Τετάρτη, 16 Αυγούστου 2017

Ποια είναι η ιστορική κοινωνική βάση τής αναρχίας; Τα κατώτερα αστικά στρώματα του 19ου αιώνα. Ποιος το λέει; Ο πρίγκηπας του αναρχισμού: ο Πιότρ Κροπότκιν!



Το επισημαίνει ο Φώτης Τερζάκης σε άρθρο του (Υπάρχει μία αναρχική θεωρία τού κράτους;) που δημοσιεύεται σε δύο μέρη και αντίστοιχα αλλεπάλληλα τεύχη, 21 και 22, τού αναρχικών προσανατολισμών αλλά αξιόλογου περιοδικού Πανοπτικόν. Γράφει συγκεκριμένα στο δεύτερο μέρος τού άρθρου του (τεύχος 22, σελ. 122-126 –οι εμφάσεις με πλάγια στο πρωτότυπο· με υπογράμμιση δικές μου):

Ξανακοιτάζοντας τα δεδομένα μας βλέπουμε ότι, είτε με όρους αρχαιότητας μιλάμε είτε με όρους νεωτερικούς, τα εκτεταμένα εμπορικά δίκτυα πάντοτε προηγήθηκαν οποιασδήποτε εκτεταμένης μορφής κράτους. Αν τώρα με τον όρο «καπιταλισμός» δεν περιοριζόμαστε στη βιομηχανική μορφή κεφαλαίου αλλά συνυπολογίζουμε το εμπορικό/χρηματιστικό κεφάλαιο, και αν με τον όρο «κράτος» απεναντίας περιοριζόμαστε στη νεωτερική μορφή τού εθνικού κράτους, τότε μπορούμε σαφώς να απαντήσουμε, ναι, ο καπιταλισμός είναι εκείνος που γέννησε το κράτος. Από τους «κλασικούς» τού αναρχισμού –για να επιστρέψω σ’ αυτούς– μόνο ένας φαίνεται να έχει σαφή αντίληψη αυτού τού πράγματος: ο Πέτρος Κροπότκιν. Στο μεγάλο του έργο Αλληλοβοήθεια. Ένας παράγοντας της εξέλιξης,[1] που έγραψε στα τελευταία χρόνια τού δέκατου ένατου αιώνα εξόριστος στην Αγγλία, δεν ξεκινάει από μια βίαιη επίθεση στο κράτος tout court αλλ’ από μία προσεκτική και διεξοδική κατάδειξη εκείνου το οποίο πρέπει να θεωρείται ως σταθερό και δεσπόζον χαρακτηριστικό τού είδους άνθρωπος (καθολικό ειδολογικό γνώρισμα, όπως λέμε) μέσ’ απ’ όλες τις ιστορικές θύελλες που χρειάστηκε να περάσει η ανθρωπότητα: μια κοινωνικότητα στηριγμένη σε σχέσεις συνεργασίας και αλληλεγγύης, στο πλαίσιο της οποίας και μόνο μπορεί να ανθίσει ανεμπόδιστα η δημιουργική ατομικότητα. «Όσο βαθύτερα εισχωρούμε στην ιστορία τών πρώιμων θεσμών», γράφει, «τόσο λιγότερο βάσιμη μας φαίνεται η θεωρία τής στρατιωτικής προέλευσης της εξουσίας» (σελ. 149). Αυτό προφανώς υπονομεύει ένα αναρχικό στερεότυπο. Προοιωνιζόμενος κάποιες από τις πιο ρηξικέλευθες τομές στην ιστοριογραφική μέθοδο που θα έφερνε ο εικοστός αιώνας, παρατηρεί: «Αν αγνοήσουμε τις προκαταλήψεις τών ιστορικών και τη ρητή προτίμησή τους για τα δραματικά γεγονότα τής Ιστορίας, βλέπουμε ότι τα ίδια τα αποδεικτικά στοιχεία που χρησιμοποιούν [...] μεγαλοποιούν το ρόλο τών μαχών στην ανθρώπινη ζωή και υποτιμούν τις ειρηνικές εκδηλώσεις της [...]. Κληροδοτούν στις επερχόμενες γενιές λεπτομερείς περιγραφές κάθε πολέμου, κάθε μάχης και σύρραξης, κάθε βίαιης εκδήλωσης και ανταγωνισμού και κάθε ατομικής οδύνης. Αλλά δεν περιέχουν ίχνος τών αμέτρητων εκδηλώσεων αλληλοβοήθειας και υποστήριξης, τις οποίες όλοι γνωρίζουμε επειδή τις ζούμε» (σελ. 120). Είναι αλήθεια ότι «πόλεμοι και εισβολές συντέλεσαν στην ανάδειξη της στρατιωτικής εξουσίας καθώς και της κάστας τών πολεμιστών [...]. Ωστόσο σε καμία περίοδο της ιστορίας τής ανθρωπότητας ο πόλεμος δεν ήταν ο φυσικός όρος ύπαρξης. Ενώ οι πολεμιστές αλληλοεξοντώνονταν και οι ιερείς ευλογούσαν τις σφαγές τους, οι μάζες συνέχιζαν να διάγουν τον καθημερινό τους βίο και να κυνηγούν τον επιούσιο άρτο τους. Και η ζωή τών μαζών είναι ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον αντικείμενο μελέτης· μιας μελέτης που θα εστιάζεται στους τρόπους με τους οποίους οι μάζες μεριμνούσαν για την τήρηση της κοινωνικής τους οργάνωσης, στηριζόμενης στις αντιλήψεις τους για την ισότητα, την αλληλοβοήθεια και την αλληλοϋποστήριξη –στο κοινό δίκαιο, με μια λέξη– ακόμα κι όταν υπάγονταν στην πιο στυγνή θεοκρατική ή κρατική απολυταρχία» (σελ. 118, έμφαση Φώτη Τερζάκη).

Από αυτή τη σκοπιά αναλαμβάνει μια εντυπωσιακού εύρους επισκόπηση των κοινωνιών τών ζώων (τις οποίες γνώρισε στις νεανικές του φυσιοδιφικές έρευνες), των φυλετικών κοινωνιών τών «αγρίων» και των λεγόμενων «βάρβαρων» κοινωνιών, κι από εκεί εκτενέστατα της μεσαιωνικής πόλης-κράτους, για να δείξει πως ισοτιμία κι ένας ορισμένος βαθμός κοινοκτημοσύνης δεν είναι απλώς ριζοσπαστικά ιδεώδη τού σήμερα αλλά η αδιάκοπη καθημερινή εμπειρία αναρίθμητων κοινοτήτων στον πλανήτη επί αμέτρητες χιλιετίες, που τα ίχνη τους βρίσκουμε αποτυπωμένα ως την αυγή τής μοντέρνας εποχής.[2] Ειδικά η ανάλυση της υστερομεσαιωνικής πόλης –σε συχνή παραβολή με την ελληνική πόλη-κράτος, ομοιότητα που επρόκειτο ν’ αποβεί παραδειγματικός τύπος για όλους τους σύγχρονους θεωρητικούς τής αυτονομίας– δείχνει το βάθος τής κατανόησης που είχε ο Κροπότκιν περί του τί ακριβώς διακυβεύθηκε στην πορεία προς τη νεωτερικότητα. Υποδεικνύει τη βαρύτητα των συντεχνιών ως δομής αυτοοργάνωσης των νεαρών αστικών κοινοτήτων, και βλέπει καθαρά από πού ερχόταν η απειλή: «Προφανώς καραδοκούσε ο κίνδυνος να συσταθεί μια ολιγαρχία εμπόρων. Αλλά ήδη από το δέκατο αιώνα, και ακόμη περισσότερο κατά τους δύο επόμενους, τα βασικά επαγγέλματα οργανώθηκαν επίσης σε συντεχνίες, που ήταν αρκετά ισχυρές ώστε να ελέγχουν τις ολιγαρχικές τάσεις και βλέψεις τών εμπόρων» (σελ. 171). Εν κατακλείδι: «Η μελέτη τής ζωής τής ελεύθερης μεσαιωνικής πόλης και των αρχαίων ελληνικών πόλεων αποκαλύπτει ότι ο συνδυασμός τής αλληλοβοήθειας, όπως εκδηλώνεται στο πλαίσιο της συντεχνίας και της ελληνικής φατρίας, με τα μεγάλα περιθώρια ανάπτυξης της ατομικής πρωτοβουλίας, αλλά και της ομαδικής βέβαια, διαπνεόμενης από τις αρχές τής ομοσπονδίας, οδήγησε την ανθρωπότητα στις δύο λαμπρότερες περιόδους τής ιστορίας της –την αρχαία ελληνική πόλη-κράτος και την ελεύθερη μεσαιωνική πόλη. Απεναντίας, η διάλυση των θεσμών αυτών κατά τις περιόδους ανάδειξης των συγκεντρωτικών κρατικών εξουσιών, που αποτέλεσαν τη διάδοχο κατάσταση, επέφερε την ταχεία παρακμή» (σελ. 242).

Ο Κροπότκιν δεν μιλάει γενικά για «κράτος», λοιπόν, ούτε αξιώνει κάποιο διαχρονικό και αφηρημένο «κίνητρο εξουσίας»· μιλάει συγκεκριμένα για το νεωτερικό καπιταλιστικό (ακριβέστερα: μερκαντιλιστικό) κράτος, και το αντιμετωπίζει σαν αυτό που πραγματικά ήταν: ένα καινοφανές και «αφύσικο» φαινόμενο, αδιανόητο για τη μέχρι τότε ζωή τών ανθρώπων, οι οποίοι σε μια τεράστια ποικιλία κοινωνικών σχηματισμών και κάτω από όλες τις προγενέστερες μορφές εξουσίας στην κορυφή, μπόρεσαν να διατηρήσουν στη βάση ουσιώδεις μορφές κοινοτικής ζωής και αλληλεγγύης. Περιγράφει μια ιστορικά προσδιορισμένη καταστροφή που συντελέστηκε στις αρχές τών νέων χρόνων, στην οποία διαφαίνεται καθαρά η κυριαρχία τής εμποροκρατικής αστικής τάξης πάνω στους παραγωγούς: «Όταν το δέκατο αιώνα οι μεσαιωνικές πόλεις υποτάχθηκαν στα ανερχόμενα μιλιταριστικά κράτη, όλοι οι θεσμοί που κρατούσαν ενωμένους τους τεχνίτες, τους μάστορες και τους εμπόρους σε συντεχνίες διαλύθηκαν βίαια. Η αυτοδιοίκηση και η αυτονομία τής συντεχνίας και της πόλης καταργήθηκαν, ο όρκος αλληλεγγύης τών αδελφών τής συντεχνίας θεωρήθηκε κακούργημα κατά του κράτους, οι περιουσίες τών συντεχνιών απαλλοτριώθηκαν όπως και τα κτήματα των κοινοτήτων. Η εσωτερική και τεχνική οργάνωση κάθε επιτηδεύματος ελεγχόταν από το κράτος. Θεσπίστηκαν ολοένα και αυστηρότεροι νόμοι για να εμποδίσουν τους τεχνίτες να συνεργάζονται με οποιονδήποτε τρόπο» (σελ. 217-8). Η δημιουργία ενός βιομηχανικού προλεταριάτου ήταν η συνέχεια αυτής τής διαδικασίας –με ορόσημο τις «περιφράξεις τής γης», στις οποίες γίνεται μια σαφής νύξη εδώ.

Σκέφτομαι επίσης ότι ο Κροπότκιν, με αυτή του την ανάλυση, δίνει μια ουσιώδη πληροφορία για την κοινωνική βάση τού ίδιου τού αναρχισμού. Αν ο μαρξισμός τού δέκατου ένατου αιώνα ως πολιτικό όραμα εξέφραζε τη (δυνητική) ταξική σκοπιά τής βιομηχανικής εργατικής τάξης, όπως συχνά θεωρούμε δεδομένο, ποιας κοινωνικής τάξης τη (δυνητική) ταξική σκοπιά εξέφραζε ο αναρχισμός; Θεωρώ, των συντεχνιών τών μαστόρων και των μικρών ανεξάρτητων παραγωγών, που ήταν η ραχοκοκαλιά τών κατώτερων αστικών στρωμάτων (ο όρος «μικροαστικά» δεν αρμόζει εδώ, γιατί σήμερα έχει εντελώς άλλες συνδηλώσεις), καρδιά τής πρώιμης αναγεννησιακής πόλης και φορέας τών πιο ελπιδοφόρων δυνατοτήτων της, που χτυπήθηκε ανελέητα, μέχρι εξοντώσεως, από τη μετάβαση στις βιομηχανικές μορφές καπιταλισμού. Ασκημένα στην αυτονομία και με μακρά εμπειρία αυτοοργάνωσης αυτά τα στρώματα, ήταν ανεπίδεκτα στο είδος τής πειθαρχίας που απαιτούσε η βιομηχανική εργασία και ήταν δύσκολο να αφομοιωθούν στις μορφές ρύθμισης που επέβαλλε το εθνικό κράτος. Ένα μέρος τους τροφοδότησε μια ριζοσπαστική και απείθαρχη διανόηση (συχνά με την προσχώρηση κάποιων αποστατών αριστοκρατών που είχαν πάρει τοις μετρητοίς τις εξαγγελίες τού πρώιμου φιλελευθερισμού) η οποία, παλινδρομώντας ανάμεσα στις ασύμπτωτες του ελιτισμού και του λαϊκισμού, στρατεύθηκε σε όλα τα μικρά και μεγάλα κινήματα (εθνοαπελευθερωτικά, συνδικαλιστικά, κοινοτιστικά και αντιπολεμικά) ως τα χρόνια τού μεσοπολέμου· ένα άλλο μέρος τους συγχωνεύθηκε στο μητροπολιτικό λούμπεν-προλεταριάτο και χάθηκε κάπου ανάμεσα στον τυχοδιωκτισμό και το μικροέγκλημα. 

     


[1] Ελλ. έκδ. Καστανιώτη, μετ. Ευμορφία Στεφανοπούλου, πρόλ. Δημήτρης Ποταμιάνος. Εκεί και οι παραπομπές που ακολουθούν.

[2] Γεωγράφος και φυσιοδίφης, εκτός τών άλλων, ο Κροπότκιν επέμενε να βλέπει την ανθρώπινη κοινωνία ως συνέχεια των κοινωνιών άλλων ζωικών ειδών. Με τον τρόπο αυτό υπεισέρχεται σε ένα πεδίο που μονοπωλούσαν ως τότε οι απολογητές τού φιλελευθερισμού, τη δαρβίνεια θεωρία τής «φυσικής επιλογής», για να τους στερήσει με την αναπάντεχη ερμηνεία του ένα από τα κυριότερα επιχειρήματα. «Στον αγώνα για επιβίωση για την πληρέστερη δυνατή και εντονότερη επικράτηση της ζωής με την ελάχιστη δαπάνη ενέργειας η φυσική επιλογή είναι η λειτουργία αναζήτησης τρόπων για την κατά το δυνατόν αποφυγή τού ανταγωνισμού» (σελ. 90, έμφαση Φώτη Τερζάκη).


Δεν υπάρχουν σχόλια: