Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2021

Πού βρίσκεται σήμερα ο Λένιν;

 


Το enfant terrible του περιορισμένου σήμερα κύκλου ανθρώπων που εξακολουθούν ειλικρινώς να αναζητούν την Ιδέα του Κομμουνισμού, έχοντας, όμως, επίγνωση του γεγονότος ότι το πρώτο βήμα προς την ανεύρεσή της είναι να στηθεί με το κεφάλι επάνω και τα πόδια κάτω, αν και διαφωνούν μεταξύ τους σε πλείστα όσα ζητήματα αυτής της παλινόρθωσης, ο Σλάβοϊ Ζίζεκ, έχει αναφερθεί κατ’ επανάληψη στα βιβλία του σ’ ένα εξαιρετικό ανέκδοτο της σοβιετικής εποχής. Κάνει το ίδιο και στο βιβλίο του Λένιν 2017, μια συλλογή δικής του επιλογής κειμένων και λόγων που ο Λένιν έγραψε και εκφώνησε κατά τα τελευταία δύο χρόνια της ενεργής πολιτικής ζωής του. Σ’ αυτό, επιλέγει να το επαναλάβει στο κλείσιμο της εκτεταμένης και με πολύ πλούσια food for thought εισαγωγής του:

Μπαίνει κανείς στον πειρασμό να θυμίσει εδώ ένα κλασικό σοβιετικό ανέκδοτο: σε μια καθεστωτική γκαλερί τής Μόσχας εκτίθεται ένας πίνακας με τον τίτλο Ο Λένιν στη Βαρσοβία, που δείχνει την Ναντέζντα Κρούπσκαγια, τη σύζυγο του Λένιν, να κάνει άγριο σεξ μ’ έναν νεολαίο τής Κομσομόλ. Ένας έκπληκτος επισκέπτης ρωτάει τον ξεναγό: «Μα ο Λένιν πού είναι;», για να πάρει τη γαλήνια απάντηση του ξεναγού: «Ο Λένιν είναι στη Βαρσοβία».

Αλλά αυτή τη φορά, διαφορετικά από ό,τι είχε κάνει στις άλλες αναφορές του στο ίδιο ανέκδοτο, ο Ζίζεκ συνεχίζει:

Ας φανταστούμε μια παρόμοια έκθεση στη Μόσχα τού 1980, όπου υπάρχει ένας πίνακας με τον ίδιο τίτλο, ο οποίος όμως δείχνει μια ομάδα υψηλά ιστάμενων της σοβιετικής νομενκλατούρας να συζητούν για τον «κίνδυνο» που αποτελεί το Πολωνικό κίνημα της Αλληλεγγύης για τα συμφέροντα της Σοβιετικής Ένωσης. Ένας έκπληκτος επισκέπτης ρωτάει τον ξεναγό: «Μα ο Λένιν πού είναι;», και ο τελευταίος απαντά: «Ο Λένιν είναι στη Βαρσοβία».[70] Παρά τις δυτικές επεμβάσεις που συντόνισαν ο πάπας, ο Ρέιγκαν κ.ά., ο Λένιν ήταν στη Βαρσοβία τις δεκαετίες τού 1970 και του 1980: το πνεύμα του εμψύχωνε τις διαδηλώσεις τών εργατών από τις οποίες γεννήθηκε η Αλληλεγγύη.

Και στη σημείωση υπ’ αριθμόν 70 γράφει:

Κατ’ αναλογία, μπορούμε να φανταστούμε έναν πίνακα που δείχνει τη γαλλική άρχουσα ελίτ να απολαμβάνει μια πλουσιοπάροχη ευωχία για να γιορτάσει την ανατροπή τού ιακωβίνικου καθεστώτος το 1794· ο πίνακας θα είχε τίτλο «Ο Ροβεσπιέρος στην Αϊτή» όπου το πνεύμα τού Ροβεσπιέρου διατηρήθηκε ζωντανό μετά τον Θερμιδόρ.

◾◾◾

Ας αγνοήσουμε τη θέση στην οποία ο Σλοβένος πολιτικός φιλόσοφος και στοχαστής τοποθετεί τον Λένιν το 1980 ή και τον Ροβεσπιέρο στα 1794. Σηκώνει πολύ συζήτηση και, εξ άλλου, είναι άλλης τάξεως ζητήματα αυτά και ξεφεύγουν από το θέμα τού σημερινού σημειώματος. Μπορούμε, όμως, να μισοκλέψουμε την ιδέα του και να επικαιροποιήσουμε τον τίτλο τού πίνακα Ο Λένιν στη Βαρσοβία, τροποποιώντας τον ταυτόχρονα έτσι που να πάρει τη μορφή ερωτήματος:   

Αλήθεια, πού βρίσκεται ο Λένιν σήμερα;

Πολύ ζόρικη ερώτηση, χωρίς αμφιβολία, που χωράει όλους τους υποκειμενισμούς τού κόσμου. Με όρους τηλεοπτικού παιχνιδιού γνώσεων, όπου οι παίκτες κερδίζουν διάφορα ποσά για τις σωστές απαντήσεις που δίνουν, θα μπορούσε να πει κανείς ότι αντιστοιχεί στην ερώτηση που οδηγεί στο Μεγάλο Έπαθλο τών 150.000 ευρώ. Μοιραία, έτσι όπως συμβαίνει με τις ζόρικες ερωτήσεις, οι περισσότεροι από εκείνους που θα επιχειρούν να αναμετρηθούν μαζί της θα νιώθουν έντονα την παρόρμηση να προσεγγίσουν κατ’ αρχήν τη σωστή απάντηση δια της γνωστής μεθόδου τής εις άτοπον απαγωγής: πού δεν βρίσκεται ο Λένιν; Αυτό φαίνεται πιο εύκολο.

Λοιπόν, πρώτα-πρώτα, δεν βρίσκεται στην έδρα τού επίσημου «οίκου αντιπροσώπευσης» του Λένιν και του πνεύματός του και «αποκλειστικού διαχειριστή» τής κληρονομιάς του. Δεν βρίσκεται δηλαδή στον Περισσό.

Δεν βρίσκεται ακόμα, βεβαίως βεβαίως, σε κανένα από τα διάφορα διαδικτυακά στέκια της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς. (Είναι χαρακτηριστικό ότι μέχρι αυτή τη στιγμή, νύχτα για τα καλά πια, κανένα από αυτά τα στέκια δεν τον θυμήθηκε σήμερα, στην 97η επέτειο του θανάτου του, με εξαίρεση μόνο τη RedTopia (Κόκκινο Νήμα) και το Ξεκίνημα που δημοσίευσε πάλι ένα μπαγιάτικο κείμενο του 2004.)

Και, φυσικά, δεν βρίσκεται σε κανένα από τα προσωπικά ή ομαδικά ιστολόγια και sites όλων αυτών τών ανέντακτων «αναμορφωτών», «επαναθεμελιωτών», «ανακαινιστών», «ανανεωτών» και δεν συμμαζεύεται της Αριστεράς (πολλοί εκ των οποίων ανήκουν στον «ευγενή κόσμο» της academia), ων ουκ έστι αριθμός και της βασιλείας τών οποίων ουκ έσται τέλος, τουλάχιστον προς το παρόν.

◾◾◾

Πολλά θα μπορούσαν να γραφτούν γι’ αυτήν την αφωνία και πολλά θλιβερά συμπεράσματα θα μπορούσαν να εξαχθούν. Ιδίως για εκείνες τις οργανώσεις και πρόσωπα της Αριστεράς που εξακολουθούν με μόλις υποκρυπτόμενο κομπασμό να αυτοτοποθετούνται στο χώρο τής «επαναστατικής Αριστεράς» (η περίπτωση του Περισσού είναι διαφορετική, αν και όχι λιγότερο ενδιαφέρουσα...). Ούτε αυτά χωρούν εδώ. Ας επανέλθουμε στο ερώτημα:

Πού βρίσκεται ο Λένιν σήμερα;

Η θέση μου, διαμορφωμένη ασυναίσθητα λόγω ψυχοσύνθεσης εδώ και κάποια χρόνια, όταν ακόμα δεν γνώριζα πολλά από όσα έμαθα ύστερα, και απόλυτα συνειδητά αρκετό καιρό τώρα είναι ότι ο Λένιν σήμερα δεν μπορεί να αναζητηθεί ούτε στη Βαρσοβία ούτε, πολύ περισσότερο, στον Άγιο Αντώνιο, ούτε σε κάποιον άλλο τόπο. Δεν μπορεί, ακόμα, να αναζητηθεί ούτε στις στιγμές τής προέλασης, σ’ αυτό το «ένα βήμα μπρος». Θα πρέπει μάλλον να αναζητηθεί στις στιγμές τής οπισθοχώρησης που ακολούθησαν την άλλη αδυσώπητη στιγμή: αυτήν τής αλήθειας η οποία ερχόταν να διαψεύσει σχέδια, προσδοκίες και στόχους, αποδεικνύοντας ότι εκείνη ή η άλλη απόφαση ήταν λάθος. Εκεί, στη γενναία όσο και σωτήρια παραδοχή τού λάθους – ακόμα κι αν επρόκειτο περί στρατηγικού, θεμελειώδους λάθους– και στη βασανιστική διερεύνηση για το πώς αυτό κατέστη δυνατό, εκεί κρύβεται το μεγαλείο τού Λένιν κι εκεί θα πρέπει να τον αναζητήσουμε.

◾◾◾

Αυτό το σημείωμα άνοιξε με τον Ζίζεκ. Ας κλείσει πάλι με Ζίζεκ.

Σχολιάζοντας το enfant terrible το εκπληκτικό σύντομο κείμενο του Λένιν «Ανάβαση σε ψηλά βουνά», τμήμα τής ενότητας Σημειώσεις ενός δημοσιολόγου που γράφτηκε τον Φεβρουάριο του 1922 (αξίζει να διαβάσετε εδώ τα δύο πρώτα μέρη του: «Σαν παράδειγμα» και «Χωρίς μεταφορικές εκφράσεις», σελ. 415 – 418), γράφει:

Ο Λένιν είναι εδώ στα καλύτερα μπεκετιανά του, απηχώντας τα λόγια τού Worstward Ho [σ.τ.γ.: διάσημο πεζό κείμενο του Σάμιουελ Μπέκετ]: «Προσπάθησε ξανά. Απότυχε ξανά. Απότυχε καλύτερα». Το συμπέρασμα του Λένιν, «να ξαναρχίζεις πάλι από την αρχή», κάνει σαφές ότι δεν μιλά απλώς για επιβράδυνση προκειμένου να κατοχυρωθούν όσα επιτεύχθηκαν ήδη, αλλά ακριβώς για κάθοδο ξανά στην αφετηρία: πρέπει κανείς να «ξαναρχίζει από την αρχή», όχι από εκεί όπου είχε καταφέρει να φτάσει στην προηγούμενη προσπάθειά του. Με τους όρους τού Κίρκεγκωρ, η επαναστατική διαδικασία δεν είναι σταδιακή διαδικασία, αλλά επαναληπτική κίνηση, μια κίνηση επανάληψης της αρχής ξανά και ξανά. Ακριβώς εδώ βρισκόμαστε σήμερα, μετά τη «σκοτεινή καταστροφή» τού 1989. Όπως και το 1922, οι φωνές από κάτω ηχούν χαιρέκακες ολόγυρά μας: «καλά να πάθετε, τρελοί, που θέλατε να επιβάλετε το ολοκληρωτικό σας όραμα στην κοινωνία»! Άλλοι προσπαθούν να κρύψουν τη χαιρεκακία τους, σηκώνοντας τεθλιμμένοι τα μάτια στον ουρανό, σαν να λένε: «Πόσο μάς λυπεί που βλέπουμε τους φόβους μας να επαληθεύονται! Πόσο ευγενές ήταν το όραμά σας να δημιουργήσετε μια δίκαιη κοινωνία! Η καρδιά μας σας συμπονά, αλλά η λογική μάς λέει πως τα ευγενή σας σχέδια μόνο σ’ εξαθλίωση και σε νέες μορφές σκλαβιάς μπορούσαν να οδηγήσουν»! Απορρίπτοντας κάθε συμβιβασμό με τις Σειρήνες αυτές, οπωσδήποτε πρέπει τώρα να «ξαναρχίσουμε από την αρχή», όχι «χτίζοντας στα θεμέλια της επαναστατικής αρχής τού 20ού αιώνα» (από το 1917 έως το 1989, ή ακριβέστερα έως το 1968), αλλά «κατεβαίνοντας» στην αφετηρία προκειμένου να διαλέξουμε διαφορετικό δρόμο.

━━━━━━━━



Τρίτη, 12 Ιανουαρίου 2021

Ceci n'est pas une tsipoura.


Το 1929, ο σπουδαίος Rene Magritte ζωγράφισε έναν πίνακα που του έδωσε τον τίτλο Η προδοσία τής εικόνας. Ο πίνακας, που έμελλε να καταλάβει όχι μόνο μια από τις πιο περίοπτες θέσεις στην ιστορία τής τέχνης αλλά και να επιδράσει στην κίνηση των ιδεών, απεικόνιζε μία πίπα και κάτω από αυτήν, εν είδει λεζάντας, είχε γραμμένη τη φράση «Ceci n'est pas une pipe» (Αυτό δεν είναι μία πίπα). Εκείνο που ήθελε να κάνει με αυτόν τον παιγνιώδη υποτιτλισμό ήταν να επισημάνει το καίριας σημασίας γεγονός ότι η αναπαράσταση ενός αντικειμένου (ή μιας κατάστασης που αποτελεί τμήμα τής πραγματικότητας) δεν είναι το ίδιο το αντικείμενο.

Θυμήθηκα τον Magritte και τον πίνακά του, όταν διάβασα για το τελευταίο επεισόδιο με τους Τούρκους στα Ίμια που συνέβη στις 6 Ιανουαρίου. Παίχτηκε το ίδιο έργο που έχει ανέβει άπειρες φορές: ελληνικά ψαράδικα καΐκια «διατάχθηκαν» από σκάφη τής τουρκικής ακτοφυλακής να απομακρυνθούν από την περιοχή (θεωρείται πλούσιος ψαρότοπος, ιδίως για την τσιπούρα που το δίμηνο Δεκεμβρίου – Ιανουαρίου είναι η εποχή της). Οι Έλληνες ψαράδες, όπως συνηθίζουν να κάνουν σε τέτοιες περιπτώσεις, ειδοποίησαν το δικό μας Λιμενικό που έστειλε δύο σκάφη. Μόνο που αυτή τη φορά η ιστορία είχε και δράκο: στους «τσαμπουκάδες» που ακολούθησαν, ένα δικό μας σκάφος εμβολίστηκε από τουρκικό και υπέστη το σχετικό στραπατσάρισμα (υλική και απτή αντανάκλαση του στραπατσαρίσματος της εθνικής κυριαρχίας).

Και πού κολλάει ο πίνακας του Magritte; Μέχρι τώρα πουθενά. Αν όμως θυμηθεί κανείς τις ατέρμονες ψαλμωδίες μέρους της ονομαζόμενης ριζοσπαστικής αριστεράς και τη μόνιμη επωδό «δεν πολεμάμε για πετρέλαια και ΑΟΖ», που την έχουν ψωμοτύρι ιδίως «τα παιδιά του Σπάρτακου» (δηλαδή, νεολαίοι Ναρίτες με στολή, όνομα και πράγμα), κολλάει μια χαρά. Διότι οι κουφιοκεφαλάκηδες σύντροφοι, μέσα στον αφόρητο πασιφισμό τους, «ξεχνούν» ότι οι ΑΟΖ δεν έχουν να κάνουν μόνο με υδρογονάνθρακες, πετρέλαια, φυσικά αέρια και τα ρέστα. Έχουν να κάνουν και με πιο «πεζά» πράγματα. Όπως μία τσιπούρα, λόγου χάρη (παρεμπιπτόντως, εδώ είναι και το άλλο που «ξεχνούν» οι άμυαλοι σύντροφοι: τους τρεις πολέμους του μπακαλιάρου οι οποίοι αποτέλεσαν και την αρχική βάση για τις διεθνείς διαπραγματεύσεις που κατέληξαν στη Συνθήκη του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982). Όπου εκεί, όταν η κουβέντα έρχεται «στις τσιπούρες», είναι οι λαοί που έχουν να μοιράσουν. Δίκαιη μοιρασιά πρέπει να κάνουν, εννοείται. Πάντως, για μοιρασιά πρόκειται.

Αλλά εκεί έρχονται και οι σύντροφοι που «δεν πολεμάνε για πετρέλαια και ΑΟΖ» και μας λένε με όλη την αθωότητα των χρήσιμων ηλιθίων:

Καλέ, ποια τσιπούρα; Πού τη βλέπετε; Ceci n'est pas une tsipoura! Ceci είναι μόνο κοιτάσματα υδρογονανθράκων με πετρέλαιο και φυσικό αέριο για τους οικονομικούς βραχίονες του αμερικανικού και ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού τύπου Exxon Mobil και Total!

▲▼▲

     

Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2021

Να καεί ή να μην καεί το μπουρδέλο το Καπιτώλιο;


Η απάντηση (του ενός ευρώ) που δίνει ο μέσος αριστερός είναι:

Να καεί άμα είναι να το κάψουν «οι δικοί μας». Να μην καεί άμα είναι να το κάψουν «οι δικοί τους».

Όμως, η ερώτηση (του 1.000.000 ευρώ) είναι:

Τι γίνεται όταν η κοινωνική βάση αυτών που θέλουν να κάψουν το (αμερικανικό) Καπιτώλιο –ή την (ελληνική) Βουλή– είναι πάνω-κάτω η ίδια, είτε όσοι παίρνουν την πρωτοβουλία τού εμπρησμού είναι «δικοί μας» είτε είναι «δικοί τους»;  

Εδώ είναι ο κόμπος, που θα ’λεγε κι ο Μεγάλος.