Τετάρτη, 24 Μαρτίου 2010

Το φίλημα


Eις το Μανιάκι, επί της κορυφής του λόφου, εκ των τριακοσίων μαχητών δεν απέμεινεν ούτε ένας ζωντανός. Ο ήλιος προβάλλων, από τας χιόνας των βουνών, τους εχαιρέτισεν, ορθίους όλους, εφώτισε τας λευκάς των φουστανέλλας, εχάιδευσε τας μαύρας κόμας των, απήστραψεν εις τους φλογερούς των οφθαλμούς, κατωπτρίσθη εις τον χάλυβα των σπαθιών των, εχρύσωσε των αρμάτων των τας λαβάς. Και τώρα, δύων εκεί κάτω μέσα εις το πέλαγος, τους αποχαιρετίζει λυπημένους, νεκρούς σκορπισμένους επάνω εις το χώμα, και χάνεται αργά αργά, ως μέγα κλειόμενον ερυθρόν όμμα, όπερ σβήνον θέλει ακόμη να ρίψη τελευταίον βλέμμα προς τους γενναίους. Όλην την ημέραν άσιτοι και άποτοι, επάλαισαν προς την θύελλαν των σφαιρών, αντέστησαν εις την θάλασσαν των βομβών, κατήσχυναν την βροχήν των μύδρων, εχλεύασαν την ορμήν της ρομφαίας και της λόγχης την βίαν. Και αφού έφαγαν την μπαρούτην με την χούφταν, αφού και το έσχατον σπυρί τούς εσώθη μέσα εις τις παλάσκες των, αφού ερραγίσθη και του τελευταίου όπλου των η κάννη, αφού και το ύστατον γιαταγάνι έσπασε μέσα εις το χέρι των, έπεσαν χαμαί· άψυχοι ναι, ηττημένοι όχι! Κι εν τω μέσω των, ο Παπαφλέσσας, πρώτος αρχίσας την σφαγήν και τελευταίος σταματήσας, πελιδνός, ξαπλωμένος με πλατείαν πληγήν επί του στήθους, κρατεί ακόμα το θραυσμένον τμήμα, αιμοστάζον με σφικτά τα δάκτυλα εν σπασμώ λύσσης. Και ο Αιγύπτιος ανέρχεται, εν καλπασμώ ίππων και κλαγγή ξιφών, εν ήχω τυμπάνων και σαλπίγγων βοή, ενώ τα μπαϊράκια του, αναπεπταμένα, φρίσσουν εις τον άνεμον της εσπέρας και τα μισοφέγγαρα αστράπτουν επί του καθαρού ορίζοντος της δύσεως. Μυρμηκιά, ανά την πεδιάδα και τα πρανή, ο συρφετός, και βαρύ ακούεται το βήμα του. Επί της υγράς εκ του λύθρου γης, οι Άραβες βαδίζουν επιμόχθως, των αλόγων τα πέταλα γλιστρούν. Αλλ’ η χαρά επί τη ανελπίστω νίκη είναι τόση, όση είναι η μετά τον φόβον ηδονή, ώστε φέρει αυτούς ταχείς προς τον ανήφορον, ταχείς φέρει αυτούς επί την μάχην. Ήδη ο αρχηγός των έφθασεν εις την οφρύν του λόφου, ανέβη, κι επ’ αυτής εστάθη, περιέφερε το βλέμμα, εκοίταξε το κοκκινίσαν έδαφος, όπερ πίνει λαιμάργως το αίμα των ανδρείων, επεσκόπησε τον ανερχόμενον στρατόν, είδε κύκλω τους πεσόντας. Και μ’ ανοικτόν το όμμα, έκπληκτον, αναμετρά τους υψηλούς κορμούς των, τα ευρέα στέρνα των, και τους βραχίονάς των τους νευρώδεις, τας ωραίας των μορφάς, τα μέτωπά των τα αγέρωχα. Και επί την τραχείαν όψιν του, ως νέφος τι διέρχεται, το βλέμμα του θολούται ελαφρώς, αδιόρατος παλμός συσπά τα χείλη του.

–Κρίμα να χαθούν τέτοιοι λεβέντες!

Και βλέπει γύρο, βλέπει θαυμάζων, βλέπει απορών, ωσάν να μη πιστεύη ότι εχάθησαν τοιούτοι άνδρες, ότι κοίτονται αναίσθητοι, και δεν κοιμώνται μόνον, δια να ξυπνήσουν πάλιν φοβερώτεροι, πως και ο ίδιος ο θάνατος υπήρξεν ισχυρότερος αυτών.

–Ποίος είναι ο Παπαφλέσσας;

Οι οδηγοί του έσπευσαν, προσέδραμον, έδειξαν το πτώμα, λάσιον, διάβροχον, περιρρεόμενον εκ του ιδρώτος του αγώνος, καταρρακωμένα τα φορέματα, μαύρον από τον καπνόν.

–Σηκώστε τον, μωρέ· πάρτε τον!!... Πάρτε τον, πλύντε τον. Πλύντε το παλληκάρι!...

Δύο άνδρες έλαβον αυτόν από των μασχαλών, τον ήγειραν, τον έστησαν επάνω εις τους πόδας του και εβάδισαν προς παραρρέουσαν πηγήν. Εκεί του έπλυναν τας χείρας και το πρόσωπον, εξέτριψαν τον πηλόν και τον ιδρώτα, τον εκαθάρισαν εκ του κονιορτού και της ασβόλης, του καπνού και του ιχώρος, τον εσπόγγισαν, διευθέτησαν τα ξεσχισμένα του ενδύματα και εγύρισαν οπίσω φέροντές τον.

–Στήστε τον εκεί αποκάτω!

Οι άνδρες, κρατούντες εκατέρωθεν αυτόν, ώδευσαν προς το δειχθέν δένδρον, τον απέθηκαν παρά την ρίζαν του, τον ύψωσαν και τον ακκούμβησαν, τον εστερέωσαν επί το στέλεχος αυτού, τον ισορρόπησαν ωσανεί ζώντα. Έπειτα ετραβήχθησαν, απεμακρύνθησαν και τον αφήκαν μόνον βασταζόμενον διά της ιδίας του δυνάμεως. Το πτώμα εναπέμεινεν ακίνητον, ευθύ, στηρίζον επί του κορμού την ράχιν, τον θώρακα προτεταμένον, και κρεμασμένα τα χέρια, με αναπόσπαστον το τμήμα του σπασμένου χατζαριού, τα σκέλη διεστώτα, υψηλά την κεφαλήν. Τότε ο Ιμπραΐμης πλησιάζει βραδέως προς το δένδρον, ίσταται και προσβλέπει σιγηλός επί μακρόν το άπνουν πτώμα του αντιπάλου και υπό το φως της σελήνης, ήτις ανέτελλε την ώραν εκείνην αιματόχρους, ωσεί βαφείσα και αυτή εκ του λύθρου του χυθέντος αίματος κατά την μάχην, υπό τους σειομένους κλάδους, οίτινες ανέφρισσον πενθίμως, φιλεί παρατεταμένον φίλημα τον όρθιον νεκρόν.


Του Μιχαήλ Μητσάκη (1868 - 1916). Από παλιά «Νεοελληνικά Αναγνώσματα» της Δ΄ Γυμνασίου (Έκδοσις Α΄, Σειρά Β΄, 1956) με μοναδικό όνομα (κατόχου;) Ελένη Μάλλιου, αγορασμένα από το Μοναστηράκι σε κοπάνα στο Λύκειο. Στη μνήμη των αγωνιστών της ελληνικής εθνικοαπελευθερωτικής Επανάστασης. Στη μνήμη των αγωνιστών όλων των Επαναστάσεων, εθνικοαπελευθερωτικών ή ταξικών, σε κάθε γωνιά της γης από καταβολής κόσμου[
*].


[*] Και στη μνήμη μιας γιαγιάς, της γιαγιάς Κλεοπάτρας, που της άρεσε τόσο πολύ, ώστε είχε μάθει απ’ έξω ολόκληρα αποσπάσματα.


Στην εικόνα, πίνακας του ζωγράφου και ποιητή Νίκου Εγγονόπουλου (1907 - 1985). Από το μηνιαίο περιοδικό πολιτισμού «Ως3» (os3.gr).

5 σχόλια:

- είπε...

ναι. δόμηση ή αποδόμηση,
κάποια κομμάτια της ιστορίας
μάς βοηθούν να σταθούμε όρθιοι.

έστω και (σχεδόν) πεθαμένοι.

LeftG700 είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
LeftG700 είπε...

Φίλε (φίλη;) –,


Το έθεσες ε-ξαι-ρε-τι-κά! Την καλημέρα μας!


Τα λέμε.

- είπε...

ναι, έχετε δίκιο, εγώ πάντα εξαιρετικά τα θέτω, διότι είμαι του γαμημένου και υπερήφανου περιθωρίου.
κι είμαι και κοριτσάκι: 23 ετών, ψηλή ξανθιά και διανοούμενη.

έχετε φανταστεί πόσο πιο δύσκολη θα ήταν η ζωή αν δεν υπήρχε το περιθώριο;
κι ένας τύπος που ξέρει ότι πολύ μα πολύ λίγοι θα εκτιμήσουν ή απλώς θα νιώσουν τη θυσία του κι όμως στέκει εκεί, αυτός είναι το πιο υψηλό, και πάντα στα μάτια των πολλών, γαμημένο, περιθώριο.

κι ο γάμος ένα μπέρδεμα είναι. με το περιθώριο ή γνώσης, ή γέννας.
και ήττας.

ευχαριστώ για τη φιλοξενία, ξέρω ότι το παραξήλωσα.

LeftG700 είπε...

Φίλη (λοιπόν) —,


Δεν μπορούμε να πούμε ότι καταλάβαμε την παρορμητική και συναισθηματικά φορτισμένη γραφή σου — τέτοια μας φάνηκε κι αν κάνουμε λάθος μη το παρεξηγήσεις. Όμως την αισθανθήκαμε.

Εδώ πάντως δεν είσαι στο περιθώριο. Ούτε είσαι φιλοξενούμενη. Το έχουμε ξαναπεί (προφανώς είσαι new kid on the …blog).Το μπλογκ είναι δημόσιο, εμείς απλώς είμαστε διαχειριστές.

Να σε βλέπουμε συχνά. Δηλαδή …καθημερινά! Και μια κι εμείς τα λέμε όλα και ανοιχτά, να σου ζητήσουμε μια χάρη;

Διάλεξε ένα όνομα, έτσι, ως συμβολική κίνηση εκ μέρους σου που δείχνει ότι τουλάχιστον μέσα εδώ δεν νιώθεις στο περιθώριο.

Αν δεν μας την κάνεις, τα καλά τα παλικάρια ξέρουν κι άλλα μονοπάτια: Θα σε …βαφτίσουμε εμείς! (Εννοείται ότι, σ’ αυτή την περίπτωση, θα έχεις κάθε δικαίωμα να αυτοπροσδιορίζεσαι με την παύλα).


Τα λέμε :-)


ΥΓ "Το παραξήλωσες"; Δεν καταλαβαίνουμε καν τι εννοείς. Σε κάθε περίπτωση: Εδώ δεν υπάρχουν ούτε αστυνόμοι, ούτε ...παιδονόμοι! Ελεύθερα!