Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2016

FUCK!!! Ποιος θα το ’λεγε ότι θα νιώθαμε πολιτικά υποχρεωμένοι να αναδημοσιεύσουμε επιδοκιμαστικά Άκη Γαβριηλίδη;!




Είναι γνωστό, τουλάχιστον στο στενό πυρήνα τών αναγνωστών και αναγνωστριών τού ιστολογίου, τι χωρίζει τα μυαλά που κουβαλάμε εμείς από τα μυαλά που κουβαλάει ο Άκης Γαβριηλίδης: ένας ωκεανός. Πιο συγκεκριμένα, ο ωκεανός που χωρίζει τη νεωτερική (αλλά διαρκώς συμπληρούμενη) σκέψη από τη μεαταμοντερνιστική (διανοητική) άσκηση της ποδηλασίας στον αέρα, κατά την οποία το αεράκι που νιώθεις σου δίνει την ψευδαίσθηση ότι κινείσαι κιόλας.
Έτερον εκάτερον. Εδώ, για τα γεγονότα στην Τουρκία, μάς τα λέει πολύ καλά. Σχεδόν άριστα. Κι εμείς δεν είμαστε από τους μαλάκες που αρνούνται να διδαχθούν από τους εχθρούς* τους...

*με την ιδεολογική έννοια, στην προκείμενη περίπτωση

ЖΟЖΟЖΟЖΟЖ

του Άκη Γαβριηλίδη
Στο εκτενές Σχόλιο στο τέλος του πρώτου μέρους της Ηθικής, ένα από τα σημαντικότερα κείμενα της ευρωπαϊκής (με κάποιες ασιατικές δόσεις) φιλοσοφίας, ο Σπινόζα εντοπίζει –και διακριτικά διακωμωδεί την κατ’ αυτόν βασικότερη αιτία πλάνης: την βουλησιαρχική/ τελεολογική αυταπάτη, όπως θα λέγαμε σήμερα, δηλαδή την πεποίθηση ότι όλα τα φαινόμενα είναι αποτελέσματα ενός τελικού αιτίου, ενός σχεδιασμού. Η πεποίθηση αυτή οδηγεί τους ανθρώπους να φαντάζονται κάποιους rectores naturae, κάποιους «πρυτάνεις της φύσης», και να τους βλέπουν παντού ως κρυμμένη αιτία κάθε συμβάντος.
Καθώς ο Σπινόζα έγραφε πριν από τρεισήμισι αιώνες, δεν είχε ακόμα υπόψη του ένα νέο πεδίο που έμελλε να αναπτυχθεί αργότερα, ιδίως στο πλαίσιο του γερμανικού ιδεαλισμού, και να εξελιχθεί σε πραγματικό παράδεισο της βουλησιαρχίας/ τελεολογίας: την ιστορία, και (δηλαδή) την πολιτική. Εάν έγραφε σήμερα, ίσως πρόσθετε στο Σχόλιό του μια αναφορά στους rectores historiae, μια νέα παραλλαγή εκείνης της φαντασίωσης που τείνει να καταλαμβάνει σήμερα τη φαντασία του πλήθους.
Κοιτώντας κανείς όσα γράφονται στον κυβερνοχώρο γύρω από την πρόσφατη απόπειρα πραξικοπήματος στην Τουρκία, βλέπει ότι σε αυτά είναι εξαιρετικά διαδεδομένη η υπόνοια ότι «η ιστορία ήταν στημένη».
Όσοι το λεν αυτό, σπανίως εξηγούν με σαφήνεια τι ακριβώς εννοούν· ποιος δηλαδή θεωρούν ότι έστησε τι, και πώς. Συχνά, άμα ερωτηθούν, απαντούν ότι δεν είναι σίγουροι για τις λεπτομέρειες, αλλά «δεν τους βγάζει κανείς από το μυαλό» ότι υπήρξε στήσιμο (πράγμα που ήδη παραπέμπει σε μία ήδη εδραιωμένη δομή σκέψης, όχι σε κάποια παρατήρηση και ανάλυση εξωτερικών γεγονότων).
Η έννοια του «στησίματος» προέρχεται ως γνωστόν από το χώρο του αθλητισμού, και ιδίως του ποδοσφαίρου. Εκεί, στημένος χαρακτηρίζεται ένας αγώνας στον οποίο και οι δύο ομάδες, ή ορισμένοι παίκτες τους, ή/ και ο διαιτητής, έχουν προσυμφωνήσει ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα και κάνουν ό,τι χρειάζεται προκειμένου στο τέλος να προκύψει ακριβώς αυτό. Η συμφωνία συχνά αφορά όχι μόνο το ποια από τις δυο ομάδες θα νικήσει, αλλά και πόσα γκολ θα βάλει η κάθε μια, ακόμα και πότε, ή και άλλα στοιχεία του αγώνα ακόμα πιο λεπτομερή.
Ένας πιο «επίσημος» νομικός-διοικητικός όρος για το στήσιμο αυτό είναι το χειραγώγηση αγώνων (ή στοιχήματος).
Σε έναν αγώνα στον οποίο συμμετέχουν 22 νέοι άντρες και ο οποίος έχει καθορισμένη διάρκεια, (μόλις 90 λεπτά), είναι προφανώς σχετικά εύκολο, ή πάντως εφικτό, για έναν rector να οργανώσει με επιτυχία αυτή τη χειραγώγηση μέσω υποσχέσεων ή εκβιασμών. Πώς όμως είναι δυνατό να σκηνοθετήσει κανείς μια εξέλιξη στην οποία εμπλέκονται άμεσα πολλές χιλιάδες –και έμμεσα εκατομμύρια– άνθρωποι, και να εξασφαλίσει ότι όλοι αυτοί θα ενεργήσουν κατά ένα συγκεκριμένο τρόπο και ότι τίποτε απρόβλεπτο δεν θα συμβεί; Με ποια ανταλλάγματα ή απειλές μπορεί κανείς να οδηγήσει τόσο πολλούς διαφορετικούς μεταξύ τους ανθρώπους να ρισκάρουν και, μερικοί απ’ αυτούς, τελικά να χάσουν τη ζωή ή τη σωματική τους ακεραιότητα;
Εγώ θα έλεγα επιπλέον ότι η χρήση της σκηνοθετικής μεταφοράς βασίζεται σε μία ιδεαλιστική-τελεολογική αντίληψη όχι μόνο της ιστορίας, αλλά και της ίδιας της σκηνοθεσίας και του «θεάματος». Όποιος έχει έστω απόμακρα σχετιστεί με τη σκηνοθεσία, ξέρει πολύ καλά ότι αυτή δεν είναι μία πρακτική απολύτως ελέγξιμη και κατευθυνόμενη, αλλά ακριβώς το αντίθετο: είναι κατεξοχήν το βασίλειο του αστάθμητου και του απρόβλεπτου.
Απ’ όσο μπορώ να δω, η μόνη αιτιολογία –αν όχι το μόνο περιεχόμενο του ισχυρισμού περί «στησίματος» είναι ότι «από την όλη αυτή εξέλιξη ωφελήθηκε μόνο ο Ερντογάν» (άρα κατά τεκμήριο αυτός είναι ο rector).
Αν το διατυπώσουμε έτσι, όμως, αντιλαμβανόμαστε ότι αυτό που έχουμε μπροστά μας δεν είναι παρά ένας συλλογισμός –επιπέδου νηπιαγωγείου– που συνίσταται απλώς στο να ρωτάμε «ποιος ωφελείται» από μια εξέλιξη. Αφού τον βρούμε, απλώς συνάγουμε ότι, αφού αυτός ωφελείται, αυτός είναι και ο δράστης.
Η καταγωγή αυτής της λογικής, στην οποία έχουν κατά καιρούς διαπρέψει πολλοί σχολιαστές με πρώτο τον Γιώργο Δελαστίκ, είναι επίσης εμφανής: είναι τα αστυνομικά μυθιστορήματα.
Δεν χρειάζεται όμως να προστρέξουμε στον Ρανσιέρ για να θυμηθούμε ότι η πολιτική, και η ιστορία, είναι το αντίθετο της αστυνομίας.
Πρώτα απ’ όλα διότι σε αυτές, όπως είπαμε, δεν υπάρχει τέλος. Δεν υπάρχει κάποιο χρονόμετρο και κάποιος διαιτητής που να σφυρίζει τη λήξη. Και επιπλέον διότι, ακριβώς γι’ αυτό, το ερώτημα «ποιος κέρδισε» είναι αείποτε ανοικτό: δεν επιδέχεται μία μονοσήμαντη και τελειωτική απάντηση. Στο ποδόσφαιρο, ή σε ιδιωτικές συγκρούσεις στη μικροκλίμακα του ποινικού εγκλήματος, το κέρδος είναι λίγο-πολύ σαφές και μετρήσιμο. Ακόμη και εκεί δεν είναι πάντοτε: συχνά υπάρχουν αμφισβητήσεις για το αν η μπάλα πέρασε τη γραμμή, αν ο σκόρερ ήταν οφσάιντ κ.λπ. Υπάρχει όμως ένας κριτής που αποφασίζει ανέκκλητα, και στο τέλος είναι απλό να μετρήσουμε πόσα γκολ έβαλε κάθε ομάδα και να βρούμε το νικητή. Σε μία σύγκρουση όμως όπου δεν αντιπαρατίθενται δύο ευδιάκριτες ομάδες με ξεχωριστό χρώμα η κάθε μια στα φανελάκια της, παρά αφορά την πολιτική εξουσία σε μια χώρα αρκετών δεκάδων εκατομμυρίων, η μόνη δυνατή απάντηση στο ερώτημα «ποιος ωφελείται» είναι: αυτός που θα καταφέρει να στρέψει την εξέλιξη προς όφελός του, αφού αυτή συμβεί. Μια πρόταση που το ρήμα της είναι σε χρόνο μέλλοντα, όχι αόριστο. Και που, γι’ αυτό ακριβώς, δεν έχει (συγκεκριμένο) υποκείμενο: μπορεί οι ωφελημένοι να είναι περισσότεροι του ενός, ο καθένας σε διαφορετικούς χρόνους και βαθμούς. Όπως εξάλλου και οι ωφέλειες.
Αυτό είναι δυνατό να δειχθεί και εμπειρικά, όχι μόνο μεθοδολογικά: είναι χαρακτηριστικό –και σχεδόν διασκεδαστικό ότι στην ίδια ακριβώς συλλογιστική κατέφυγε και ο ίδιος ο φερόμενος ως δράστης, δηλαδή ο Ερντογάν, ο οποίος κατηγόρησε με τη σειρά του τον Φετουλλάχ Γκιουλέν ως «πρύτανη» της απόπειρας.
Αυτό αποδεικνύει ότι η γνωμάτευση περί του νικητή είναι η ίδια μέρος του αγώνα· δεν γίνεται σε κάποιον εξωτερικό προς αυτόν χώρο και χρόνο, διότι τέτοιος χώρος και χρόνος δεν υπάρχει.
Mία επίδοξη ανάλυση των εξελίξεων η οποία δηλώνει από τον τίτλο της, και από την πρώτη της παράγραφο, ότι η απόπειρα πραξικοπήματος ήταν προορισμένη να αποτύχει, είναι προφανές ότι εγγράφεται απολύτως σε αυτό το θεολογικό-μοιρολατρικό μοντέλο σκέψης, και ότι παραιτείται εκ προοιμίου από τη λογική του αστάθμητου υλισμού.
Η έννοια του προορισμού (τουρκ. κισμέτ) έχει και αυτή πολύ ευδιάκριτη καταγωγή και ρίζες στην παράδοση των μονοθεϊστικών θρησκειών· αλλά και η έννοια της αποτυχίας βασίζεται στην ίδια κανονιστική-ιδεαλιστική σύλληψη των ανθρώπινων πρακτικών ως αποπειρών να προσεγγιστεί ένας εκ των προτέρων καθορισμένος σκοπός.
Η απόφανση όμως αυτή περί προκαθορισμένης αποτυχίας είναι απορριπτέα όχι μόνο σε αναλυτική-επιστημολογική βάση, επειδή δηλαδή απλώς παίρνει το (υποτιθέμενο) τέλος μίας εξέλιξης και το προβάλλει αναδρομικά ως προεξοφλημένη αρχή της· αλλά επίσης –και κυρίως– διότι εξαλείφει την πραγματική δραστηριότητα των ανθρώπων και την ενδεχομενικότητά της.
Όταν, τη δεκαετία του 60 και του 70, ο Λουί Αλτουσέρ διατύπωσε τη γνωστή σπινοζικής έμπνευσης απόφανσή του ότι η ιστορία είναι μια διαδικασία χωρίς υποκείμενο και σκοπό, πολλοί, ακόμα και –αν όχι ιδίως– μαρξιστές, σκανδαλίστηκαν και έσπευσαν να τον κατηγορήσουν για «στρουκτουραλισμό» (εάν το έλεγε σήμερα, σίγουρα θα τον κατηγορούσαν για «μεταμοντερνισμό») ο οποίος «καταργεί την ανθρώπινη αυτενέργεια». Μισόν αιώνα αργότερα, η ελληνική αριστερή διανόηση, η οποία φραστικά τιμά τον Αλτουσέρ όσο κανείς άλλος στον κόσμο και εκδίδει ή επανεκδίδει και έργα του το ένα μετά το άλλο, όταν έρχεται η κρίσιμη ώρα να αναλύσει τη συγκυρία φαίνεται να ξεχνά τα λόγια του και να προτιμά άλλες προσεγγίσεις, οι οποίες δεν φαίνεται να αφήνουν πολύ περισσότερο χώρο για την αυτενέργεια των ανθρώπων. Για να μην πούμε ότι τους χλευάζουν κιόλας και υποτιμούν τη νοημοσύνη τους. Διότι όταν απλώς αναπαράγουμε, με επιστημονικοφανή ορολογία, τη γνωστή κουβέντα καφενείου «έλα μωρέ, όλα μιλημένα ήταν απ’ την αρχή», όταν εμφανίζουμε μία τόσο απρόβλεπτη εξέλιξη ως προορισμένη προς την έκβασή της, τότε όλους αυτούς που βγήκαν στο δρόμο και συνέβαλαν σε αυτή την έκβαση διακινδυνεύοντας και χάνοντας τη ζωή τους τους εμφανίζουμε ως απλώς μαλάκες που παρασύρθηκαν σε ένα προσυνεννοημένο θέατρο σκιών, ως μαριονέτες κάποιου καραγκιοζοπαίκτη που κινεί τα νήματα πίσω από το σεντόνι. Αφού λοιπόν τα πάντα είναι γραμμένα, σε τυχόν ανάλογη εξέλιξη στο μέλλον δεν αξίζει τον κόπο να βγει κανείς στο δρόμο να αγωνιστεί.
 

4 σχόλια:

herrkstories είπε...

Ε, δεν ήσασταν και πολιτικά υποχρεωμένοι Λεφτ. Θα μπορούσατε να το πείτε με δικά σας λόγια. Ετσι θα αποφεύγαμε και ορισμένα χμ αμφιλεγόμενα σημεία του συγγραφέως, όπως η ταύτιση των ερντογανιστών με αριστερούς αγωνιστές, η απόδοση τερατολογίας στον Δελαστίκ όταν αυτός διατύπωνε μιαν υποθεση για ένα συμβάν (και όχι για μια χορεία συμβαντων όπως εδω) και η -ιδιαζόντως φιλελευθεριάζουσα- απαξίωση της έννοιας της συνωμοσίας, η οποία αποτελεί βέβαια τον κανόνα στα πολτικά πράγματα.
Κατά τ' αλλα, φυσικά και έχει δίκιο, και αντιλαμβάνομαι την παιδαγωγία σας, αλλά ήθελα απλώς να σας μιμηθώ και να γκρινιάξω -όχι εντελώς χωρίς λόγο.

LeftG700 είπε...

Φίλε Herr K.,


Ήρθες αργά... για να σου απαντήσω τώρα... :-) Άσε που, επειδή έχεις χαθεί (όπως κι εγώ –γενικά χαθήκαμε :-) ), θέλω να γράψω προσεκτικά. Ες αύριον, λοιπόν.


Τα λέμε

LeftG700 είπε...

Φίλε Herr K.,


Ας δούμε πρώτα τα αμφιλεγόμενα σημεία που αναφέρεις ως λόγους γκρίνιας εκ μέρους σου και ύστερα θα πάμε και στην πολιτική υπόχρέωση.

1. «Ταύτιση των ερντογανιστών με αριστερούς αγωνιστές.»

Δεν υπάρχει αυτό. Οι αναφορές τού Γαβριηλίδη στην παρέμβαση του λαϊκού παράγοντα είναι δύο:

α) Πώς όμως είναι δυνατό να σκηνοθετήσει κανείς μια εξέλιξη στην οποία εμπλέκονται άμεσα πολλές χιλιάδες –και έμμεσα εκατομμύρια– άνθρωποι, και να εξασφαλίσει ότι όλοι αυτοί θα ενεργήσουν κατά ένα συγκεκριμένο τρόπο και ότι τίποτε απρόβλεπτο δεν θα συμβεί; Με ποια ανταλλάγματα ή απειλές μπορεί κανείς να οδηγήσει τόσο πολλούς διαφορετικούς μεταξύ τους ανθρώπους να ρισκάρουν και, μερικοί απ’ αυτούς, τελικά να χάσουν τη ζωή ή τη σωματική τους ακεραιότητα;

β) Διότι όταν απλώς αναπαράγουμε, με επιστημονικοφανή ορολογία, τη γνωστή κουβέντα καφενείου «έλα μωρέ, όλα μιλημένα ήταν απ’ την αρχή», όταν εμφανίζουμε μία τόσο απρόβλεπτη εξέλιξη ως προορισμένη προς την έκβασή της, τότε όλους αυτούς που βγήκαν στο δρόμο και συνέβαλαν σε αυτή την έκβαση διακινδυνεύοντας και χάνοντας τη ζωή τους τους εμφανίζουμε ως απλώς μαλάκες που παρασύρθηκαν σε ένα προσυνεννοημένο θέατρο σκιών, ως μαριονέτες κάποιου καραγκιοζοπαίκτη που κινεί τα νήματα πίσω από το σεντόνι.

Όπως βλέπεις, ο Γαβριηλίδης είναι προσεκτικός: δεν βάζει πολιτικό/ιδεολογικό πρόσημο στον κόσμο που κατέβηκε στο δρόμο. Μόνο το πρόσημο που δεν μπορεί να τους αμφισβητήσει κανείς: το αγωνιστικό (που συνεπάγεται βέβαια και τη διακινδύνευση εκ μέρους τους, η οποία, όπως είδαμε, ήταν ακραία, μέχρι θανάτου που λένε...). Να αποτολμήσω να πω ότι διάβασες με την προσχηματισμένη αντίληψη πως «όσοι κατεβαίνουν στο δρόμο είναι αριστεροί», κάτι που στις μέρες μας όλοι(;) έχουν συνειδητοποιήσει πια ότι είναι μύθος;

2. «Η απόδοση τερατολογίας στον Δελαστίκ».

Έλα τώρα! Καταλαβαίνω ότι συμπαθείς τον Δελαστίκ επειδή δεν περιφρονεί την εθνική διάσταση του πολιτικού αγώνα τής Αριστεράς, κι εγώ τον βάζω στους «καλούς» από αυτή την άποψη, αλλά είναι κοινό μυστικό στους παροικούντες τον αριστερό τομέα τής Ιερουσαλήμ πως, όταν έρχεται η κουβέντα στη συνωμοσιολογία, τον Δελαστίκ πρέπει να τον κρύβουμε στο πιο βαθύ υπόγειο και να τον έχουμε φιμώσει κιόλας, καλού-κακού! Δεν τον αδικεί ο Άκης. Για να μη σου πω ότι τον ρίχνει και λίγο στα μαλακά. Όχι από μεγαλοψυχία βέβαια αλλά επειδή τού διέφυγε ότι στο Κυριακάτικο άρθρο του στο ΠΡΙΝ βάφτισε το πραξικόπημα «αμερικανοκίνητο», βασιζόμενος ακριβώς στο «ποιος ωφελείται» (που θίγει ο Γανριηλίδης) και στο γεγονός ότι μία διαγραφή τού Ερντογάν από το πολιτικό προσκήνιο της Τουρκίας ασφαλώς και θα βόλευε τους Αμερικάνους από πολλές απόψεις (όχι όμως και χωρίς προϋποθέσεις, φαντάζομαι). Άσε, Herr K., μην το ψάχνεις. Ο Δελαστίκ είναι μεγάλη ιστορία!


ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

LeftG700 είπε...

ΣΥΝΕΧΕΙΑ


3. «Η –ιδιαζόντως φιλελευθεριάζουσα– απαξίωση της έννοιας της συνωμοσίας, η οποία αποτελεί βέβαια τον κανόνα στα πολιτικά πράγματα.»

Χωρίς να μπω στην κουβέντα αυτή τη στιγμή για το πόσο η άρνηση της συνωμοσίας είναι ιδιαζόντως φιλελευθεριάζουσα και σε ποιο ποσοστό και για το κατά πόσο η συνωμοσία είναι ο κανόνας στα πολιτικά πράγματα, δεν είναι του παρόντος, θα διατύπωνα κάπως αλλιώς αυτή την εκτίμησή σου, κάπου υιοθετώντας την εν μέρει, αλλά και αλλάζοντας σημείο εστίασης ταυτόχρονα.

Αυτό που κυρίως απαξιώνει ο Γαβριηλίδης, και καλά κάνει, είναι α) η αντίληψη πως για την πολιτική εξήγηση διαφόρων καταστάσεων αρκεί να περιοριζόμαστε στο να βρίσκουμε κάθε φορά την απάντηση στο ερώτημα «Cui Bono?» και β) η άλλη αντίληψη, η γηπεδική, «έλα μωρέ, όλα μιλημένα είναι!». Και τα δύο ισοδυναμούν με το θάνατο της πολιτικής, ιδίως όταν συνδυάζονται. Ο βαθύτερος όμως καημός του είναι άλλος.

Δεν ξέρω με ακρίβεια ποια είναι η ιδεολογικοπολιτική διαδρομή του από την αρχή, αλλά, από αυτά που διαβάζω τα τελευταία χρόνια, είναι, για μένα τουλάχιστον, φανερό ότι ο Άκης έχει προσχωρήσει στο μεγάλο ρεύμα τής νεοαναρχίας και δη στη φράξια των πιστών τού δίδυμου Χαρντ – Νέγκρι. Έτσι, ο μεγάλος του καημός είναι η ανάδειξη του πλήθους ως του πρωταγωνιστικού παράγοντα της ριζικής κοινωνικής αλλαγής. Και ένα από αυτά τα πράγματα που πρέπει να κάνει κανείς όταν θέλει να αναδείξει το πλήθος είναι να υποβαθμίσει ταυτόχρονα τον ενικό παράγοντα ή τον παράγοντα της κλειστής επιτελικής (ή συνωμοτικής, αν προτιμάς) ομάδας. Έτσι φτάνει στο σημείο να επικρίνει τον Ερντογάν επειδή έδειξε τον Γκιουλέν ως πρύτανη του πραξικοπήματος, παραγνωρίζοντας μέσα στον «πληθικό» οίστρο του (τι Άκης θα ήταν αλλιώς;) ότι:

α) ακόμα κι αν δεν μπορεί να αποδοθεί στον Γκιουλέν το πραξικόπημα, σε κάποια κλειστή συνωμοτική ομάδα πρέπει να αποδοθεί, διάολε, στην οποία, όπως συμβαίνει 99 στις 100 φορές, ένας πούστης (με την καλή έννοια, την πολιτική) θα ήταν η ηγετική προσωπικότητα. Ο πρύτανης δηλαδή, για τον οποίο δεν θέλει να ακούει κουβέντα ο Γαβριηλίδης.

β) Ας αφήσουμε τους αντιερντογανιστές. Υπήρχε πρύτανης από τη μεριά τών ερντογανιστών; Μα και βέβαια υπήρχε. Ήταν ο ίδιος ο Ερντογάν! Το πλήθος, τού οποίου την αγωνιστική παρέμβαση εξυμνεί ο Γαβριηλίδης, θέλει κι αυτό τον πρύτανή του! Και αυτό αποδείχθηκε μετά το κάλεσμα του Ερντογάν «κατεβείτε στους δρόμους!».

Αφού ξεμπερδέψαμε με τα «πραγματολογικά», δυο λόγια που εξηγούν την πολιτική υποχρέωση να αναδημοσιεύσουμε Άκη Γαβριηλίδη.

Έχω ήδη αναφέρει τις δύο κύριες αιτίες της. Επαναλαμβάνω: Η αντίκρουση των θανατηφόρων για την πολιτική αντιλήψεων πως α) για την πολιτική εξήγηση διαφόρων καταστάσεων αρκεί να περιοριζόμαστε στο να βρίσκουμε κάθε φορά την απάντηση στο ερώτημα «Cui Bono?» και β) «έλα μωρέ, όλα μιλημένα είναι, προς τι το μίσος και ο αλληλοσπαραγμός;». Πέρα από αυτές:

1. Μου άρεσε το ξύλο που ρίχνει στους αλτουσεριανούς.

2. Ξέρεις, ο Άκης με έχει κομμένο εδώ και καιρό από το τσαρδί του. Ήθελα λοιπόν να του στείλω ένα μήνυμα. Μια και μιλά κι εκείνος ως αριστερός και για τα καλώς εννοούμενα συμφέροντα τής Αριστεράς κατά την άποψή του, όπως κι αυτό το ιστολόγιο, το μήνυμα αυτό θα μπορούσε να κωδικοποιηθεί ως εξής:

Όλοι οι αριστεροί δεν έχουν την ίδια μούρη! ;-) :-)


Τα λέμε (και σόρυ για την καθυστέρηση στη απάντηση του σχολίου σου :-) )