ. φοιτητικές εκλογές, διάφορα φεστιβάλ, κάμπινγκ κλπ) και γέμισμα των κενών του ημερολογίου με μερικές επιπλέον κινητοποιήσεις κλασικού τύπου (αντιρατσιστικές πορείες, συγκεντρώσεις στο σύνταγμα).σ.4 Τέλος, το παράδοξο αυτής της κατάστασης είναι ότι και τα δύο κομμάτια του αντικαπιταλιστικού χώρου οδηγούνται στην πεπατημένη για συμμετρικά αντίθετους λόγους: είτε λόγω της σχετικής σιγουριάς και του αισθήματος στρατηγικής επάρκειας των μεν, οι οποίοι/ες συνεχίζουν να κάνουν τα γνωστά και δοκιμασμένα, είτε λόγω της βαθιάς στρατηγικής αμηχανίας των δε, οι οποίοι/ες πιάνονται από τα συνηθισμένα για να μην πέσουν στην απραξία και την «πολιτική κατάθλιψη».
Μιλώντας για κατάθλιψη, νομίζω πως το βάθος της στρατηγικής ήττας εκδηλώνεται στο ότι ακόμα και ηγετικές φυσιογνωμίες του χώρου φαίνεται πως έχουν βαλτώσει. Προσπερνώντας τα νοσταλγικά άρθρα που δημοσιεύτηκαν πρόσφατα με αφορμή την επέτειο του δημοψηφίσματος, από τα οποία απουσίαζε κάποιο «διά ταύτα», θα σταθώ στο χαρακτηριστικό παράδειγμα που αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, το τελευταίο άρθρο του Χ. Λάσκου στην ΕφΣυν.σ.5 Εκεί, μετά από μια –αδιάφορη από τη σκοπιά της στρατηγικής αναζήτησης– πολεμική κριτική στην κυβέρνηση, ο συγγραφέας κλείνει με μια –θα έλεγα εντυπωσιακά ιδεαλιστική και μελαγχολική για το επίπεδό του– κατακλείδα: «Ούτε το καλύτερο αστάθμητο θα μπορέσει να μας σώσει αν δεν φροντίσουμε να κάνουμε τα πάντα για να μη χαθεί η μάχη των μαχών, όταν, όπως βοά ο κόσμος, σε λίγους μήνες θα επιχειρηθεί να γυρίσουμε οριστικά στον 19ο αιώνα στα εργασιακά. Το σύνολο της αντι-μνημονιακής Αριστεράς πρέπει να ενωθεί απέναντι σε αυτό. Ίσως είναι η τελευταία της ευκαιρία». Το πιο εντυπωσιακό δε, είναι ότι λίγες μόλις γραμμές πριν, ο συγγραφέας αναγνωρίζει την απουσία ελπίδας για τους από κάτω και την ανάγκη για βαθύ αναστοχασμό των οργανωμένων δυνάμεων της αριστεράς, αλλά αυτό δεν τον εμποδίζει να συμβάλλει περισσότερο στην απελπισία και να καλέσει την αριστερά σε «άμεση δράση»...
Έχοντας ακούσει και από άλλους παρόμοιες τοποθετήσεις, αισθάνομαι την ανάγκη να επισημάνω ορισμένα αυτονόητα –ή και όχι τόσο– σημεία:
α) Δεν υπάρχουν τελευταίες ευκαιρίες για την αριστερά, από τη στιγμή που δεν υπάρχει τέλος της ιστορίας – και μάλιστα, εκπλήσσομαι με την ευκολία με την οποία μιλάει για «οριστικές» επιστροφές στον 19ο αιώνα, ένας άνθρωπος που στο παρελθόν έχει σπαταλήσει πολύ σάλιο και μελάνι πολεμώντας τις παλιές(;) αντιλήψεις περί τελικών προορισμών της ιστορίας, είτε αριστερών (σοβιετικός μαρξισμός), είτε δεξιών (Φουκουγιάμα).
β) Το να «ενωθεί» το σύνολο της αριστεράς απέναντι στην επερχόμενη εργασιακή μεταρρύθμιση δε συνιστά φυσικά στρατηγική. πράγμα που –για να μην παρεξηγηθώ– δεν ισχυρίζεται ούτε ο σύντροφος. Όμως η διαπίστωση που πρέπει να κάνουμε, την κρισιμότητα της οποίας δε μπορώ να τονίσω αρκετά, είναι ότι εν τη απουσία στρατηγικής, η συγκεκριμένη πρόταση, όπως και οποιαδήποτε άλλη, δεν μπορεί να αποτελέσει ούτε τακτική! Κι αυτό επειδή η έννοια της τακτικής αφορά το σχεδιασμό και υλοποίηση ενός επιμέρους βήματος, που ανήκει σε μια όσο το δυνατόν προσχεδιασμένη πορεία, ή πιο σωστά, το σχεδιασμό και διεξαγωγή μιας μάχης, ως μέρος μιας όσο το δυνατότερο προσχεδιασμένης σειράς μαχών και τοποθετήσεων στο χώρο, ήτοι, μιας στρατηγικής, με σκοπό να κερδηθεί τελικά ένας πόλεμος. Κατά συνέπεια, οποιαδήποτε άλλη συζήτηση ή ακόμα και δράση για κάποιον επιμέρους αγώνα ή μέτωπο καθίσταται οριακά ανούσια, αν δεν αθροίζεται σε μια συνολική στρατηγική.
Δεν υπάρχει στρατηγική χωρίς στρατηγικές υποχωρήσεις
Αξίζει δε να υπογραμμίσω ότι η μόνη λογική που περιέχουν οι αγώνες χωρίς σχέδιο – και δη οι αμυντικοί αγώνες –είναι η σοσιαλδημοκρατική λογική: ας κρατήσουμε όσα κεκτημένα μπορούμε στα πλαίσια ενός γενικά συμπαθητικού κοινωνικού συμβολαίου. Επειδή όμως, από τη σκοπιά του κοινωνικού συμβολαίου, έχουμε ολόκληρη αλλαγή παραδείγματος προς το ριζικά αποκρουστικότερο, η παραπάνω λογική φαντάζει ανούσια για την πλατιά πλειοψηφία των εργαζομένων. Μην ξεχνάμε ότι οι περισσότεροι εργαζόμενοι και ακόμα περισσότερες εργαζόμενες, ζουν μια παλινδρόμηση μεταξύ εργασιακού μεσαίωνα και ανεργίας εδώ και αρκετά χρόνια, άσχετα από το βαθμό θεσμοθέτησής του. Είναι δυνατόν, λοιπόν, να αναρωτιούνται έμπειρα στελέχη της αριστεράς γιατί οι αποσπασματικοί αμυντικοί αγώνες έχουν ιδιαίτερα περιορισμένη μαζικότητα και διάρκεια και να προτείνουν ως γιατρειά την «ένωση» της αριστεράς ενάντια σε ένα νομοσχέδιο; (αλήθεια, έχει καθόλου πρακτικό νόημα αυτό;) Αντίθετα, ο απλός κόσμος, μετά την εμπειρία του περσινού καλοκαιριού αντιλαμβάνεται ότι ακόμα κι αν έπεφτε η κυβέρνηση υπό το βάρος ενός μαζικού κινήματος ενάντια στο οτιδήποτε, αμέσως θα έρθει και πάλι αντιμέτωπος με μείζονα στρατηγικά ζητήματα: τι γίνεται με την ΕΕ και το ΔΝΤ, τι γίνεται με το χρέος, με τις τράπεζες, τις καταθέσεις, την αλλαγή νομίσματος, τις εισαγωγές, τις εξαγωγές, τα τρόφιμα, το πετρέλαιο, την αναδιοργάνωση της οικονομίας, το προσφυγικό, την Τουρκία κ.ο.κ.σ.6
Υποστηρίζω, λοιπόν, ότι είναι επιτακτική ανάγκη η αντικαπιταλιστική αριστερά να βρει τον απαραίτητο χρόνο για μια ολοκληρωμένη και σε βάθος στρατηγική συζήτηση, σχεδιασμό και αναδιάταξη δυνάμεων, έστω κι αν αυτό απαιτεί στρατηγικές υποχωρήσεις σε μια σειρά από μέτωπα. Τουναντίον, το να σέρνεται από μάχη σε μάχη, σε έδαφος και χρόνο που διαλέγει ο αντίπαλος, ασύντακτη, απομονωμένη και αριθμητικά υποδεέστερη, οφείλει κάποια στιγμή να το αποτιμήσει αρνητικά, δηλαδή με τον πρέποντα ρεαλισμό και θάρρος. Γιατί πράγματι χρειάζεται θάρρος για να παραδεχτεί ένα υποκείμενο τα λάθη ή τα αδιέξοδά του και να αλλάξει συνήθειες.
Γνωρίζω ότι το να κάνω λόγο για στρατηγικές υποχωρήσεις μερικούς μήνες μετά τον αηδιαστικό σφετερισμό της συνθήκης Μπρεστ-Λιτόφσκ από ορισμένους/ες συριζαίους/ες, είναι κάπως. Παρ’ όλα αυτά –επί τη ευκαιρία–, θα επιχειρήσω ευθέως να διασώσω την αξία της συγκεκριμένης επιλογής του μπολσεβίκικου κόμματος από τα χέρια των πολιτικών απατεώνων, λέγοντας το αυτονόητο: η στρατηγική υποχώρηση βάσει σχεδίου είναι πολύ διαφορετικό πράγμα από την άνευ όρων παράδοση χωρίς σχέδιο και την ολική προσχώρηση στο στρατόπεδο του αντιπάλου, με αντάλλαγμα υπουργικούς μισθούς και «μεγαλεία». Από κει και πέρα, η ιστορία περιέχει πλήθος ακόμα επιτυχημένων παραδειγμάτων στρατηγικής υποχώρησης που, μεσο-μακροπρόθεσμα, οδήγησαν τις δυνάμεις που έκαναν την αντίστοιχη επιλογή στη νίκη.σ.7
Διευκρινίζω ότι ο σκοπός του κειμένου δεν είναι να εξαντλήσει την ανάλυση της στρατηγικής υποχώρησης. Αν όμως στέκομαι λίγο παραπάνω σ’ αυτήν, το κάνω γιατί η έντονη αποστροφή που δείχνουν διάφορα κομμάτια της αριστεράς γι’ αυτήν, συνδέεται με δύο συνήθειες, που εμποδίζουν την αριστερά να αντιληφθεί το εύρος και τη σημασία της έννοιας της στρατηγικής: η πρώτη είναι το ότι συχνά δεν ενεργεί βάσει προτεραιοτήτων και η δεύτερη το ότι τείνει να κάνει αποκλειστικά πολιτική αρχών, πράγμα που δεν απέχει πολύ από το δογματισμό, το σεχταρισμό και την περιθωριοποίηση.
Στην πραγματικότητα, το γιατί συμβαίνει αυτό δεν είναι δύσκολο τα το καταλάβει κανείς. Αφενός, από τη στιγμή που η αριστερά διαθέτει περιορισμένες δυνάμεις που μπορούν να καταλάβουν περιορισμένη έκταση χωροχρόνου, αδυνατεί αντικειμενικά να εμπλακεί με το σύνολο των μετώπων-ανταγωνισμών που υφίστανται ή προκύπτουν σε μια εκ των πραγμάτων πολύ μεγαλύτερη χωροχρονική έκταση, όπως ο ένας χρόνος ενός έθνους-κράτους. Αφετέρου, ένα σύνολο αρχών δεν μπορεί να καθορίσει απολύτως μια ηγεμονική στρατηγική: πρώτον επειδή είναι θεωρητικά και πρακτικά αδύνατο να υιοθετήσει μια ολόκληρη κοινωνία ένα ακριβώς ολόιδιο σύνολο αρχών και αξιών, δεύτερον επειδή οποιοδήποτε σύνολο αρχών-αξιών δεν μπορεί παρά να είναι εσωτερικά ιεραρχημένο για να μπορεί να υφίσταται ως σύνολο, προκειμένου να μην αποσυντεθεί. σ.8
Εν τέλει, γι’ αυτούς ακριβώς τους λόγους αποκτούν λόγο ύπαρξης οι έννοιες της πολιτικής και της στρατηγικής: προκειμένου να επιλύονται οι συγκρούσεις αξιών και να κατανέμεται μια περιορισμένη δύναμη σε ένα σημαντικά ευρύτερο χωροχρονικό πεδίο ανταγωνισμών, με οργανωμένο –δηλαδή  όχι τυχαίο– τρόπο. Ας επισημανθεί ότι οι έννοιες της πολιτικής και της στρατηγικής, αν και δε συμπίπτουν ακριβώς, εντούτοις τέμνονται στην περίπτωση της πολιτικής στρατηγικής, δηλαδή μιας πολιτικής που δε στοχεύει στην απλή διαχείριση μιας προϋπάρχουσας κατάστασης, σε μια κοινωνία που (υποτίθεται πως) δεν υπάρχουν ανταγωνισμοί. Τέλος, νομίζω πως είναι εμφανές πλέον ότι η κρισιμότητα του να δρα στρατηγικά μια οργάνωση αυξάνει όσο μικρότερο είναι το μέγεθός της, ενώ όσο μεγαλύτερο και ανελαστικότερο είναι το σύστημα αρχών της, τόσο δυσκολότερο γίνεται τελικά το να δράσει βάσει μιας πολιτικής στρατηγικής. Αυτή είναι και η αντίστοιχη διαδικασία «φυσικής επιλογής» του κοινωνικού γίγνεσθαι, που κάνει κάποιες οργανώσεις να μεγαλώσουν ή να συντεθούν και να νικήσουν, ενώ κάποιες άλλες μένουν για πάντα μικρές και διαιρεμένες.
Che vuoi?
Σίγουρα τα παραπάνω κάτι μας θυμίζουν από την εμπειρία της ελληνικής αριστεράς. Γιατί όμως η τελευταία δε φαίνεται να ξεκολλά; Δυστυχώς, αυτό δεν είναι μόνο θέμα γνώσης των παραπάνω (Φαντάζεστε τι θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά με τη δημοσίευση αυτού του κειμένου!) αλλά και θέμα θέλησης και θάρρους. Αλλά κι εδώ εμφανίζεται συχνά μια σοβαρή σύγκρουση: τι θέλει στ’ αλήθεια ένας άνθρωπος; Θέλει να αλλάξει τον κόσμο και να ζήσει αλλιώς, ή θέλει να μείνει πιστός στις αρχές του; Δυστυχώς, πάλι, πολλοί και πολλές από τις δυνάμεις της αριστεράς θέλουν το δεύτερο.σ.9 Γι’ αυτό και συχνά στις μαζώξεις της αριστεράς πάσης φύσεως (από εκδηλώσεις μέχρι συνέδρια) προκύπτει το φαινόμενο να υπάρχουν τοποθετήσεις, που επισημαίνουν στην ομήγυρη «να μην αφήνουμε απέξω και το τάδε ή δείνα θέμα», όπου ο κατάλογος είναι πραγματικά ατελείωτος (από τα εργασιακά μέχρι την αποποινικοποίηση της κάνναβης, από το αντιπολεμικό/αντι-ιμπεριαλιστικό κίνημα μέχρι το έμφυλο, κι από τη διάλυση του Ε.Σ.Υ μέχρι το ξεπούλημα μιας παραλίας). Το στοίχημα ωστόσο δεν είναι να προσθέτουμε διαρκώς πραγματάκια στην ατζέντα της αριστεράς για να δείξουμε πόσο ευσυνείδητοι/ες είμαστε, αλλά να αφαιρούμε. Γιατί μόνο έτσι καταφέρνει η αριστερά να λειτουργεί στρατηγικά, άρα να έχει πιθανότητες να νικήσει.
Κατά συνέπεια, στο βαθμό που η αριστερά θα νοιάζεται περισσότερο για την τιμή της, θα δίνει διαρκώς αγώνες που μόνο σε νίκη δε θα οδηγούν – πόσο μάλλον σε μια στρατηγική νίκη – ιδίως απέναντι σε έναν πολύ ισχυρότερο αντίπαλο, που θέτει ανενόχλητα τους δικούς του όρους (συγκυρία και έδαφος).σ.10 Καλείται, λοιπόν, ο καθένας και η καθεμιά να διαλέξει τι θέλει, λέγοντας επιπλέον ότι κατά τη γνώμη μου, οι δύο επιλογές δε χωράνε κάτω απ’ την ίδια στέγη, χωρίς η μία να περιθωριοποιήσει την άλλη.
Άνω τελεία
Σταματώ εδώ για την ώρα, ελπίζοντας πως ανέδειξα αρκετά το πόσο κρίσιμο είναι για την αριστερά να σταματήσει ότι κάνει (ψιλο-υπερβάλλοντας προφανώς, αλλά όχι πολύ) και να εμπλακεί σε έναν ευρύ και σε βάθος στρατηγικό διάλογο, ώστε από το 2017 να αρχίσει και πάλι να ενεργεί βάσει ενός επιθετικού σχεδίου. Προσπάθησα επίσης να μιλήσω για τις απαραίτητες προϋποθέσεις μιας στρατηγικής δράσης, ξεκινώντας από το να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε πέρα από τη λογική της –και καλά– «μέχρις εσχάτων» αντι-μνημονιακής άμυνας, η οποία μοιάζει με μάχη υπέρ της στασιμότητας ή με μάχη «για τα μάτια του κόσμου», με προσδοκώμενο αποτέλεσμα –στην καλύτερη– την επανάληψη μιας εκλογικής αναμέτρησης τύπου Σεπτέμβρη 2015. Εάν, λοιπόν, δε μας αρκεί μια λίγο καλύτερη εκλογική καταγραφή ή μια είσοδος στη βουλή και, κατ’ επέκταση, στο πολιτικό ρεπορτάζ των δελτίων ειδήσεων, οφείλουμε να ανοίξουμε χωρίς άλλη αναβολή τη συζήτηση για μια νέα στρατηγική.
(συνεχίζεται)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
σ.1 Αντίθετα, ο Γ. Καλαμπόκας στην πρόσφατη τοποθέτησή του (Γιώργος Καλαμπόκας, «Εξάντληση, αυτοκριτική και επανίδρυση: Για τη ΛΑΕ και την αριστερή στρατηγική σήμερα», Rednotebook.gr, 30-6-2016) κάνει διάκριση μεταξύ της βαρύτερης «στρατηγικής ήττας» και της ελαφρύτερης «ήττας στρατηγικής», με το επιχείρημα ότι δεν έχει διαλυθεί η αριστερά τελείως και δεν προσπαθεί ο καθένας να επιβιώσει ατομικά. Κατ’ αρχάς, μόνο οι –ουκ ολίγες– περιπτώσεις προσχώρησης πρώην οργανωμένων στον ατομικό δρόμο που τυχαίνει να γνωρίζω εγώ (και είναι λογικό να μη βρίσκονται στο πεδίο ορατότητας του συντρόφου επειδή προέρχονται από τον ΣΥΡΙΖΑ), τον διαψεύδουν. Φαντάζομαι ότι υπάρχουν κι άλλες που δε γνωρίζω. Επιπρόσθετα, όμως, η προσχώρηση του μεγαλύτερου κομματιού ενός μαζικού –αριστερού μέχρι πέρσι– κόμματος στο στρατόπεδο του σκληρού νεοφιλελευθερισμού και η στροφή ενός μεγάλου μέρους του –μέχρι πέρσι αγωνιστικού– ακροατηρίου του στην ηττοπάθεια των χαμηλών προσδοκιών, νομίζω πως συνιστούν στρατηγική ήττα.
σ.2 Δυστυχώς, και το –πολύ όμορφο κατά τ’ άλλα– «K-lab» έχει χαμηλές επιδόσεις σ’ αυτόν τον τομέα, σε αντίθεση με τον τομέα των αναλύσεων ερμηνείας του κόσμου· ωστόσο, το ζήτημα είναι πως θα τον αλλάξουμε.
σ.3 Ίσως η προαναφερθείσα εκτίμηση περί της ηπιότερης «ήττας στρατηγικής» να αποτελεί έκφραση της εν λόγω σχετικής στρατηγικής επάρκειας.
σ.4 Μοναδική εξαίρεση το κίνημα καταλήψεων στέγης για τους πρόσφυγες, με κορυφαίο παράδειγμα το City Plaza, ενώ και η πρωτοβουλία «Block it!» έχει το δικό της ενδιαφέρον και πρωτοτυπία, αν και τελικά δεν «τράβηξε». Το κρίσιμο σημείο, ωστόσο, αναφορικά με τις δύο αυτές εξαιρέσεις, είναι ότι δεν έχει υπάρξει ακόμα μια απόπειρα εξαγωγής στρατηγικών συμπερασμάτων από αυτές, πράγμα που θα επιχειρήσω σε επόμενο άρθρο μου.
σ.5 Χρήστος Λάσκος, «Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο τέτοιος», Εφημερίδα των Συντακτών, 7-7-2016.
σ.6 Κατά τη γνώμη μου, στον ίδιο λόγο οφείλεται και η νεοεμφανιζόμενη βαρεμάρα μέσα στις γραμμές του οργανωμένου δυναμικού για τις κινητοποιήσεις.
σ.7 Στον κατάλογο περιλαμβάνονται η αμαχητί παράδοση της Μόσχας (συνδυασμένη με τον εμπρησμό της) στο Ναπολέοντα κατά την υποχώρηση των Ρώσων, η Μεγάλη Πορεία του κινέζικου Λαϊκού Στρατού προς τη Δύση υπό την ηγεσία του Μάο, η υποχώρηση των Νεότουρκων προς την ανατολή κατά τον Μικρασιατικό πόλεμο, ενώ η συντριβή του Κόκκινου Στρατού από τη Βέρμαχτ στη μάχη του Κιέβου, είναι το παράδειγμα προς αποφυγήν της άρνησης του Στάλιν να εγκρίνει τη στρατηγική υποχώρηση που του πρότεινε η στρατιωτική ηγεσία.
σ.8 Τη θεωρητική εξήγηση για τις δύο αυτές αδυνατότητες ο αναγνώστης μπορεί να τη βρει στο βιβλίο του Ερνέστο Λακλάου, Για την επανάσταση της εποχής μας, μτφρ. Χ. Σταυρακάκης, νήσος, Αθήνα 1997. Επιπλέον, η ίδια η ζώσα πραγματικότητα βρίθει από αντίστοιχα παραδείγματα. Μια περίπτωση είναι η σύγκρουση μεταξύ του σεβασμού στην ανθρώπινη ζωή και της εναντίωσης στη βία, όταν καλείται κάποιος/α να υπερασπιστεί μια ανθρώπινη ζωή απέναντι σε κάποιον/α που είναι αποφασισμένος να σκοτώσει ή να σκοτωθεί. Ένα δεύτερο παράδειγμα αποτελεί η σύγκρουση της ατομικής ελευθερίας με την αλληλεγγύη (π.χ. στη συνάντηση ενός καπνιστή κι ενός ασθενή με αναπνευστικά προβλήματα στον ίδιο χώρο) ή με τη δημοκρατία (κατά την πειθάρχηση ή μη μιας μειοψηφίας στην απόφαση της πλειοψηφίας).
σ.9 Θυμάμαι χαρακτηριστικά μια ανταλλαγή σκέψεων που είχα σε ανύποπτο χρόνο με μια γνωστή μου πρώην οργανωμένη, όταν πίναμε καφέ με μια παρέα τον χειμώνα που πέρασε. Όταν τη ρώτησα «ποια θα ήταν η ιδανική ζωή για σένα;», μου απάντησε «να έχω μια δουλειά που μου αρέσει και να χω χρόνο για να είμαι ενεργή στο κίνημα». Όταν τη ρώτησα κατόπιν «Δηλαδή δε θα ήθελες να ζεις στον κομμουνισμό;», σάστισε για λίγο, λέγοντάς μου στη συνέχεια ότι δεν είναι ρεαλιστικό για τα επόμενα χρόνια. Το ενδιαφέρον, ωστόσο, είναι ότι τη ρώτησα για την ιδανική ζωή που θα θελε και όχι για τη ρεαλιστικά προτιμότερη της επόμενης πενταετίας...  Καλό θα ήταν να αναρωτηθούμε, όμως, μιας και φτάσαμε ως εδώ, τι είναι ρεαλιστικότερο τελικά για τη γενιά μας; Μια καλή δουλειά οχταώρου που να μας αρέσει ή η ανατροπή του καπιταλισμού; Ένα ακόμα παράδοξο που μου προκαλεί δέος είναι ότι αρκετά από τα νέα παιδιά οργανωμένα στην αριστερά, που μοιράζουν τη ζωή τους μεταξύ διαβάσματος για τη σχολή και κινηματικής δράσης, συχνά βαριούνται να αφιερώσουν μια ωρίτσα τη βδομάδα για να διαβάσουν πολιτικά στρατηγικά κείμενα, ακόμα και των ίδιων τους των οργανώσεων.
σ.10 Δεν είναι τυχαίο φυσικά ότι το ζήτημα αυτό θίγεται από τον Σουν Τσου στην Τέχνη του Πολέμου, ο οποίος αναφέρει: «Όποιος αγωνιά να προασπίσει την υπόληψή του, δε νοιάζεται για τίποτε άλλο». Σουν Τσου, Η τέχνη του πολέμου, μτφρ. Ρένα Λέκκου-Δάντου, Μίνωας, Αθήνα 2013, σ. 69.