Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2011

Μια δευτερολογία για τον Λεωνίδα Κύρκο (και όχι μόνο)


 
Δεν σκοπεύαμε να δευτερολογήσουμε. Αν το κάνουμε, είναι για να διευκρινίσουμε το ‘‘τυπωθήτω’’ τού προηγούμενου post και για να σχολιάσουμε από την ‘‘Πρώτη σελίδα’’ μερικές γνώμες που κατατέθηκαν εκεί.

Να διευκρινίσουμε; Δηλαδή η προηγούμενη ανάρτηση έγινε αντικείμενο πολιτικής παρανόησης, παρεξήγησης ή παρερμηνείας ; Όχι, δεν έγινε αυτό, που θα ήταν και ό,τι χειρότερο θα μπορούσε να συμβεί, δεν έγινε τουλάχιστον από τους φίλους που σχολίασαν[1] και δεν έχουμε παράπονο. Οι διευκρινίσεις αφορούν στον χαρακτήρα τού post και στα μηνύματα που θελήσαμε να στείλουμε.

Τα όσα γράψαμε ανήμερα του θανάτου τού Λεωνίδα Κύρκου ήταν ένας αποχαιρετισμός. Δεν ήταν σε καμία περίπτωση μια αναλυτική εκτίμηση για την πορεία του στην Αριστερά και τα όσα συνεισέφερε —θετικά και αρνητικά—στο αριστερό και εργατικό κίνημα. Έτσι, μοιραία, παραβιάσαμε στο έπακρο το μότο μας («να τα λέμε όλα»).

Όπως αποδείχθηκε λίγες ώρες μετά το θάνατό του, ο αποχαιρετισμός μας ήταν τελικά μια απάντηση στο δικό του χαιρετισμό, χαιρετισμό που είχε φροντίσει να γράψει ιδίοις χερσί από το 2006. Είναι γνωστός σε όλους, αλλά τον παραθέτουμε, τιμής ένεκεν:


«Φεύγω. Ζήσαμε —η γενιά μου— μια συναρπαστική περιπέτεια, γνώρισα από κοντά τη φτώχεια, τους κατατρεγμούς, τη φρίκη. Αλλά σε διαλείμματα και τη χαρά. Και έβαλα το λιθαράκι μου στον αγώνα για το φως, το δίκαιο και την ανθρωπιά. Ένιωσα συντετριμμένος όταν έσβησε το κόκκινο αστέρι στην κορυφή του Κρεμλίνου βουτηγμένο στη βία, στο ψέμα και στη ντροπή. Άλλα πίστεψαν οι άνθρωποι, άλλα λάλησαν οι προφήτες. Όπως άλλος ήταν ο σοσιαλισμός για τον οποίο αγωνιστήκαμε και γι’ αυτόν τον σοσιαλισμό, με δημοκρατία, ελευθερία και σεβασμό στον κάθε άνθρωπο να συνεχίσετε τον αγώνα, γιατί δεν έχει άλλη λύση ο κόσμος. Φεύγω, σας χαιρετώ όλους, και εσάς που πορευτήκαμε μαζί και εσάς τους άλλους της κάθε φορά αντίπερα όχθης, και έχω μόνο ένα να σας πω: σύγκρουση ιδεών, όχι βία και μισαλλοδοξία, δεν οδηγούν πουθενά, γεια σας».


Για να τα λέμε όλα, αυτό που γράψαμε παραπάνω, ότι παραθέτουμε το χαιρετισμό του τιμής ένεκεν, είναι η μισή αλήθεια. Η όλη αλήθεια είναι ότι το κάνουμε και από ανιδιοτελές συμφέρον —κατά τη διατύπωση του Μπαντιού.

Από ανιδιοτελές συμφέρον θέλουμε να καταλάβουν όσοι, πιθανόν, διαβάζοντας το προηγούμενο post, έκαναν ‘‘δεύτερες’’ σκέψεις για τις πολιτικές μας απόψεις, ότι, πριν αποχαιρετήσουμε εμείς έναν αριστερό της «αντίπερα όχθης», είχε προλάβει εκείνος να χαιρετήσει τους αριστερούς τής «αντίπερα όχθης», άρα κι εμάς. Ευγνωμονούμε ό,τι μας φώτισε και τον αποχαιρετήσαμε κι εμείς, και μάλιστα εν τιμή, χωρίς να ξέρουμε ότι το είχε κάνει πρώτος. Διαφορετικά, θα μπορούσε να φανεί σε ένα επιπόλαιο ή κακόπιστο μάτι ότι, στο δικό του αντίο, αρνηθήκαμε το δικό μας. Και είναι τώρα μια από τις στιγμές που ευχόμαστε να υπάρχει άλλη ζωή: έτσι, θα χαρεί να μάθει ότι, σε αυτό τουλάχιστον, δεν υπήρξαμε κατώτεροί του…

Ανιδιοτελές συμφέρον εξ άλλου —ας το πάρει το ποτάμι κι αυτό— υπήρχε και πίσω από την προηγούμενη ανάρτηση. Γιατί θέλαμε να δείξουμε ότι, μπορεί να είμαστε ‘‘κακά παιδιά’’, μπορεί να έχουμε χαρακτηριστεί από συντρόφους αμετροεπείς[2], μπορεί ακόμα να έχουμε προξενήσει λύπη ή και ντροπή σε μερικούς αναγνώστες μας για κάποια γραπτά μας, αλλά η καρδιά μας εξακολουθεί να είναι καθαρή και χωρίς μισαλλοδοξία ή κακία έναντι της διαφορετικής άποψης.[3] Ιδίως έναντι της διαφορετικής αριστερής άποψης, ακόμα κι αν αυτή είναι καταστρεπτική για την Αριστερά, σύμφωνα με τη δική μας τουλάχιστον αντίληψη για το περιεχόμενο αυτής τής απέθαντης λέξης. Και να πούμε εδώ ότι αισθανθήκαμε μεγάλη χαρά από τα σχόλια ορισμένων φίλων που, ενώ είναι στην ίδια όχθη μ’ εμάς και, επομένως, στην αντίπερα από αυτήν που βρέθηκε την τελευταία περίπου εικοσιπενταετία ο Λεωνίδας Κύρκος, έδειξαν ότι κι εκείνοι δεν έχουν μισαλλοδοξία στην καρδιά τους. Όπως μεγάλη χαρά αισθανθήκαμε που κάποιοι φίλοι, συμπαθούντες των απόψεων τις οποίες εξέφραζε εκείνος, μάς αναγνώρισαν ρητά τις καλές προθέσεις και το θάρρος να εκφράσουμε την άποψή μας (και τα συναισθήματά μας), παρά τον κίνδυνο πολιτικής παρανόησης που μια τέτοια έκφραση εμπεριείχε.

Αφήσαμε τελευταίο κάτι σημαντικό, σημαντικό τουλάχιστον για μας.

Η προηγούμενη αποχαιρετιστήρια ανάρτηση ήταν αφορμή να πικράνουμε άθελά μας έναν φίλο τον οποίο αγαπούμε και εκτιμούμε πολύ (ήταν και η αφορμή να επικριθεί με σφοδρότητα γι’ αυτή του την πικρία). Έναν φίλο, του οποίου ο πατέρας υπήρξε συγκρατούμενος του Λεωνίδα Κύρκου. Και, κοιτάξτε να δείτε ομοιότητες και διαφορές —πουτάνα ζωή:

Και οι δυο κάποτε συγκρατούμενοι δάκρυσαν όταν είδαν να σβήνει το Κόκκινο Αστέρι στο Κρεμλίνο την Πρωτοχρονιά τού 1992. Αλλά μόνο του ενός ο θάνατος έγινε πρώτη είδηση στα δελτία των 8 και πρωτοσέλιδο στις εφημερίδες. Και, βέβαια, μόνο για τον ένα θάνατο ποστάραμε εμείς…

Του γράψαμε κουτσά-στραβά λόγω αντικειμενικών δυσκολιών λίγα λόγια σε απάντηση του δικού του πικρού σχολίου που το προκάλεσαν αυτές οι ανισότητες. Δεν ξέρουμε τι καταφέραμε —είναι συνήθως λιγόλογος και συχνά σιβυλλικός. Θέλουμε τώρα να τα συμπληρώσουμε με μια απάντηση που, εμμέσως, μας τη ζήτησε (έτσι μας φάνηκε τουλάχιστον)  και δεν τη δώσαμε.

Όχι, το σχόλιό του δεν μας φάνηκε «ως μικροπρέπεια», ούτε νιώσαμε ότι μ’ αυτό επεδείκνυε «κατώτερο ήθος», το δηλώνουμε ρητά. Και με την ευκαιρία να του πούμε και κάτι ακόμα (αυτό θα ήταν χρήσιμο να το διάβαζαν και όσοι φίλοι παρερμηνεύουν την επιμονή μας στην πολιτική οργάνωση —άρα και στην ιεραρχία, όχι όμως στην ανεξέλεγκτη και άνευ όρων τέτοια).

Είναι μοιραίο, μέχρι «να μπορεί και η τελευταία πλύστρα να διευθύνει το κράτος» οι άνθρωποι, ακόμα και οι σύντροφοι, να μην είναι ίσοι, ούτε στη ζωή, ούτε και στο θάνατο.

Εμείς όμως, το πιο λαμπρό μας στεφάνι, το πιο περίτεχνο, αυτό με τα πιο σπάνια και ευωδιαστά άνθη και τα πιο γερά δεσίματα, το φυλάμε πάντα για τα μνημεία των Αγνώστων Συντρόφων!...


[1] Ίσως με μια ‘‘εξαιρεσούλα’’ από έναν φίλο που μας καταλόγισε (πολιτική) αντίφαση. Έχουμε όμως την εντύπωση ότι το ζήτημα διαλευκάνθηκε.

[2] Ευτυχώς, όχι τόσο, ελπίζουμε, όσο αν γράφαμε για έναν θανατοποινίτη «δεν τιμώ και δεν σέβομαι τον Λεωνίδα Κύρκο», όπως έκανε η Ελένη Πορτάλιου στις αρχές τού περασμένου χρόνου…

[3] Να πεθαίναμε, λέει, ξαφνικά —ο Θάνατος δεν ξέρει από κλάσεις! Α, πόσο θα θέλαμε και σ’ αυτή την περίπτωση να υπήρχε άλλη ζωή! Να βλέπαμε και να μετράγαμε κι εμείς πόση μισαλλοδοξία εμπνεύσαμε! Και τι ωραία που θα ήταν το μέτρημα να έδειχνε μηδέν...


Η εικόνα, από το pdwallpaper.blogspot.com