Τετάρτη, 30 Ιουνίου 2010

Κουίζ για γερούς λύτες


(Για να τα λέμε όλα, για πολύ γερούς λύτες!)


Καλείσθε να διατυπώσετε με απόλυτη σαφήνεια την ορθή κατά τη γνώμη σας απάντηση και στα τρία ερωτήματα που παρατίθενται κατωτέρω. Εν συνεχεία καλείσθε να πείτε, θεμελιώνοντας επαρκώς την άποψή σας, ποιο είναι το κοινό στοιχείο και των τριών ερωτήσεων. Διάρκεια κουίζ 72 ώρες. Το κάπνισμα επιτρέπεται. Επίσης, επιτρέπεται η ελεύθερη χρήση βιβλίων —όχι όμως και επινοημένων βοηθημάτων (‘σκονάκια’), ενδεχόμενη χρήση των οποίων θα έχει ως ακαριαία συνέπεια τον μηδενισμό. Καλή επιτυχία!

1. Ο κουρέας της Σεβίλλης ξυρίζει μόνον όλους αυτούς οι οποίοι δεν ξυρίζονται μόνοι τους. Ερώτημα: Ο κουρέας της Σεβίλλης ξυρίζεται μόνος του;

2. Ο Μπέρτραντ Ράσελ, όπως και κάθε φιλειρηνιστής, βρίσκεται ενώπιον της απειλής που αντιπροσωπεύει για την ειρήνη η Ναζιστική Γερμανία όταν στις 4 Σεπτεμβρίου του 1939 η Μεγάλη Βρετανία κήρυξε τον πόλεμο εναντίον της μετά την εισβολή της Βέρμαχτ στην Πολωνία. Ερώτημα: Μπορεί ένας απόλυτος φιλειρηνιστής να υποστηρίξει την κήρυξη πολέμου;

3. Ο Ορέστης σκοτώνει τη μητέρα του η οποία προηγουμένως έχει σκοτώσει τον πατέρα του Αγαμέμνονα. Ερώτημα: Είναι ένοχος μητροκτονίας και πρέπει να τιμωρηθεί γι’ αυτό;



Η εικόνα είναι από το mikelli.tumblr.com

Κυριακή, 27 Ιουνίου 2010

Ψυχή ρηχή…


ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ ΧΘΕΣ ΤΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ του Φώτη Κουβέλη στα «Νέα» του Σαββατοκύριακου.

Κούφια λόγια που θα ξεκούφαιναν κι έναν κουφό, γενικολογίες που θα προσυπέγραφε ο οποιοσδήποτε, ευχολόγια της κακιάς ώρας, βερμπαλισμοί ασκούμενου δικηγοράκου σε επαρχιακό ειρηνοδικείο…

Η θλίψη μεγαλώνει, αν σκεφτεί κανείς ότι ο Φώτης Κουβέλης και τα πιο γνωστά στελέχη της Ανανεωτικής και Δημοκρατικής Αριστεράς ξεκίνησαν κάποτε να ανανεώσουν το ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα…

Τώρα ξεκινούν να ανανεώσουν το σύστημα που οδηγεί ολοταχώς στην εξαθλίωση την ελληνική κοινωνία! Στην πραγματικότητα ξεκινούν να το στηρίξουν! Τυπώνουν πλαστές σημαίες, φιλοτεχνούν ψευδεπίγραφες ονομασίες, εξαργυρώνουν παλιές δάφνες άλλων που οι ίδιοι πέταξαν στις λάσπες! Αλλά το χέρι τους!... Χριστέ μου, δείτε το χέρι τους! Δείτε το πώς σηκώνεται τρεμάμενο κι ακούστε τη φωνή τους καθώς ψελλίζουν: «Κύριε, κύριε! Είμαστε κι εμείς εδώ κύριε! Η σώφρων Αριστερά! Τα καλά παιδιά! Δες μας κύριε! Ρώτησέ μας ό,τι θέλεις. Έχουμε διαβάσει κύριε. Έχουμε όλες τις απαντήσεις. Έχουμε όλες τις απαντήσεις που θέλεις να σου δώσουμε κύριε! Φτάνει να μας δώσεις τον λόγο και θα πούμε ό,τι θέλεις εσύ να πούμε! Θα δηλώσουμε αυτό που επιθυμείς κύριε…».


ΣΗΜΕΡΑ, ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ, είδαμε σε βίντεο, επίσης στα «Νέα», αποσπάσματα από τη σημερινή ομιλία του Φώτη Κουβέλη στην εκδήλωσή τους.

Στις 22 Μαΐου, με αφορμή κάποια άλλη συνέντευξή του, πάλι στο επίσημο όργανο του νέου κόμματος της Ανανεωτικής και Δημοκρατικής Αριστεράς, (έτσι θα ονομαστεί μάλλον), στα «Νέα», γράφαμε στο «Ημερολόγιο περιθωρίου» για απόψεις που μυρίζουν πολιτικό πτώμα.

Λίγη ώρα πριν είδαμε αυτό το πολιτικό πτώμα να μιλάει…


ANTONIO! ΝΙΚΟΛΑ! Σε σας μιλάμε σύντροφοι! Σηκωθείτε να δείτε! Σηκωθείτε να μας πείτε πώς γίνεται, εσείς να ’στε τόσα χρόνια πεθαμένοι, κι άλλοι να μυρίζουν, αν και ολοζώντανοι…

Πέμπτη, 24 Ιουνίου 2010

Νέοι αριστεροί


Ειμ’ ένας νιός κι αριστερός
θέλω και βασιλιά
φτάνει να έχει κουστουμιά
πανευρωπαϊκιά

Την Αριστερά την αγαπώ
από δύση σ’ ανατολή
κι από το σαλόνι ως το γραφείο
του υπολογιστή

Ειμ’ ένας νιός κι αριστερός
πιστεύω στους θεσμούς
μα μη μου λέτε για παπάδες
αγίους και χριστούς

Την Αριστερά την αγαπώ
βράδυ και πρωί
ιδίως όταν κάθομαι
στον υπολογιστή

Ειμ’ ένας νιός κι αριστερός
πολυπολιτισμικός
μόνο που δε θυμάμαι πια
τι θα πει διεθνισμός

Την Αριστερά την αγαπώ
μισώ τον φασισμό
μα τα ’χω βρει από καιρό
με τον καπιταλισμό

Ειμ’ ένας νιός κι αριστερός
χωρίς θρησκοληψίες
χωρίς δογματισμούς παλιούς
και ιδεολογίες

Την Αριστερά την αγαπώ
την έχω στην καρδιά
μόνο τους σταλίνες να ’διωχνα
έξω με μια κλωτσιά

Ειμ’ ένας νιός κι αριστερός
έχω και φίλους gay
κι αν θέλετε τη γνώμη μου
το κόμμα όλα τα φταίει

Την Αριστερά την αγαπώ
μ’ απ’ όλα πιο πολύ
για πάρτη μου θέλω ελεύθερη
και πλούσια ζωή


Εμπνευσμένο από και γραμμένο πάνω στους στίχους του Brendan Behan όπως αποδόθηκαν από τον Βασίλη Ρώτα για το θεατρικό έργο του Ιρλανδού συγγραφέα «Ένας όμηρος». Η παράσταση πρωτοανέβηκε στις 12 Απριλίου του 1962 σε σκηνοθεσία Λεωνίδα Τριβιζά και μουσική Μίκη Θεοδωράκη με ερμηνεύτρια των τραγουδιών τη Ντόρα Γιαννακοπούλου. Αργότερα, τα 16 τραγούδια του έργου κυκλοφόρησαν σε δίσκο («Ένας όμηρος») ερμηνευμένα από τη Μαρία Φαραντούρη και τον ίδιο τον Μίκη. Τα περισσότερα έμειναν στη μουσική και πολιτική ιστορία. Ανάμεσά τους, «Ήταν 18 Νοέμβρη», «Το γελαστό παιδί», «Άνοιξε λίγο το παράθυρο». Το τραγούδι του οποίου οι στίχοι μας ενέπνευσαν είχε τον τίτλο «Είμαι Άγγλος νιός και τυχερός» και το τραγουδούσε ο Μίκης Θεοδωράκης.
Οι παραλλαγμένοι στίχοι που έχουμε σκαρώσει ταιριάζουν απόλυτα με τη μελωδία.


Η εικόνα είναι από το teenforumz.com

Κυριακή, 20 Ιουνίου 2010

Όταν η Αριστερά αυτοκτονεί κι ο Μαρξ έχει πεθάνει…


...είναι δυνατόν ο Κέυνς να αισθάνεται τελείως καλά;!


Στην «Ελευθεροτυπία» της Παρασκευής δημοσιεύτηκε ένα άρθρο του τακτικού συνεργάτη της καθηγητή Κώστα Βεργόπουλου με τον τίτλο «Όταν η Αριστερά αυτοκτονεί». Σ’ αυτό ο Κώστας Βεργόπουλος ασκεί κριτική προς το σύνολο της Αριστεράς εστιάζοντας κυρίως στην, κατά την άποψή του, αποκοπή της Αριστεράς από την κοινωνία και τα προβλήματά της. Εξ αρχής, φλερτάραμε με την ιδέα να πάρουμε τον λόγο επί του άρθρου. Όταν όμως είδαμε τον φίλο και blogger Herr K να στέλνει ένα θερμό σχόλιο συνηγορίας («Αν πω ‘‘πέστα Βεργόπουλε!’’, μήπως θεωρηθεί λαϊκιστικό και απολίτικο;») στο youpayyourcrisis.blogspot.com όπου αναδημοσιεύτηκε, το φλερτ μετετράπη σε σφοδρό έρωτα! Έτσι, καταλήξαμε στο σημερινό σημείωμα.
Κώστας Βεργόπουλος
Να πούμε κάτι προκαταβολικά: τον Κώστα Βεργόπουλο τον γουστάρουμε! Τον γουστάρουμε γιατί είναι «φάτσα», γιατί, όταν χρειάζεται, μιλάει σαν «κακό παιδί», γιατί δεν φοβάται να πει την άποψή του ακόμα κι όταν είναι αιρετική· κι ακόμα γιατί είναι ένας από τους λίγους εκείνους που έχουν δει από καιρό και έχουν κριτικάρει τη διολίσθηση της Αριστεράς σε πολιτιστικά ζητήματα και την αντίστοιχη απομάκρυνσή της από τις «ταπεινές»[1] ανάγκες των πολλών.

Ως οικονομολόγος είναι η επιτομή του αριστερού κεϋνσιανού. Πιστεύει δηλαδή, χοντρικά, στην κρατική παρέμβαση μέσω δημοσίων επενδύσεων που αυξάνουν τη ζήτηση διοχετεύοντας χρήμα στους εργαζόμενους το οποίο μετατρεπόμενο με τη σειρά του σε αντίστοιχες δαπάνες κατανάλωσης «σπρώχνει» την οικονομία συνολικά σε ανοδική πορεία. Αυτονόητα, τάσσεται υπέρ ενός κάποιου εθνικού προστατευτισμού και κατά της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στην απελευθέρωση της «δράσης» του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου.

Για κάποιους θερμοκέφαλους της «πούρας» Αριστεράς, το να είσαι κεϋνσιανός είναι ένας από τους τρεις καλύτερους λόγους να σου αφαιρεθεί δημοσία και σε επίσημη τελετή η ταυτότητα του αριστερού. Θερμοκέφαλοι κι εμείς όντες, αλλά διαφορετικής κατηγορίας, δεν θα συμφωνούσαμε. Κι αυτό, επειδή δεν θεωρούμε πως είναι ασυμβίβαστα μεταξύ τους ένας μαρξιστής —αυτό δηλώνει ο Βεργόπουλος ή τουλάχιστον ποτέ δεν έχει δηλώσει μη μαρξιστής— να είναι στην παρούσα φάση, σωστά ή λάθος, κεϋνσιανός.

Έτερον εκάτερον. Μ’ άλλα λόγια, μπορεί να μη θεωρούμε τον Βεργόπουλο «εσωτερικό εχθρό», αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πιστεύουμε πως μας τα λέει και πάντα καλά.

Φωνή βοώντος εν τη ερήμω ουκ ανδρός σοφού εστί


Ακόμα κι αν παραβλέψουμε το ζήτημα του κατά πόσον είναι εφικτή σήμερα ή όχι μια πανευρωπαϊκή στροφή στην κεϋνσιανή πολιτική, ακόμα κι αν παρακάμψουμε τελείως το κατά πόσον η πολιτική της στήριξης των λαϊκών εισοδημάτων είναι ή δεν είναι η αναγκαία στάχτη στα μάτια των υποτελών τάξεων για τη διαιώνιση ενός εκμεταλλευτικού ταξικού συστήματος όπως ο καπιταλισμός, υπάρχει εδώ ένα ερώτημα απλούστερο και πρακτικότερο.

Τι νόημα έχει να λέει και να ξαναλέει κανείς αυτό που πρέπει να γίνει όταν δεν καταθέτει προτάσεις για το πώς θα γίνει από τη στιγμή που αυτοί οι οποίοι αποφασίζουν το τι θα γίνει δεν συμμερίζονται τις ίδιες απόψεις, αλλά τις ακριβώς αντίθετες;[2] Γιατί η αλήθεια είναι ότι το χέρι του Βεργόπουλου πρέπει να έχει πιαστεί πλέον να χτυπάει το κεϋνσιανό καμπανάκι εδώ και χρόνια. Πλην όμως χωρίς, φευ, αποτέλεσμα! Παρ’ όλα αυτά, δεν χάνει καθόλου το κέφι του όταν του δίδεται ο λόγος: συνεχίζει απτόητος να υποδεικνύει μια λύση που οι κλειδοκράτορες δεν επιθυμούν χωρίς και να μπαίνει στον κόπο να εκθέσει τις ιδέες του για το πώς θα υποχρεωθούν να την «επιθυμήσουν».

Θα πει κάποιος, ίσως, ότι αυτό δεν είναι δουλειά των οικονομολόγων της Αριστεράς, είναι δουλειά των πολιτικών της. Πιστεύουμε ότι πρώτος-πρώτος θα διαφωνούσε ο ίδιος ο Βεργόπουλος σ’ αυτό, ενδεχομένως δε να εξέφραζε τη διαφωνία του και με κάποια «γαλλικά». Είναι δυνατόν ένας αριστερός καθηγητής πολιτικής οικονομίας να διαχωρίζει αυστηρά την οικονομία από την πολιτική; Όχι βέβαια· για αυτό και ο Βεργόπουλος πάντα οικονομολογεί πολιτικολογώντας.

Μαρξιστικές αμαρτίες – κεϋνσιανές αρετές;


Το ίδιο κάνει και στο συζητούμενο άρθρο του. Όπου εγκαλεί την Αριστερά, όχι τόσο για έλλειψη προγράμματος, αλλά για δυσπιστία «απέναντι στη φαντασία, την ευρηματικότητα και την ανεξέλεγκτη δυναμική των κοινωνικών δυνάμεων», δυσπιστία η οποία καλλιεργεί τη υπόνοια ότι «δεν ενθαρρύνει την κοινωνία να εκφρασθεί, όσο κυρίως πασχίζει να την οικειοποιηθεί».

Εδώ νομίζουμε ότι ο Βεργόπουλος πέφτει τελείως έξω. Όχι γιατί η Αριστερά είναι αθώα των αμαρτιών που της καταλογίζει, κάθε άλλο. Αλλά γιατί αυτό που κυρίως καταγράφεται στο παθητικό της στην παρούσα συγκυρία είναι η αδυναμία της να συντονιστεί σε ένα συνεκτικό σχέδιο —κεϋνσιανό, ριζοσπαστικό, ή οποιοδήποτε άλλο— αρκούντως πειστικό για να το αγκαλιάσουν ευρέα στρώματα των απελπισμένων Ελλήνων και αρκούντως εφικτό για να συσπειρωθούν μαζί της στην προσπάθεια εφαρμογής του.

Αυτή είναι η βαριά αμαρτία της Αριστεράς σήμερα. Και, για να τα λέμε όλα, νομίζουμε ότι αυτή είναι και η αμαρτία του ίδιου του Κώστα Βεργόπουλου.



[1] Όπως, ας πούμε, πώς θα πληρωθεί το πετρέλαιο θέρμανσης τον χειμώνα, ο λογαριασμός του ηλεκτρικού ή κάποιο φαγητό για το Κυριακάτικο τραπέζι στα εγγόνια καλύτερο από κεφτέδες από κατεψυγμένο κιμά...

[2] Η ΕΕ αρχίζει να συντονίζεται όλο και καλύτερα με τις επιταγές του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού: μείωση εισοδημάτων και κοινωνικών δαπανών, συνεχείς «διευκολύνσεις» προς το κεφάλαιο ώστε να αυξήσει την κερδοφορία του, «δημιουργική» καταστροφή ανθρώπων και κοινωνιών, έτσι ώστε να κερδίσουν επάξια το εισιτήριο της επανόδου (κάποτε!) στις «ευτυχισμένες μέρες»!

Η εικόνα από το laskerfoundation.org

Τετάρτη, 16 Ιουνίου 2010

Again: it’s the economy, comrades!


(And then, it’s the party!).


ΟΠΩΣ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΕΚΤΙΜΗΣΟΥΜΕ από τη φωτογραφία του, είναι πάνω-κάτω σειρά μας. Ίσως λίγο μεγαλύτερος. Με τα γένια δεν μπορείς ποτέ να καταλάβεις ακριβώς. Στον τελευταίο «Δρόμο» όπου έχει μια μικρή στήλη εξομολογείται τον πόνο του (τα bold, ως συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις, δικά μας):

«Στις εκλογές του Οκτωβρίου ψήφισα στη Β´ Αθηνών και ένας από τους τέσσερις σταυρούς πήγε στον Γρηγόρη Ψαριανό. Έτσι, χωρίς πολλή σκέψη, επειδή τον γούσταρα ως ραδιοφωνατζή, επειδή μου άρεσε που δεν ήταν μέλος του κόμματος και κανενός κόμματος, επειδή τα έλεγε χύμα και είχα την αίσθηση ότι πρέπει πια ο ΣΥΡΙΖΑ να τα λέει χύμα, να γίνει αντισυμβατικός, να το παίζει και λίγο τρελός, να ρίχνει και κάνα καντήλι που και που…

»Ο Γρηγόρης είναι σήμερα με αυτούς που λένε ότι ο κόσμος τους ψήφισε μέσω του ΣΥΡΙΖΑ ελπίζοντας ότι κάποτε δεν θα υπάρχει ΣΥΡΙΖΑ… Είναι με αυτόν που ανέλαβε να εκπροσωπεί τον ΣΥΡΙΖΑ στη Βουλή επιθυμώντας όμως τη διάλυσή του. Σήμερα και η δική μου ψήφος μπαίνει στο τσουβάλι «όσων ήξεραν τι ψηφίζουν» και (υποτίθεται) επικροτούν την κίνηση των Τεσσάρων. Λάθος σύντροφε Γρηγόρη.

»Ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν ένα από τα εγχειρήματα που συγκίνησε εμένα και πολλούς άλλους σαν εμένα. Τον φανταζόμουνα με πολύ μεγαλύτερο τσαμπουκά, σαν και τον δικό σου στο ραδιόφωνο. Τον βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ τον φανταζόμουνα στα πεζοδρόμια όταν πλακώνανε τους μετανάστες στη Σωκράτους και στον Άγιο Παντελεήμονα. Τον ονειρευόμουν επιβάτη στα καράβια για τη Γάζα, τον έβλεπα οδηγό που περνάει τα διόδια παράνομα χωρίς να πληρώσει, κατασκηνωτή στο κάμπινγκ κατά της εκτροπής του Αχελώου, διαδηλωτή που χαλάει τη σούπα των παρελάσεων στις εθνικές επετείους, ακτιβιστή που μπουκάρει με τη βουλευτική του ιδιότητα μέρα παρά μέρα στις φυλακές, χορευτή στο gay parade, υπερασπιστή των αστέγων ξαπλωμένο σε χαρτόκουτα, ποδηλάτη που χώνεται στο ΜΕΤΡΟ διεκδικώντας να βάλει το ποδήλατό του στα βαγόνια, καπνιστή στο αντιαπαγορευτικό φεστιβάλ, αντιεθνικιστή σε διαδήλωση υπέρ του δικαιώματος των Μακεδόνων να λέγονται όπως γουστάρουν.

»Λίγα από αυτά έγιναν. Ίσως να φταίτε εσείς οι τέσσερις, ίσως και οι υπόλοιποι, ίσως να φταίω εγώ και η φαντασία μου, που πάντα με γελούσε…

»Τη δική μου την ψήφο Γρηγόρη, βγάλτην από το τσουβάλι. Τα πιο μαλακά, τα πιο συναινετικά και πιο μέτρια δεν είναι για μένα.

»Γι’ αυτό λέω πως ίσως τώρα που φύγατε, να τον δω τον ΣΥΡΙΖΑ, όπως τον φανταζόμουνα.

»Αλλιώς θα φύγω εγώ…».


ΑΥΤΑ ΕΓΡΑΨΕ ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΕΝΟ ΣΑΒΒΑΤΟ στο «Δρόμο» ο Μάριος Διονέλλης. Παρά το ότι θέλουμε να θίξουμε μόνο τα δυο σημεία[1] που τονίσαμε, παραθέσαμε το κείμενό του αυτούσιο (ο τίτλος ήταν «Εγώ ψήφισα Ψαριανό»). Γιατί; Γιατί, απλούστατα, θέλουμε να φανεί σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια το φαινόμενο της εκδίπλωσης ενός απλού, ειλικρινούς και «καθημερινής φυσιολογικότητας» αριστερού λόγου με την ταυτόχρονη παρείσφρηση σε αυτό στοιχείων καραμπινάτης ιδεολογικής τυφλότητας και πολιτικής σχιζοφρένειας. Κι εδώ, αμέσως μετά από αυτές τις «βαριές» λέξεις, είναι το κατάλληλο σημείο για να πούμε ότι το σημείωμά μας δεν είναι σημείωμα προσωπικής κριτικής ούτε, πολύ περισσότερο, έχει ως «στόχο» τον συγκεκριμένο Μάριο —όπως και κανέναν άλλον Μάριο ή Μαρία. Οι απόψεις ενός προσώπου, ακόμα και αυτές ενός αριστερού δημοσιογράφου που εκφράζονται σε μια εφημερίδα της Αριστεράς, λίγο θα μας ενδιέφεραν, αν δεν συνέπιπταν με τις πλάνες και τις συγχύσεις που βασιλεύουν σε μεγάλα τμήματα του «απλού» αριστερού κόσμου, όπως κατά την άποψή μας συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Μετά από αυτή την απαραίτητη διευκρίνιση, ας προχωρήσουμε.

Η ιδεολογική τυφλότης

Τι διαφοροποιεί ριζικά την Αριστερά από τους πολιτικούς αντιπάλους της; Η θεμελιωμένη στην εποχή της Γαλλικής Επανάστασης παράδοση να καταλαμβάνει τα έδρανα της αριστερής πτέρυγας των κοινοβουλίων; Η ύψωση της αριστερής γροθιάς στις διαδηλώσεις; Η Κόκκινη Σημαία; Θέλουμε να πούμε, όλοι αυτοί οι συμβολισμοί, τι ακριβώς συμβολίζουν; Ακριβέστερα: ποια ακριβώς διαφορετικότητα συμβολίζουν; Δεν συμβολίζουν ένα ιδιαίτερο φιλοσοφικοπολιτικό ρεύμα ιδεών σύμφωνα με το οποίο ο τρόπος παραγωγής και αναπαραγωγής της υλικοοικονομικής ζωής, οι κοινωνικές σχέσεις που απορρέουν από αυτόν και η διαπάλη των δύο βασικών κοινωνικών τάξεων που καθορίζονται από τις σχέσεις ιδιοκτησίας ή μη ως προς τα μέσα παραγωγής, είναι ο βασικός παράγοντας της εξέλιξης των κοινωνιών;

Αν έτσι έχουν τα πράγματα, αυτή η πρωτοκαθεδρία των ζητημάτων που συνδέονται με την υλικοοικονομική πλευρά της κοινωνικής ζωής, δεν είναι αυτονόητο ότι πρέπει να αντικατοπτρίζεται στον πολιτικό αγώνα της Αριστεράς; Νομίζουμε πως ναι.

Τότε τι είναι αυτό που κάνει τον ΜΔ —και κάθε ΜΔ, ΧΨ, ΑΒ ή ΓΔ— να παραθέτει έντεκα (11) διαφορετικά «μέτωπα πάλης» στα οποία επιθυμεί να φαντάζεται πρωτοστάτη τον Ψαριανό (και κάθε στέλεχος της Αριστεράς ασφαλώς) και από τα οποία έντεκα (11) ούτε ένα (1) δεν μπορεί να ενταχθεί άμεσα στον τρόπο παραγωγής και αναπαραγωγής της υλικοοικονομικής ζωής; Τον φαντάζεται πρωτοστάτη στο «αντιεθνικιστικό» μέτωπο (ή στο «εθνικιστικό» κατά περίπτωση), τον φαντάζεται πρωτοστάτη στο μέτωπο της οικολογίας, τον φαντάζεται πρωτοστάτη στο μέτωπο της κοινωνικής απελευθέρωσης των ομοφυλόφιλων, στο μέτωπο του δικαιώματος του αυτοπροσδιορισμού ή στο μέτωπο της κοινωνικής πρόνοιας για την ακραία (και «μειονοτική») φτώχεια. Δεν τον φαντάζεται όμως ούτε σε μια (1) περίπτωση πρωτοστάτη στο μέτωπο της εργασίας!

Είναι ο φόβος του οικονομισμού[2] και του συνεπακόλουθου αναγωγισμού;[2] Είναι η διολίσθηση ενός τμήματος της Αριστεράς σε πολιτισμικά αιτήματα που συγκεντρώνουν την αποδοχή ευρύτερων ακροατηρίων, απότοκος της προσπάθειας να σπάσει την κοινωνική αδιαφορία ή και απόρριψη που εισπράττει; Είναι η θεωρητική ανεπάρκεια; Πολλές σκέψεις μπορεί να κάνει κανείς κι εμείς δεν αποτελούμε εξαίρεση. Θα προτιμούσαμε όμως να τις κάνουμε συζητώντας με όσους θελήσουν να σχολιάσουν— μακάρι να είναι πολλοί. Γι’ αυτό, αφού και πάλι υπενθυμίσουμε ότι το θέμα μας δεν είναι οι απόψεις ενός προσώπου αλλά το ότι αυτές οι απόψεις είναι ευρύτερα διαδεδομένες σε ανθρώπους που αυτοπροσδιορίζονται ειλικρινώς ως αριστεροί, σταματούμε εδώ και περνάμε στο δεύτερο σημείο που θέλουμε να θίξουμε.

Η πολιτική σχιζοφρένεια

Εκτός από το ΚΚΕ και ορισμένες εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις που ακολουθούν τη φιλοσοφία της «σκληρής» στράτευσης, για την υπόλοιπη Αριστερά το ζήτημα της πολιτικής οργάνωσης συνεχίζει να παραμένει περίπου στη ζώνη του …λυκόφωτος! Από τη μια απορρίπτεται το τριτοδιεθνιστικό μοντέλο του λενινιστικού «στρατιωτικοποιημένου» κόμματος νέου τύπου (όπου όμως η σύγχυση που βασιλεύει επιτρέπει να θεωρούνται προβληματικές ακόμα και οι δημοκρατικές αρχές λειτουργίας!) κι από την άλλη γίνεται αντιληπτό ότι η πολιτικά οργανωμένη Αριστερά κάτι παραπάνω και διαφορετικό πρέπει να είναι, διάολε, από λέσχη ατερμόνων συζητήσεων που δεν καταλήγουν πουθενά ή καταλήγουν όπου βολεύει τον καθένα![3]

Για τους αριστερούς που κινούνται περί τον ΣΥΡΙΖΑ (ακολουθεί σε κάποια απόσταση και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ) τα οργανωτικά προβλήματα, μετά από συζητήσεις και προβληματισμούς δυο και παραπάνω χρόνων, έχουν πάρει εκρηκτικές διαστάσεις. Έτσι οι πιέσεις που δημιουργούνται και τα διλήμματα που συνεπιφέρουν φέρνουν στο φως, σε όλη της τη μεγαλοπρέπεια, την αμφιθυμία που περιγράψαμε στην προηγούμενη παράγραφο. Υπό την επήρεια αυτής της αμφιθυμίας φτάνει ο ΜΔ να εξομολογείται ότι στους λόγους που τον οδήγησαν να «σταυρώσει» τον Γρηγόρη Ψαριανό συμπεριλαμβανόταν και το γεγονός «πως δεν ήταν μέλος του κόμματος και κανενός κόμματος»(!). Ταυτόχρονα, τον καταγγέλλει για την αποσκίρτηση από το σχήμα του ΣΥΡΙΖΑ, αποσκίρτηση που οφείλεται, συν τοις άλλοις, και στη διαφωνία της Ανανεωτικής Πτέρυγας για την αναβάθμιση του ΣΥΡΙΖΑ σε οιονεί κόμμα!

Το πράγμα βοά· και η ένταση της βουής μπορεί να ανέβει κι άλλο, από τη στιγμή που μπει κανείς στον κόπο να κάνει τον εξής απλό συλλογισμό: Αν αυτά τα πράγματα τα εκφράζουν αριστεροί δημοσιογράφοι, σκέψου τι γίνεται στα μυαλά των «απλών», έστω και ασυνείδητα ή εν δυνάμει αριστερών, ανθρώπων…

Και πάλι: Ευελπιστώντας σε μια καλή συζήτηση με τους αναγνώστες που θα θελήσουν να πάρουν το λόγο, σταματούμε εδώ.

«Τέρμα τα αστεία για την Αριστερά»

Κατά σύμπτωση —τραγική, κωμική, ή και τα δυο— αυτός ήταν ο κύριος πρωτοσέλιδος τίτλος του «Δρόμου» όπου διαβάσαμε το άρθρο που σχολιάσαμε. Νομίζουμε ότι δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να κλείσουμε το σημερινό μας σημείωμα.

Μακάρι να ήταν αλλιώς…



[1] Είναι μεγάλη δοκιμασία, σε ένα άρθρο όπου γίνεται κουβέντα για τον Γρηγόρη Ψαριανό, να προσπαθήσεις να μη μιλήσεις γι’ αυτόν. Την ξεπεράσαμε επιτυχώς όταν αναρωτηθήκαμε: «Για Ψαριανούς να μιλούμε τώρα;». Συνιστούμε θερμά στους αναγνώστες μας το ίδιο «βοήθημα».

[2] Οικονομισμός: Η «ανάγνωση» του μαρξικού έργου με τέτοιο τρόπο ώστε α), η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων να αναβαθμίζεται στη μ ο ν α δ ι κ ή κατ’ ουσίαν αναγκαία συνθήκη για το πέρασμα από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό και β), τα κοινωνικά φαινόμενα και αλλαγές, θετικές ή αρνητικές, να αποδίδονται μέσω α ν α γ ω γ ή ς στον οικονομικό παράγοντα και μόνο. Στο πολύ φρέσκο βιβλίο του, το οποίο διαβάζουμε αυτό τον καιρό και συνιστούμε ανεπιφύλακτα («Κριτική ιστορία του μαρξισμού», Εκδόσεις ΚΨΜ), ο Κοστάντσο Πρέβε υποστηρίζει ότι όλη η περίοδος του πρωτο-μαρξισμού (1878-1914 ή 1917 σύμφωνα με τη δική του περιοδολόγηση) χαρακτηρίζεται από αυτή την τάση.

[3] Είναι αλήθεια ότι ο ΣΥΝ, για να τα λέμε όλα και χωρίς να κακοφανεί στους φίλους του, με την οπερετική λειτουργία του επί πολλά χρόνια, έχει συνεισφέρει πολύ στη συνειδητοποίηση των αδιεξόδων μια τέτοιας αντίληψης.


Η εικόνα, από το faithcenter.wordpress.com

Κυριακή, 13 Ιουνίου 2010

Κουίζ (η λύση)


ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΟΡΙΣΜΟΥΣ που μπορούν να δοθούν για τη λέξη ‘παλαιοβιβλιοπωλείο’, αν και όχι τόσο δόκιμος, είναι ο εξής:

«Παλαιοβιβλιοπωλείο είναι ένα κατάστημα το οποίο πουλάει παλιά ή και σπάνια βιβλία και στο οποίο μπαίνει κανείς για να βρει κάποιο συγκεκριμένο βιβλίο, αλλά βγαίνει με τουλάχιστον τρία, κανένα από τα οποία, ατυχώς, δεν είναι αυτό που είχε στο μυαλό του όταν έμπαινε, για τον απλούστατο λόγο ότι, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του καταστηματάρχη, εκείνο δεν κατέστη δυνατόν να βρεθεί! (Παρ’ όλα αυτά, συνήθως, ο πελάτης απέρχεται πανευτυχής)».

Αυτό ακριβώς συνέβη λίγες βδομάδες πριν και στον επικεφαλής της παρ’ ημίν Υ.ΤΣΕ.Κ.Α., πράγμα το οποίο αποδεικνύει βεβαίως, εκτός από το αξιόπιστο του παραπάνω ορισμού, και το αξιόμαχο της υπηρεσίας πληροφοριών του παρόντος blog.

Ανάμεσα στα τρία βιβλία που αγόρασε τότε ήταν και ένα που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί πραγματικό «λαυράκι». Εν όψει του Συνεδρίου του ΣΥΝ και των πιθανών εξελίξεων για τις οποίες λεγόντουσαν και γραφόντουσαν πολλά και διάφορα, το βάλαμε στην άκρη περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να το φέρουμε στο φως. Νομίζουμε ότι τώρα, με την Ανανεωτική Πτέρυγα του ΣΥΝ εκτός (κατά το ένα πόδι μέχρι στιγμής, επιμένουμε να θυμίζουμε) είναι η κατάλληλη στιγμή.

Το «λαυράκι» λοιπόν είναι ένα βιβλίο 231 σελίδων με τον τίτλο «Ποια Αριστερά;». Χαρτόδετο, καλοδιατηρημένο και διαβασμένο προσεκτικά από τον/την προηγούμενο κάτοχό του, αν κρίνουμε από τις υπογραμμίσεις και τα θαυμαστικά ή ερωτηματικά που τις συνοδεύουν. Είναι των εκδόσεων «Οδυσσέας» (Β΄ Έκδοση) και στην πρώτη σελίδα μετά το εξώφυλλο διακρίνεται ακόμα η τιμή (μαζί με το ίχνος μιάς μουμιοποιημένης μικρής αραχνίτσας): 800 δρχ. Έχει εκδοθεί σε πρώτη έκδοση τον Απρίλιο του 1987.

Γράφτηκε με τη μορφή συζήτησης, όπου ο συγγραφέας εκθέτει τις απόψεις του μέσα από «διάλογο» με κάποιο άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα. (Για να είμαστε ειλικρινείς, αυτό μας εξέπληξε λιγάκι. Το «στυλ» του διαλόγου το έχουμε δει μόνο σε βιβλία του Τσόμσκυ, μεταφρασμένα στα ελληνικά πολύ αργότερα).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο συγγραφέας έχει συνομιλήσει με δυο πρόσωπα. Αναφέρονται τα ονόματα Πέτρος Καβάσαλης και Κώστας Σπυρόπουλος. (Το google τα βγάζει, αλλά υπάρχουν και συνωνυμίες· δεν μπήκαμε στον κόπο, γιατί δεν έχει σημασία).

Απομένει το τελευταίο. Αυτό που σας καίει πιο πολύ, τουλάχιστον εσάς που μπήκατε στον κόπο να παίξετε στο παιχνίδι μας. Το όνομα του συγγραφέα.

Είναι ο Λεωνίδας Κύρκος[1] —το συγκεκριμένο απόσπασμα είναι από τον πρόλογο. Φυσικά, το όνομά του αναφέρθηκε από τους «παίκτες», πώς θα μπορούσε να μην; Κανείς όμως δεν βρήκε το σωστό «βήμα», όπως μισοδιαφωτιστικά γράψαμε, απ’ όπου εκφωνήθηκαν τότε[2] αυτά τα λόγια. Πράγμα που μας κάνει να σκεφτόμαστε ότι το βιβλίο μάλλον δεν έφτασε ποτέ στην Γ΄ Έκδοσή του…


ΘΕΛΟΥΜΕ ΝΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΣΟΥΜΕ τις φίλες και τους φίλους που βρέθηκαν σε φιλοπαίγμονα διάθεση την ίδια στιγμή μ’ εμάς και μας συντρόφεψαν στο παιχνίδι. Για να τα λέμε όλα, δεν μας συντρόφεψαν απλώς! Επέτρεψαν στο παιχνίδι να διεξαχθεί! Επιπλέον, θέλουμε από εδώ, την πρώτη σελίδα, να συγχαρούμε και «επισήμως» τη Βασιλική (τι όνομα!) για την επαγωγική σκέψη της. Πιστεύουμε ότι στα δικά μας συγχαρητήρια όπως και αυτά του Παρατηρητή, μάλλον θα προστεθούν και τα συγχαρητήρια όλων!


ΤΕΛΟΣ, ΘΕΛΟΥΜΕ ΝΑ ΑΦΙΕΡΩΣΟΥΜΕ αυτό το κουίζ στους καλόπιστους (εν προκειμένω: Αριστερής Πίστης) οπαδούς των σημερινών απόψεων και θέσεων της σημερινής Ανανεωτικής Πτέρυγας.

Το αφιερώνουμε χωρίς την παραμικρή διάθεση αντιπαλότητας, χωρίς κανένα ειρωνικό χαμόγελο, χωρίς την ικανοποίηση που προσφέρει η περίσταση του να «τρίβεις στη μούρη» του αντιπάλου αυτό που τον κατατροπώνει.

Θα τη νιώθαμε αυτή την ικανοποίηση, αν νιώθαμε ότι είχαμε να κάνουμε με αντιπάλους. Όμως, δε νιώθουμε έτσι. Νιώθουμε ότι έχουμε να κάνουμε με αριστερούς με σάρκα και οστά, αριστερούς όπως εμείς και όπως όλοι. Που άλλοτε «πέφτουν μέσα» κι άλλοτε «πέφτουν έξω».

Σ’ αυτούς τους καλόπιστους λοιπόν το αφιερώνουμε το κουίζ. Και τους προτρέπουμε, πες καλύτερα τους απευθύνουμε έκκληση, αυτές τις ιδέες που κάποτε, όχι πολύ παλιά, τις χειροκροτούσαν με ενθουσιασμό και ίσως με δάκρυα στα μάτια ή στην ψυχή, τους απευθύνουμε έκκληση λοιπόν, στο όνομα αυτών των ιδεών, να μην τις αφήσουν, να μην επιτρέψουν στον εαυτό τους να τις αφήσει ξεχασμένες εκεί, στην πρώτη σελίδα μετά το εξώφυλλο του παλιού βιβλίου του Λεωνίδα Κύρκου μαζί με τη μουμιοποιημένη μικρή αραχνίτσα…



[1] Σε μία ιντερνετική συζήτηση προχθές με έναν κατά τα φαινόμενα παλιό αριστερό στο dosepasa.wordpress.com κλείναμε ένα σχόλιό μας ως εξής: «Τελευταίο και όχι έσχατο: τιμούμε όλους α ν ε ξ α ι ρ έ τ ω ς τους παλιούς αριστερούς. Με τα καλά τους και τα κακά τους (όλα ανθρώπινα). Και, φυσικά, δεν εξαιρούμε εσένα…». Επαναλαμβάνουμε και εδώ το ίδιο, ξαναγράφοντας την τελευταία πρόταση: «Και, φυσικά, δεν εξαιρούμε τον Λεωνίδα Κύρκο…».

[2] Για να δώσουμε το στίγμα των εξελίξεων στο ΚΚΕεσ. εκείνη την εποχή του 4ου Συνεδρίου στο οποίο αποφασίστηκε η μετονομασία του κόμματος σε Ε.ΑΡ. (Ελληνική Αριστερά) με όσα αυτή συνεπαγόταν, αντιγράφουμε από τη Βικιπαίδεια:

«Στον εσωκομματικό διάλογο που προηγήθηκε του 4ου συνεδρίου διατυπώθηκαν τέσσερις προτάσεις σχετικά με το μέλλον του κόμματος. Η πρώτη άποψη, με ηγετική φυσιογνωμία το Λεωνίδα Κύρκο, ζητούσε τη ‘‘μετεξέλιξη’’ του κόμματος σε ένα νέο μη κομμουνιστικό κόμμα της αριστεράς που θα ήταν ανοιχτό σε ευρύτερες συμμαχίες. Η δεύτερη άποψη, που υποστηρίχτηκε από το γραμματέα του κόμματος Γιάννη Μπανιά και τον πρώην γραμματέα Μπάμπη Δρακόπουλο, επεδίωκε την ‘‘αναβάθμιση’’ του κόμματος, τη διατήρηση του κομμουνιστικού χαρακτήρα του και παράλληλα τη ριζοσπαστικοποίησή του. Η λεγόμενη ‘‘τρίτη άποψη’’ ήταν και αυτή υπέρ ενός νέου φορέα της αριστεράς, έκανε όμως κριτική στην παλιότερη πορεία του κόμματος από τα αριστερά και τόνιζε την ανάγκη της σύνδεσής του με τα νέα κοινωνικά κινήματα. Τέλος η λεγόμενη ‘‘τέταρτη άποψη’’ θεωρούσε ότι οι συνθήκες δεν ήταν ακόμη ώριμες για ριζικές αλλαγές στη φυσιογνωμία του κόμματος.

Στο συνέδριο (Μάιος 1986) υπερίσχυσαν οι προτάσεις για τη δημιουργία ενός νέου μη κομμουνιστικού φορέα. Τον Ιανουάριο του 1987 29 μέλη της Κεντρικής Επιτροπής από την τάση της ‘‘αναβάθμισης’’ δήλωσαν ότι δεν πρόκειται να συμμετάσχουν στις διεργασίες για την ίδρυση του νέου φορέα και συγκρότησαν το ΚΚΕ εσωτερικού - Ανανεωτική Αριστερά, κίνηση στην οποία συμμετείχε και η πλειοψηφία της ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος. Τον Απρίλιο του 1987 έγινε το ιδρυτικό συνέδριο του νέου κόμματος που ονομάστηκε Ελληνική Αριστερά (Ε.ΑΡ.) με γραμματέα το Λεωνίδα Κύρκο».


Η εικόνα από το blog.ediets.com

Πέμπτη, 10 Ιουνίου 2010

Κουίζ


«[...] Το θέμα είναι πώς θα ανανεωθεί η Αριστερά, για να βγει από το περιθώριο, να ’ρθει στο κέντρο της πολιτικής ζωής, να ταρακουνήσει και να ζωντανέψει την κοινωνία με τις προτάσεις και τους δεσμούς της με τις μάζες, να φλογίσει τη νεολαία με την πίστη πως ναι, μπορούμε ν’ αλλάξουμε τη ζωή μας, μ’ ένα μεγάλο σχέδιο, όπου μπορούν ν’ ανταμώσουν όλες οι ζωντανές προοδευτικές δυνάμεις. Εμείς οι κομμουνιστές της ανανέωσης κάναμε δυο ειδών επαναστάσεις στη μακρά μας πορεία. Ενάντια στα κατεστημένα του κεφαλαίου και ενάντια στον ίδιο τον εαυτό μας —στο σταλινικό δογματισμό που ήμασταν παιδιά του. Το έργο του ΚΚΕ εσωτερικού, από το 1968 έχει γραφτεί στην ιστορία. Σπείραμε —παλιές και νεότερες γενιές— συνταρακτικές ιδέες, καθώς ζητούσαμε να αδερφώσουμε τον βαθύ κοινωνικό μετασχηματισμό με τη Δημοκρατία, την ελευθερία και την αυτονομία απέναντι σε όποιο ξένο κέντρο. Παλαίψαμε για ένα ελληνικό σοσιαλισμό, που οι ρίζες του θα ’ναι βασισμένες σε ό,τι καλύτερο έδωσε η ιστορία μας, και που θ’ ανιχνεύει το Αύριο στα ωραιότερα οράματα του Ανθρώπου-Δημιουργού. Πιστεύω όμως βαθιά όπως και τόσοι άλλοι απ’ τους κόλπους μας ή ξεκινώντας από τις δικές τους αφετηρίες, πως ήρθε η ώρα να ξαναδουλέψουμε τις ιδέες και τις προτάσεις μας, τώρα που η χώρα περνάει την κρίση, που παρακολουθεί την αποτυχία του ΠΑΣΟΚ και η αντεπίθεση της συντήρησης σηκώνει κεφάλι. Πως ήρθε η ώρα να ξανανταμώσουμε με τις πλατιές μάζες των εργαζομένων της πόλης και του χωριού, όπως στα χρόνια του ΕΑΜ ή της προδικτατορικής ΕΔΑ και των Λαμπράκηδων, να διδαχτούμε και να διδάξουμε, να ξαναγεννήσουμε την αισιοδοξία πως ο σοσιαλισμός μένει πάντα η πιο όμορφη ελπίδα για μια κοινωνία αδελφοσύνης και δικαιοσύνης —πολύ περισσότερο τώρα που η τεχνολογική επανάσταση ανατρέπει τα πάντα και δημιουργεί τις προϋποθέσεις ή για ολοκληρωτική καταστροφή ή για άνθηση της κοινωνίας σε παγκόσμια κλίμακα. [...]».

Σε ποιον ανήκουν τα παραπάνω λόγια και από ποιο «βήμα» τα εκφώνησε;


Το ξετρύπωσε η πολύ καλή μας Υ.ΤΣΕ.Κ.Α (Υπηρεσία Τσεκαρίσματος Καταγεγραμμένων Αναφορών). Τα bold είναι δικά μας.


Η εικόνα είναι από το humblemonkey.wordpress.com

Δευτέρα, 7 Ιουνίου 2010

Συνέδριο Συνασπισμού: Το ένα(;) διαιρείται(;) σε δυο


Για όσους έχουν μια κάποια βασική, απαιτούμενη γνώση για το τοπίο εντός του Συνασπισμού, τα ερωτηματικά του τίτλου σχετικά με το αν υπήρξε ποτέ ενιαίο κόμμα, αλλά και με το αν τελικά θα διασπαστεί και επισήμως μετά την αποχώρηση της Ανανεωτικής Πτέρυγάς του από το 6ο Συνέδριο, δεν πρέπει να προκαλούν καμία απορία. Για τους αναγνώστες όμως που δεν είναι πολύ ενημερωμένοι μια μικρή αναδρομή στην ιστορία του Συνασπισμού είναι μάλλον απαραίτητη προκειμένου να κατανοήσουν τις σκέψεις αυτού του σημειώματος —το αν θα τις υιοθετήσουν ή τις απορρίψουν είναι άλλου παπά ευαγγέλιο .

Η πρώτη φάση: Ο ενιαίος Συνασπισμός

Αυτός ο πρώτος Συνασπισμός (με «διακριτικό» τίτλο «Συνασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου») ήταν προϊόν ενός «ιστορικού συμβιβασμού α λα Γκρέκα» που συμφωνήθηκε μεταξύ του ΚΚΕ και του ΚΚΕεσ. των δυο διασπασμένων από το 1968 κομματιών του ενιαίου ΚΚΕ. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι, ενώ από τη μεριά του ΚΚΕ ο συμβιβασμός έγινε καθολικά αποδεκτός, στο ΚΚΕεσ. αυτός επετεύχθη κατά πλειοψηφία μεν, αλλά μετά από σφοδρές διαφωνίες και συγκρούσεις που κατέληξαν στη διάσπασή του[1]. Είναι λογικό, αν σκεφτεί κανείς ότι ένας από τους όρους που είχε θέσει το ΚΚΕ ήταν η «αποκομμουνιστικοποίηση» του ΚΚΕεσ. με την απάλειψη του «Κ» από τον τίτλο του. Ό όρος έγινε αποδεκτός και η πλειοψηφία του ΚΚΕεσ. που διατήρησε τα «κλειδιά» του κόμματος προχώρησε στη μετονομασία του σε Ε.ΑΡ. (Ελληνική Αριστερά). Ο ενιαίος Συνασπισμός συμμετείχε σε δυο κυβερνήσεις —στην πρώτη με τη ΝΔ[2] και στη δεύτερη, την «οικουμενική», μαζί και με το ΠΑΣΟΚ— και τρεις εκλογικές αναμετρήσεις (Ιούνιος και Νοέμβριος 1989 και Απρίλιος 1990) ξεπερνώντας το άθροισμα των ποσοστών που είχαν ΚΚΕ και ΚΚΕεσ. καθώς προσέδωσε ανοδική δυναμική στην Αριστερά, τροφοδοτημένη από αισθήματα ενότητας και υπέρβασης του σχίσματος του ’68.

Δεύτερη φάση: Από τη διπλή διάσπαση μέχρι σήμερα

Η κατάρρευση της ΕΣΣΔ το καλοκαίρι του 1991 (είχαν προηγηθεί η πτώση του Τείχους και των σοσιαλιστικών καθεστώτων στις χώρες της Αν. Ευρώπης, η επανένωση της Γερμανίας, κ.λπ., κ.λπ.) και οι επιπτώσεις της πρωτοφανούς ήττας που συγκλόνισαν εκ βάθρων το αριστερό κίνημα παγκοσμίως σε συνδυασμό με την αποτυχημένη απόπειρα «ρεβάνς» της Αριστεράς από το ΠΑΣΟΚ δημιούργησαν ένα εκρηκτικό μείγμα αδιεξόδου και σύγχυσης στην ελληνική Αριστερά και στον κύριο πολιτικό φορέα της τον Συνασπισμό. Η λύση που φαινόταν να προωθείται κυρίαρχα ήταν αυτή της «φυγής προς τα εμπρός»: Αναβάθμιση του Συνασπισμού από εκλογική συμμαχία και συμπαράταξη της Αριστεράς σε ενιαίο κόμμα με ταυτόχρονο «μαρασμό» —ή και διάλυση σύμφωνα με κάποιες ακραίες απόψεις— των κομμάτων που τον αποτελούσαν. Η προοπτική αυτή, τουλάχιστον σε επίπεδο κεντρικών οργάνων, δίχασε βαθειά και σχεδόν στα δυο το ΚΚΕ, η Κεντρική Επιτροπή του οποίου απέρριψε τελικά την πρόταση μόλις στο «τσακ». Αποτέλεσμα: Διάσπαση του ΚΚΕ με την αποχώρηση πολλών μελών του και της μισής σχεδόν ΚΕ που προτίμησαν να ενταχθούν στον Συνασπισμό και διάσπαση του Συνασπισμού με την αποχώρηση από αυτόν του ΚΚΕ. Ο εμφύλιος της ιστορικής (κομμουνιστογενούς) Αριστεράς έμπαινε στον 2ο γύρο μετά από μια μικρή ανάπαυλα…

Στα πολλά χρόνια που πέρασαν από το καλοκαίρι του 1991 ο Συνασπισμός στη δεύτερη κουτσουρεμένη εκδοχή του πέρασε από σαράντα κύματα. Για όσους όμως μπορούσαν να διαβάζουν μέσα από τις γραμμές των συνήθως περίπλοκων και αμφίσημων κομματικών ντοκουμέντων, ή των σιωπών και των αποσιωπητικών που περιείχαν οι δηλώσεις και συνεντεύξεις των διαφόρων στελεχών, ήταν καθαρό πως αυτά τα σαράντα κύματα τα δημιουργούσαν δυο κύρια ρεύματα. Αυτοί που ποτέ δεν έβγαλαν από το μυαλό τους το όραμα μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας —όχι όμως κατ’ εικόνα και ομοίωση των σοσιαλισμών του 20ού αιώνα— και αυτοί που, ενώ το 1968 προχώρησαν στη διάσπαση του ΚΚΕ με παρόμοιες φιλοδοξίες, σταδιακά απέρριψαν ως ιδεολογήματα του παρελθόντος όλα τα βασικά σημεία της μαρξικής κοσμοθεωρίας μετατοπιζόμενοι τελικά, από το σύνθημα «για ένα σοσιαλισμό με ανθρώπινο σύνθημα» σε ένα «παραπλήσιο», κατά το οποίο, αυτός που θα εξανθρωπιζόταν δεν θα ήταν ο σοσιαλισμός, αλλά ο καπιταλισμός!

Τα πρώτα χρόνια του ακρωτηριασμένου Συνασπισμού κυριάρχησε η γραμμή του δεύτερου ρεύματος. Τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν υπέρ του πρώτου από το 2000 και μετά. Έτσι, το 2003 είχαμε τη δημιουργία του ΣΥΡΙΖΑ και το 2004 την Προεδρία Αλαβάνου και την «αριστερή στροφή» του κόμματος. Το 2007 αναλαμβάνει καθ’ υπόδειξη του Αλαβάνου ο Τσίπρας, ακολουθεί η δημοσκοπική «έκρηξη ΣΥΡΙΖΑ», μια ιδιότυπη περίοδος δυαρχίας που καταλήγει στη σύγκρουση των δυο ηγετών, ταυτόχρονα με το σταδιακό ξεφούσκωμα της δημοφιλίας της συμμαχίας, οι πιέσεις από συνιστώσες και ανέντακτους του ΣΥΡΙΖΑ για την αναβάθμιση του σχήματος σε οιονεί κόμμα εντείνονται και η Ανανεωτική Πτέρυγα κλιμακώνει την αντίδρασή της σε κάθε τέτοια σκέψη. Για να φτάσει στην αποχή από τις ψηφοφορίες για την εκλογή νέας Κεντρικής Επιτροπής και Προέδρου και στην αποχώρησή της από το Συνέδριο, αφού η θέση της για απεμπλοκή του Συνασπισμού από τον ΣΥΡΙΖΑ παρέμεινε, με μεγάλη διαφορά, μειοψηφική.

Τα ερωτηματικά που παραμένουν

Είναι φανερό από τα συμφραζόμενα των προηγούμενων γραμμών ότι η άποψή μας είναι πως ο Συνασπισμός ποτέ δεν υπήρξε ομογενοποιημένο κόμμα. Με αυτή την έννοια, έχουμε δώσει τη δική μας απάντηση στο αν η ενδεχόμενη τυπική διάσπασή του είναι και επί της ουσίας διάσπαση: πιστεύουμε πως όχι, αφού αυτή επί της ουσίας έχει ήδη συντελεσθεί προ πολλού. ( Μπορεί ποτέ να θεωρηθεί ότι η διάπραξη ενός φόνου συντελείται τη στιγμή που ο ιατροδικαστής τεμαχίζει ένα ανθρώπινο σώμα;). Όμως, σε αντίθεση με τους αφελείς οπαδούς της ΑΠ που το ’χουν δέσει κόμπο και χορεύουν όλο ενθουσιασμό τσάμικα πιασμένοι απ’ αυτόν, δεν είμαστε και τελείως σίγουροι για την καταφατική απάντηση στο δεύτερο ερωτηματικό (θα συντελεσθεί τελικά αυτή η τυπική διάσπαση;). Κι αυτό για τρεις λόγους.

Ο πρώτος: Η Ανανεωτική Πτέρυγα έφτασε στην αποχώρηση σημαντικά αποδυναμωμένη. Δηλαδή, διασπασμένη και με μεγάλες απώλειες. Η σημαντικότερη: Η «σημαία» της κατά την περίοδο των Ευρωεκλογών, ο Δημήτρης Παπαδημούλης, δεν ακολούθησε! (Και δεν υπολογίζουμε εδώ τους περί τον Γιάννη Μπαλάφα που συγκρότησαν και νέα τάση με 21(!) εκπροσώπους στη νέα Κεντρική Επιτροπή). Από τους «σκληροπυρηνικούς» των «κόκκινων γραμμών», εκτός του Κουβέλη, οι πιο γνωστοί είναι ο Δημήτρης Χατζησωκράτης, φανερά ολιγοβαρής και ενίοτε πολιτικά φαιδρός, ακόμα κι όταν παπαγαλίζει «βαρυσήμαντες» διατυπώσεις άλλων, ο άχρωμος, «κομματικός» και άκαμπτος Σπύρος Λυκούδης και ο σεβαστός για την αντιστασιακή του δράση την περίοδο της Χούντας, αλλά, ως δογματικός «μουτζαχεντίν» του «αντιδογματισμού», παντελώς ανίκανος για πολιτική πειθούς Μιχάλης Σαμπατακάκης.

Ο δεύτερος: Όσο κι αν η βάση (εντός και εκτός Αριστεράς) πιέζει την εναπομείνασα ηγεσία των ανανεωτικών για πλήρη αποχώρηση από το κόμμα και ίδρυση νέου πολιτικού φορέα, ο Φώτης Κουβέλης που εκ των πραγμάτων θα «σύρει το κάρο» ξέρει πολύ καλά τις δυσκολίες του εγχειρήματος. Όταν σε καιρούς πολύ πιο ευνοϊκούς τα εκλογικά ποσοστά του ΚΚΕεσ. γινόντουσαν αφορμή για δεκάδες ανέκδοτα που τροφοδοτούσαν την κοινωνική ευθυμία μήνες ολόκληρους μετά τις εκλογές, τι μπορεί να περιμένει κάποιος στοιχειωδώς εχέφρων άνθρωπος την εποχή της μεγάλης πόλωσης, την εποχή του ΔΝΤ και της επερχόμενης εκπτώχευσης της μεγάλης πλειοψηφίας των Ελλήνων εργαζομένων και συνταξιούχων;

Τέλος, ο τρίτος λόγος: Αλήθεια, είναι τόσες πολλές οι διαφορές των «σκληρών» ανανεωτικών με τις θέσεις της Προεδρικής πλειοψηφίας του 6ου Συνεδρίου; Μήπως ο Γ. Μπαλάφας —από πιο νωρίς— και ο Δ. Παπαδημούλης, τώρα τελευταία, βλέπουν πιο καθαρά και γι’ αυτό πιο μακριά; Μήπως διαβάζουν πιο προσεκτικά τις συνεντεύξεις του Αλέξη Τσίπρα και μήπως ακούνε τις ομιλίες του με μεγαλύτερη προσήλωση;

Για παράδειγμα: Ο Αλέξης Τσίπρας στη εισηγητική του ομιλία από το βήμα του Συνεδρίου επανέλαβε, μεταξύ άλλων, κάτι που το έχει διατυπώσει με άλλα λόγια και συχνά πιο συγκεκριμένα σε πολλές τελευταίες δηλώσεις, ομιλίες ή συνεντεύξεις του:

«Απέναντι σε αυτή την κρίση, η εναλλακτική λύση δεν είναι ο εθνικός απομονωτισμός, ούτε η διάλυση της Ευρώπης».

Δυσκολευόμαστε να πιστέψουμε ότι ο «μπαρουτοκαπνισμένος» Φώτης Κουβέλης αδυνατεί να συνάγει τη σημασία μιας τέτοιας διακήρυξης η οποία έρχεται να ταιριάξει φούστα-μπλούζα (για να αντιγράψουμε τη διατύπωση που χρησιμοποιεί σε ανάλογες περιπτώσεις η Αλέκα Παπαρήγα) με τον ένα και για μας σημαντικότερο πυλώνα των ανανεωτικών θέσεων: τον αριστερό ευρωπαϊσμό. Και δεν μπορεί να μας βγει από το μυαλό ότι ίσως —λέμε ίσως— η αποχώρηση από το Συνέδριο δεν είναι τίποτα περισσότερο, προς το παρόν, από κάτι για να ησυχάσει η «αγριεμένη βάση» μέχρι να κατακάτσει η σκόνη και να εκτιμηθεί εκ νέου η κατάσταση που θα διαμορφωθεί στις σχέσεις ΣΥΡΙΖΑ και Συνασπισμού. Γιατί, ας μη ξεχνάμε: Αν και η απεμπλοκή του ΣΥΝ από τον ΣΥΡΙΖΑ δεν επετεύχθη σε αυτή τη φάση, αυτή μπορεί να συντελεσθεί τελικά μέσα από άλλους δρόμους και διαφορετικές αιτίες. Μπορεί να προέλθει ας πούμε από τον Αλέκο Αλαβάνο και το «Μέτωπο Αλληλεγγύης και Ανατροπής» του. Ή, ακόμα, επειδή οι άλλες συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ δεν θα συμφωνήσουν ίσως και πολύ με το ακριβές περιεχόμενο του καλέσματος του Αλέξη Τσίπρα προς τα μέλη του ΣΥΝ («από αύριο να πάρουμε την υπόθεση του ΣΥΡΙΖΑ στα χέρια μας») όταν αυτό διευκρινισθεί…

Μια τελευταία παρατήρηση για να προλάβουμε ενδεχόμενη ένσταση.

Είναι πολλά τα μέλη, οι οπαδοί και οι φίλοι της Ανανεωτικής Πτέρυγας που, με μεγάλη αφέλεια, ομολογουμένως, ευελπιστούν πως ο νέος φορέας θα αγκαλιαστεί από δυσαρεστημένους ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ! Έχουν την κατανόησή μας, αλλά είμαστε υποχρεωμένοι να τους υπενθυμίσουμε ότι ο Στέφανος Τζουμάκας και ο Παντελής Οικονόμου[3] τους έχουν προσπεράσει προ πολλού —εξ αριστερών εννοείται! Κακό πράγμα να μην αντιλαμβάνεσαι, όχι μόνο πού πατάς και πού πηγαίνεις, αλλά και τι αιώνα έχουμε!…

Το δέον (ευκταίον) γενέσθαι

Παρά το γεγονός ότι για όλα τα κακά του ΣΥΝ δεν φταίει η ΑΠ· παρά το γεγονός ότι η νέα πλειοψηφία που διαμορφώνεται δεν φαίνεται να ξεκόβει από τις παρακαταθήκες της «πτέρυγας»· παρά το γεγονός ότι από αύριο, αν όχι από σήμερα, θα αρχίσουν να χύνονται άφθονα και καυτά τα δάκρυα των «έγκριτων» αρθρογράφων των «δημοκρατικών» ΜΜΕ εν είδει προωθητικής «βενζίνης» για την επιτυχημένη πορεία της «Λογικής(!) και Δημοκρατικής Αριστεράς»[4] προς τους «σύγχρονα —και λογικά!— σκεπτόμενους αριστερούς της …κεντροαριστεράς», εμείς έχουμε την εμπεδωμένη από καιρό γνώμη πως όσο γρηγορότερα τα μαζέψει και φύγει η ΑΠ από τον Συνασπισμό τόσο το καλύτερο! Τόσο το καλύτερο για όλους: για τον ΣΥΝ, για το εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ, για την ίδια την παράταξη της Αριστεράς τελικά. Στην εποχή μετά το ΔΝΤ και την υπερκυβέρνηση της ΕΕ δεν υπάρχει πια κανένα περιθώριο για καρκινικά συνθήματα και πολιτικές γραμμές που μπορούν να ερμηνευτούν κατά διαμετρικά αντίθετους τρόπους, ανάλογα με το πού θα βάλει κανείς το κόμμα, όπως έκαναν οι αρχαίοι Έλληνες με τους χρησμούς της Πυθίας…

Γράφει ο Μπαντιού[5] σε ένα από τα κείμενα που προετοίμασε για μια σειρά διαλέξεων στο «Διεθνές Κολέγιο Φιλοσοφίας» τον Απρίλιο του 1999:

«3. Ο αιώνας αποκαλείται αιώνας της παραγωγής, μέσω του πολέμου, μιας οριστικής ενότητας. Ο ανταγωνισμός πρόκειται να υπερνικηθεί από τη νίκη του ενός στρατοπέδου πάνω στο άλλο. Συνεπώς μπορούμε να πούμε, από αυτή την άποψη, ότι ο αιώνας του Δύο ζωντανεύει από τη ριζική επιθυμία του Ενός. Αυτό που ονομάζει την άρθρωση του ανταγωνισμού με τη βία του Ενός είναι η νίκη, ως επιβεβαίωση του πραγματικού.

Ας σημειώσουμε εδώ πως δεν έχουμε να κάνουμε με ένα διαλεκτικό σχήμα. Τίποτα δεν επιτρέπει σε κανέναν να προβλέψει μια σύνθεση, ένα εσωτερικό ξεπέρασμα της αντίθεσης. Αντίθετα, όλα δείχνουν την καταστολή ενός από τους δύο όρους. Ο αιώνας είναι η φιγούρα της μη-διαλεκτικής αντιπαράθεσης του Δύο και του Ενός. Το ζήτημα εδώ είναι να γνωρίζουμε ποια ήταν η αξιολόγηση του αιώνα στη διαλεκτική σκέψη. Στο νικηφόρο αποτέλεσμα, κινητήρια δύναμη είναι ο ίδιος ο ανταγωνισμός, ή η επιθυμία του Ενός; Αυτό είναι ένα από τα βασικότερα φιλοσοφικά ζητήματα του Λενινισμού. Περιστρέφεται γύρω από το πώς κατανοείται η διαλεκτική σκέψη ως ενότητα των αντιθέτων. Αναμφίβολα είναι το ζήτημα που ο Μάο και οι Κινέζοι κομμουνιστές επεξεργάστηκαν με την περισσότερη επιμέλεια.

Γύρω στα 1965 ξεκινάει στην Κίνα αυτό που ο τοπικός Τύπος, πάντα εφευρετικός όταν προσδιορίζει συγκρούσεις, όρισε σαν ένα μεγάλο ταξικό αγώνα στο φιλοσοφικό μέτωπο. Αυτός ο αγώνας αντιτάσσει, από τη μια πλευρά, αυτούς που πιστεύουν πως η ουσία της διαλεκτικής είναι η ενότητα των αντιθέτων, που αποδίδεται με τη φόρμουλα ‘‘το ένα διαιρείται σε δύο’’, και από την άλλη πλευρά αυτούς που πιστεύουν πως η ουσία της διαλεκτικής είναι η ενότητα των αντιθέτων, αλλά ότι επομένως η ορθή φόρμουλα είναι ‘‘τα δύο συντίθενται σε ένα’’. Προφανής σχολαστικισμός, ουσιαστική αλήθεια. Είναι η επιθυμία για τη διάσπαση, τον πόλεμο, ή αντίθετα είναι η επιθυμία της σύνθεσης, της ενότητας, της ειρήνης; Σε κάθε περίπτωση, στην Κίνα εκείνης της εποχής αυτοί που υποστηρίζουν το αξίωμα ‘‘το ένα διαιρείται σε δύο’’ ορίζονται ως αριστεροί, και ως δεξιοί εκείνοι που συνηγορούν υπέρ της φόρμουλας ‘‘τα δύο συντίθενται σε ένα’’. Γιατί;

Εάν το αξίωμα της σύνθεσης (‘‘τα δύο συντίθενται σε ένα’’), παρμένο σαν μια υποκειμενική φόρμουλα, σαν πάθος για το Ένα, ορίζεται ως δεξιό, αυτό συμβαίνει διότι στα μάτια των Κινέζων επαναστατών είναι συνολικά πρόωρο. Το θέμα αυτού του αξιώματος είναι να διαπεράσει πλήρως και μέχρι τέλους το Δύο. Δεν γνωρίζει ακόμα τι είναι ένας συνολικά νικηφόρος ταξικός πόλεμος. Προκύπτει ότι το Ένα, την επιθυμία για το οποίο περιθάλπει, δεν είναι ακόμα ούτε καν νοητό. Δηλαδή κάτω από το πρόσχημα της σύνθεσης, αυτή η επιθυμία επιζητά το παλιό Ένα. Αυτή η ερμηνεία της διαλεκτικής συνεπάγεται μια παλινόρθωση. Προκειμένου να μην είναι κάποιος συντηρητικός, προκειμένου να είναι ένας επαναστάτης ακτιβιστής στο παρόν, πρέπει να επιθυμεί τη διαίρεση. Το ζήτημα της καινοτομίας γίνεται άμεσα αυτό του δημιουργικού σχίσματος μέσα στη μοναδικότητα της κατάστασης».

Αν έτσι έχουν τα πράγματα —και μας φαίνεται μια χαρά να έχουν έτσι!— νομίζουμε ότι η ανάλυση αυτή του Μπαντιού ταιριάζει απόλυτα στην περίπτωση των ανανεωτικών. Ας γίνει έτσι λοιπόν.

Αφού το Ένα δεν είναι ακόμα ούτε καν νοητό, χίλιες φορές να διαιρεθεί στα δυο.

Χίλιες φορές κι ευλογημένη η ώρα!


ΥΓ: Μόλις διαβάσαμε σε μία σχετική ανάρτηση του Left Liberal, επίσης σημερινή αλλά λίγες ώρες νωρίτερα, την εναρκτήρια παράγραφο:

«Όταν πριν περίπου είκοσι χρόνια το KKE ες διαλύεται με την πρωτοβουλία του Κύρκου, παρατηρείται ένα ενδιαφέρον φαινόμενο. Εκτός από τους ‘‘τυπικά’’ αριστερούς αντιδρούν οξύτατα μια σειρά από μέλη και οπαδοί που ασπάζονται πλήρως μια πολιτική πλατφόρμα αριστερού ευρωπαϊκού μεταρρυθμισμού, μάλιστα ενίοτε με προτάσεις πολύ τεχνοκρατικές, αλλά δεν διανοούνται την αυτοδιάλυση του ιδεολογικού προτάγματος του ‘‘Εσ’’».

Ώστε η ιδεολογική προταγματική πέτρα του σκανδάλου που οδήγησε στη διάσπαση του ενιαίου ΚΚΕεσ. σε Ε.ΑΡ. και ΚΚΕ Εσωτερικού − Ανανεωτική Αριστερά δεν ήταν το «Κ», όπως αφελώς νομίζαμε εμείς, ήταν το «Εσ.»;

Αχ… Τώρα καταλαβαίνουμε πόσο πίσω μας έχει πάει το γεγονός ότι δεν διαβάζουμε όσο πρέπει Χάγιεκ, Νέγκρι και Αγκάμπεν!... Γι’ αυτό το λόγο άλλωστε δεν μπορέσαμε και να συνεχίσουμε την ανάγνωση…


[1] Η ισχυρή, ποσοτικά και ποιοτικά, μειοψηφία που διαφώνησε συγκρότησε αρχικά τον φορέα «ΚΚΕ Εσωτερικού − Ανανεωτική Αριστερά» ο οποίος μετεξελίχθηκε στη σημερινή ΑΚΟΑ. (Δική της είναι η καλή εβδομαδιαία εφημερίδα «Εποχή» που σας συνιστούμε).

[2] Η συγκυβέρνηση αυτή πυροδότησε μια μίνι διάσπαση στο ΚΚΕ —αν και στην ΚΝΕ η διάσπαση δεν ήταν και τόσο μίνι… Έτσι δημιουργήθηκε το ΝΑΡ (Νέο Αριστερό Ρεύμα) που εκδίδει και την εβδομαδιαία καλή και χρήσιμη εφημερίδα «ΠΡΙΝ».

[3]
Για να μη μνημονεύσουμε την εξαιρετική ομάδα του ελληνικού «Monthly Review» που δεν εντάσσεται βέβαια στο ΠΑΣΟΚ, αλλά ορισμένα από τα μέλη της διατηρούν επαφές με κάποιους αριστερούς «θύλακες» στο εσωτερικό του.

[4] Ναι, το είδαμε κι αυτό σε κάποιο ιντερνετικό ανανεωτικό «προπύργιο»: «Λ ο γ ι κ ή και Δημοκρατική Αριστερά»! Όπως ακριβώς το διαβάζετε!

[5] Για να χαρεί —αν βέβαια διαβάζει αυτές τις γραμμές— κι ο φίλος demos, συνιστολόγος και συνδιαχειριστής πια του radicaldesire.blogspot.com, ο οποίος, ίσως, επηρεασμένος από κάποια συνομιλία μας, να νομίζει ότι, όποτε ακούμε για Μπαντιού, μας έρχεται να τραβήξουμε …πιστόλι!

Πέμπτη, 3 Ιουνίου 2010

Στα κορίτσια μας


ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΠΕΡΑΣΕΙ βδομάδες και βδομάδες και τα τριαντάφυλλα έχουν πεταχτεί προ πολλού· και η γεύση των φιλιών έφυγε μετά από τόσες και τόσες δοκιμές για να δουν αν «έγινε το φαγητό»· και οι όρκοι της ημέρας αντικαταστάθηκαν από τις Χριστοπαναγίες της κάθε μέρας· και τα ‘καρδούλα μου’ έγιναν ‘καριόλα’ και ‘μαλακισμένη’· και το μεροκάματο, αυτό το λειψό μεροκάματο, κόπηκε στη μέση· και τα κορμιά στέγνωσαν ακόμα πιο πολύ —«Σιγά μη γαμάω ακόμα την κυρία μου! Γεροντόφιλος είμαι; Έχω ένα μαυράκι που το πήρα για το μαγαζί. Εκεί να δεις γαμήσι!»· και η σύνταξη κόπηκε κι άλλο· και το διαζύγιο που της κοπάναγε κάθε λίγο και λιγάκι τώρα είναι στη δεύτερη υπογραφή,… τώρα λοιπόν μας ήρθε στην ψυχή να μιλήσουμε για τα κορίτσια μας. Τώρα· που η Οχτώ του Μάρτη είναι μακριά κι έχει περάσει ακόμα και η εποχή της η Άνοιξη και μπήκαμε στο καλοκαίρι κανονικά και με το νόμο του ημερολογίου.

Και για ποια κορίτσια να πρωτομιλήσουμε;

Να μιλήσουμε για τα κορίτσια που τα βλέπουμε να σφουγγαρίζουν στο μετρό τα Σαββατόβραδα καθώς γυρνάμε «με το τελευταίο» από το Γκάζι!

Όχι! Να μιλήσουμε για τα κορίτσια στα Γκούντις, αυτές τις «χλωμές χοντρούλες με γυαλιά» που λένε κι οι Κατσιμιχαίοι!

Όχι! Να μιλήσουμε για τις εργάτριες των τεσσάρων ημερών και τώρα πια των τριών στις βιοτεχνίες πλαστικών του Περιστερίου!

Όχι! Να μιλήσουμε για τα κορίτσια στο καφέ που πάμε για να δούμε μπάλα και ντρέπονται όταν έρχονται να πάρουν παραγγελία και ζητάνε δέκα συγνώμες αν χύσουν το ποτήρι με το νερό!

Όχι! Να μιλήσουμε για τις ξεπεσμένες Βαλεντίνες και Νατάσες που κάποτε, την Ημέρα της Νίκης, παρέλασαν υπερήφανα στην Κόκκινη Πλατεία και τώρα κλείνουν τα μάτια των παππούδων μας στις τέσσερις τα χαράματα στον «Ευαγγελισμό» και στο «Λαϊκό»!

Όχι! Να μιλήσουμε για τις Βουλγάρες του «Προσεχώς Βουλγάρες»!

Όχι! Να μιλήσουμε για τα εβδομηντάχρονα κορίτσια που ψωνίζουν βερεσέ απ’ τα μίνι μάρκετ!

Όχι! Να μιλήσουμε για τις δεκαοχτάρες μαυρούλες που κάνουν πιάτσα πίσω απ’ το Δημαρχείο!

Όχι! Να μιλήσουμε για τα τσαχπίνικα δεκάχρονα τσιγγανόπουλα με τα μελαγχολικά μαύρα μάτια που πουλάνε μαραμένα γαρύφαλλα στις ταβέρνες!

Όχι! Να… Όχι ! Να… Όχι! Να… Από πού αρχίζει ο κατάλογος; Και πού τελειώνει; Είναι Θεός; Κι αν είναι Θεός, τι να του ζητήσουμε για τα κορίτσια μας;


ΚΟΡΙΤΣΙΑ, ΣΑΣ ΣΤΕΛΝΟΥΜΕ ΦΙΛΙΑ! Όχι στα χείλη (όχι, δεν σιχαινόμαστε!). Ούτε στα μαλλιά ή στα μάγουλα. Στα χέρια σάς φιλάμε κορίτσια. Όπως έκαναν οι παλιοί αριστοκράτες. Τα χέρια σας φιλάμε. Όπως δεν έκαναν ποτέ οι παλιοί αριστοκράτες. Και για τελευταίο λόγο, σας αφιερώνουμε ένα ποίημα που μας αρέσει πολύ· κι ευχόμαστε κάποια μέρα να σας αρέσει κι εσάς πολύ! Να ’ρθει μια μέρα που να σας αρέσει, να σας ξαναρέσει πολύ! Κι αν είναι Θεός, ναι, αυτό του ζητάμε!


Η ΤΖΕΝΥ ΤΩΝ ΠΕΙΡΑΤΩΝ

Με βλέπετε άρχοντές μου να πλένω ποτήρια
και να στρώνω καθενού το κρεβάτι
μου δίνετε και κάτι και σας λέω ευχαριστώ
με κουρέλια ντυμένη μες στο χάνι όπου ζω
και δεν ξέρετε με ποιον μιλάτε…
Μα ένα βράδυ φασαρία θ’ ακουστεί στο λιμάνι
Και θα λεν τι φασαρία είν’ αυτή;
και θα με δείτε να γελώ πλάι στη βρύση
και θα ρωτούν: γιατί γελάει αυτή;

Κι ένα ξένο καράβι
με πενήντα κανόνια
στο λιμάνι θα μπει.

Πλύν’ κανα πιάτο οι κύριοι μου λένε
και μου δίνουν δυο δεκάρες
και ’γω δε μιλώ το κρεβάτι κοιτώ
κι εσείς δεν ξέρετε με ποιαν μιλάτε.
Μα ένα βράδυ βροντές θα γεμίσουν τον αέρα
και όλοι θα ρωτούν: Τι είν’ αυτό που βροντά;
Και ’γω απ’ το παραθύρι θα κοιτώ
και θα ρωτούν: τι έχει τούτη και γελά;

Και το ξένο καράβι
με πενήντα κανόνια
θα χτυπάει τη στεριά.

Και τότε άρχοντές μου το γέλιο θα κοπεί
καθώς θα σηκώνεται η σκόνη
κι όλη η πόλη θα χαθεί κι ούτε τοίχος δε θα μείνει
μόνο το χάνι αυτό όρθιο θα στέκει στο καμίνι.
Και θα ρωτούν: μα μένει εκεί κάποιος τρανός;
και θα ρωτάνε: Μα γιατί αυτό δεν το χτυπούν;
και θα με δουν στην πόρτα να βγαίνω το πρωί
και θα πουν: Για τ ο ύ τ η εδώ δεν το γκρεμνούν;

Και στο ξένο καράβι
με πενήντα κανόνια
η σημαία θα φανεί.

Και όταν το γιόμα θα πατήσουν τη στεριά
και θα στέκουν παράμερα στον ίσκιο
και θ’ ανοίγουνε τα σπίτια κι όλους έξω θα τραβούν
θα τους δένουν μ’ αλυσίδες και μπροστά θα τους πετούν
σε μένα. Και θα μου λένε: Ποιον;
Στη σιωπή θα βουλιάξει το λιμάνι αυτό το γιόμα
όταν θα ρωτούν ποιος τώρα θα σφαχτεί.
Και θα μ’ ακούσετε να λέω: Ό λ ο ι!
Κι όταν κυλάει το κεφάλι θα λέω: Ό π α!

Και το ξένο καράβι
με πενήντα κανόνια
θα με πάρει μακριά



Η φωτογραφία είναι από το ironrangeresearchcenter.org