Πέμπτη, 21 Απριλίου 2011

Μεγαλοβδομαδιάτικη αγάπη Ι



* * * * *

ΑΠΟ ΤΟΤΕ ΠΟΥ θυμόταν τον εαυτό του, το Πάσχα το πέρναγαν στο  χωριό. «Το χωριό της γιαγιάς»· έτσι το έλεγαν οι μεγάλοι κι έτσι του ’χει μείνει στη μνήμη μαζί με τη μνήμη της γιαγιάς. Φεύγανε με τη μάνα του Μεγάλη Δευτέρα, Μεγάλη Τρίτη το πολύ. Ο πατέρας του ερχόταν Μεγάλο Σάββατο βραδάκι, μπαϊλντισμένος απ’ τη δουλειά και το οδήγημα, βαρύς.

Κι αυτός κι ο αδερφός του με γκρίνια και με μούτρα έφευγαν, με γκρίνια και με μούτρα γύριζαν. Η μάνα τους είχε να το λέει. «Βρε στην εξοχή πάμε! Στον καθαρό αέρα! Αχάριστοι!». Τίποτε αυτοί. Ποτέ δεν έβαλαν το χωριό στην καρδιά τους. Ήταν η αυστηρή μορφή της γιαγιάς που όταν άρχιζαν να χτυπάνε οι καμπάνες γινόταν ακόμα πιο αυστηρή, κόβοντας κάθε όρεξη να αποφύγουν την εκκλησία; Ήταν το μαρτύριο της ορθοστασίας τη Μεγάλη Πέμπτη με τα 12 Ευαγγέλια που δεν έλεγαν να τελειώσουν κι ας τα μέτραγαν ένα-ένα; (Ακριβώς γι’ αυτό δεν τέλειωναν, αλλά τότε δεν το ήξεραν οι χαζοί). Ήταν που η γιαγιά μίλαγε χωριάτικα και ντρεπόντουσαν να την ακούνε; Ήταν που δεν ξέρανε τα παιδιά του χωριού και δεν τα ξέρανε κι αυτά και δεν τους φώναζαν ποτέ στα παιχνίδια τους κι αυτοί δεν τολμούσαν μπουν; Τρέχα γύρευε. Σημασία έχει πως «το χωριό της γιαγιάς» ποτέ δεν έγινε δικό τους. Τουλάχιστον μέχρι το Πάσχα που αυτός τέλειωνε το Δημοτικό. Τότε ήταν που για ’κείνον έγινε δικό του. Το έκανε δικό του ένα κορίτσι. Ένα κορίτσι κι ένας Αγιος Δημήτριος, στην εκκλησία του.


ΗΤΑΝ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ. Τουλάχιστον 4-5 τάξεις —έτσι τα μέτραγε τότε, με τάξεις. Ψηλή, σχηματισμένη γυναίκα, όπως η μάνα του και οι θειάδες του, οι γυναίκες που ήξερε εκείνος ότι είναι γυναίκες. Με μακριά, ξανθοκόκκινα μαλλιά, στερεωμένα πάντα με στέκα κι ένα πρόσωπο που δεν μπορούσες παρά να το ερωτευτείς. Και το ερωτεύτηκε. Το ερωτεύτηκε… Τώρα το λέει έτσι, μετά από κάποια χρόνια το κατάλαβε ότι εκείνο ήταν έρωτας.


ΕΚΕΙΝΟ… Οι κλεφτές ματιές προς τα αριστερά, «στις γυναίκες», εκεί που στεκόταν δίπλα σε μια μαυροφορεμένη, μητέρα της μάλλον. Το κοκκίνισμα στα μάγουλα όταν τον έπιανε να την κοιτάζει και γύρναγε αλλού το κεφάλι σαν να τον είχε τσιμπήσει μέλισσα. Η σκόπιμη αργοπορία να μπει στην ουρά για να προσκυνήσει τον Επιτάφιο μετά την Αποκαθήλωση —εκείνη ήταν πάντα με τα κορίτσια που μαζευόντουσαν γύρω από το κουβούκλιο, προετοιμάζοντας το στόλισμά του για τη βραδινή περιφορά και μπορούσε να την κοιτάζει χωρίς μεγάλο φόβο, καθώς είχε αλλού το νου της. Η λαχτάρα να καταφέρει να βρεθεί δίπλα της στην περιφορά του Επιταφίου και να περπατήσουν για λίγο μαζί. Η ενδόμυχη σκέψη τι ωραία που θα ήταν να του έδινε κι εκεινού το Φιλί της Αγάπης στην Ανάσταση. Σκέψη που δεν ομολογούσε ούτε στον εαυτό του, γιατί, και μόνο που του ’ρχόταν στο νου, ένιωθε ότι θα πεθάνει απ’ τη ντροπή του αν γινόταν πραγματικότητα. Όλα αυτά ήταν ο έρωτάς του. Αυτά και η γλύκα που ένιωθε όταν τη σκεφτόταν.


ΤΡΙΑ ΠΑΣΧΑ πέρασαν έτσι. Τρία Πάσχα και τρεις χρονιές, γιατί και στην Αθήνα τη σκεφτόταν. Λιγότερο, αλλά τη σκεφτόταν. Σ’ αυτά τα τρία Πάσχα έγινε ο αγαπημένος εγγονός της γιαγιάς. Πρώτος και καλύτερος για την εκκλησία, ακούραστος στα 12 Ευαγγέλια, τύπος και υπογραμμός στις ουρές για το προσκύνημα, να περιμένει μαζί της υπομονετικά. «Να φύγει ο πολύς κόσμος πρώτα παιδάκι μου»...


ΚΙ ΥΣΤΕΡΑ, ΞΑΦΝΙΚΑ, μόλις τέλειωνε το Γυμνάσιο, τίποτε. Λες κι άνοιξε η γη και κατάπιε μάνα και κόρη. Όσο κι αν έψαχνε —«τι κοιτάς παιδί μου τον κόσμο όλη την ώρα δεξιά κι αριστερά;» του ’λεγε η μάνα του— πουθενά τα μακριά ξανθοκόκκινα μαλλιά με τη στέκα. Ούτε την επόμενη χρονιά, ούτε τη μεθεπόμενη. Ξανάγινε η εκκλησία βραχνάς. Ευτυχώς η γιαγιά που είχε βαρύνει και δεν έβγαινε πια δεν κατάλαβε ποτέ τη μεταστροφή του…


ΠΟΥ ΝΑ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ τώρα το κορίτσι με τα ξανθοκόκκινα μαλλιά και τη στέκα; Είναι σε κάποιο κοντινό χωριό ή κατέβηκε κι αυτή στην κοντινή πόλη; Έχει ακόμα τα μαλλιά τόσο μακριά κι έχει την ίδια στέκα; Σίγουρα θα έχει παντρευτεί πια, θα έχει και κάνα-δυο κουτσούβελα. Κι ίσως να έχει χοντρύνει και τα βράδια να περιμένει να γυρίσει ο άντρας της απ’ το καφενείο, να του βάλει να φάει και να ξαπλώσει μετά μαζί του, σε κάποιο άχαρο κρεββάτι…


ΑΥΤΟΣ ΤΗ ΘΥΜΑΤΑΙ. Τ’ ακούς κορίτσι; Σε θυμάται. Μπορεί εσύ να μη του έδωσες ποτέ σημασία, έτσι μικρός και λίγο κοντόχοντρος που ήταν τότε. Αυτός όμως σε θυμάται. Και δεν πέρασε Πάσχα από τότε που να μη σου ευχηθεί από μέσα του «Καλό Πάσχα». Φέτος, είπε να στο γράψει. Δεν θα το διαβάσεις ποτέ. Θα το διαβάσουν άλλα μάτια, που κι αυτά ίσως θα κοιτάξουν κάπου προς τα πίσω, σε κάποια δική τους παιδική αγάπη. Όχι όμως εσύ. Τι κρίμα! Τι κρίμα που δεν θα μάθεις ούτε τώρα ότι σε θυμάται. Τώρα που το μικρό, κοντόχοντρο αγόρι που σε κοίταζε δεν είναι πια μικρό, ούτε και κοντόχοντρο και ίσως, αν το έβλεπες σήμερα, να το κοίταζες κι εσύ…

Ποιος ξέρει; Και τι σημασία έχει όμως τώρα πια, έτσι όπως τα πήρε και τα σήκωσε όλα ο Χρόνος; Όλα, εκτός από


ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ Μεγαλοβδομαδιάτικη αγάπη μου. Καλό Πάσχα.

* * * * *


ΥΓ Δεν είναι έτσι. Τα περισσότερα δεν είναι έτσι. Ίσως όλα δεν είναι έτσι. Όλα, εκτός από τη Μεγαλοβδομαδιάτικη αγάπη. Αυτή υπήρξε. Έτσι ακριβώς. Μόνο πολύ μεγαλύτερη! Κι όπως αποδείχθηκε στο επόμενο post, δεν πήγε ολότελα χαμένη...

Σε όσους ετοιμάζονται να γιορτάσουν το Πάσχα σε κάποιο «χωριό της γιαγιάς» ευχόμαστε θερμά Καλό Πάσχα. Καλώς να πάνε και καλώς να γυρίσουν. Με τους υπόλοιπους… τα λέμε! ;-)


Η εικόνα, από το psterpnis.blogspot.com

15 σχόλια:

Ανανεωτικός κομμουνιστής είπε...

Φίλε leftg700, ειλικρινά σού λέω, δάκρυσα διαβαζοντας το κείμενό σου. Να είσαι καλά!

LeftG700 είπε...

Δάκρυα!... Τι άλλο ακριβότερο να επιθυμήσει ένας γραφιάς από έναν αναγνώστη;


Να 'σαι κι εσύ καλά, ανανεωτικέ φίλε!

Ανώνυμος είπε...

ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ ΚΑΙ ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ , ΑΛΗΘΗΝΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ
γιωργος-λευκαδα

bernardina είπε...

Έπιασε να ζυμώνει τα τσουρέκια. Όρθια μπροστά στο τραπέζι της κουζίνας, με τα μανίκια σηκωμένα ως τους αγκώνες. Το ζύμωμα ήταν μια από τις δουλειές που αγαπούσε γιατί άφηνε το μυαλό της ελεύθερο να ταξιδεύει. Ψωμί όποτε προλάβαινε, κουλουράκια, και τι δεν έφτιαχναν τα χέρια της. Ειδικά όμως τα τσουρέκια της Λαμπρής ήταν μια ιεροτελεστία που τη γέμιζε νοσταλγία, εκείνο το γλυκό πόνο στο υπογάστριο γιατί της θύμιζε.

Αν το 'λεγε σε κανέναν θα την κορόιδευε, θα την έλεγε τρελή. Καλοπαντρεμένη, με ένα σπιτικό που δεν του έλειπε τίποτα, με παιδιά καλοαναθρεμμένα που τους είχε περάσει τις αρχές της, σπάνιες για την εποχή. Όλοι είχανε να το λένε. Και από τον άντρα της παράπονο δεν είχε, μακάρι κι άλλοι σαν κι αυτόν, αλλά...
Αλλά την καρδιά της δεν την είχε ζεστάνει ποτέ.

Άφησε τη ζύμη να φουσκώσει, στάθηκε στο νεροχύτη με το μεγάλο παράθυρο απέναντι κι άρχισε τη λάτρα αφηρημένα, με το βλέμμα της να ταξιδεύει έξω, στο λαχανόκηπο που ήταν η χαρά και το καμάρι της, κι ακόμα πιο πέρα, στα χωράφια και το δασάκι.
Η καλύτερη νοικοκυρά του χωριού.
Δεν ήταν βέβαια το χωριό της. Από το δικό της είχε φύγει μεγαλούτσικη, εκεί στα δεκαεφτά, δεκαοχτώ. Η μάνα της, χήρα γυναίκα, είχε αποφασίσει να την παντρέψει με ένα παλικάρι του διπλανού χωριού. "Νοικοκύρης, με δικό του μαγαζί -χασάπικο- και μεγαλούτσικη περιουσία". Πώς να πει όχι; Πώς να της πει ότι εκείνη ήθελε να σπουδάσει; Με τι λεφτά, με τι κουράγια; Πώς να φέρει αντίρρηση σ΄εκείνη τη μάνα; Είπε το ναι. Άλλωστε δεν τη ρώτησε.

Και ήτανε πράγματι νοικοκύρης, καλό παιδί, τίποτα δεν της είχε λείψει. Τίποτα εκτός από ένα χάδι του στα μαλλιά της. Εκείνα τα χρυσοκόκκινα μαλλιά που ήταν το καμάρι της και ποτέ δεν τα είχε κόψει κοντά. Πάντα λυτά, πάντα με μια στέκα για να μη της πέφτουν στο πρόσωπο. Ακόμα και τώρα που είχαν αρχίσει να γκριζάρουν τόπους τόπους και όποτε κοιταζόταν στον καθρέφτη τής θύμιζαν κάτι ξενικές αλεπούδες που έβλεπε η μικρή της κόρη σ' εκείνα τα ντοκιμαντέρ στην τηλεόραση.

Γι' αυτό πάντα τέτοιες μέρες τον θυμόταν. Τον πρωτευουσιάνο. Έτσι τον έλεγε μέσα της. Αλλά μόνο μέσα της όμως. Πού να τολμούσες τότε να μιλήσεις σε κανέναν για τέτοια πράγματα. Ουαί κι αλίμονο. Άλλωστε τον είχε δει ελάχιστες φορές, μόνο κάτι Λαμπρές που ερχόταν στο χωριό, στη γιαγιά του.
Εκείνος νόμιζε πως δεν τον έβλεπε (αγόρια παιδάκι μου. Χαζά). Όμως αυτή ένιωθε το βλέμμα του πάνω της. Ντροπαλό. Αχόρταγο. Παραπονιάρικο σαν του κουταβιού. Να χαϊδεύει τα μαλλιά της. Εκείνο το βλέμμα του...

Αναστέναξε, κατσάδιασε τον εαυτό της επειδή καθόταν σαν ανόητη και σκεφτόταν ένα μπασμένο που είχε δει πεντ' έξι φορές όλες κι όλες προ αμνημονεύτων. Χαζομάρες -λες κι ήταν καμιά στερημένη γεροντοκόρη. Απωθημένα, που έλεγαν και οι γραμματιζούμενοι.

Σκούπισε τα χέρια της και πήγε να δει αν είχε ανεβεί το ζυμάρι. Είχε να πάει και στην εκκλησία. Έπρεπε να πάψει να τον σκέφτεται.

Όμως εκείνο το βλέμμα του...


Καλή Ανάσταση Κλεφτόπουλα. Όπως κι αν την έχετε στο μυαλό σας. ;-)

markos είπε...

Η θρησκεία είναι το κρακ των Λαών και των αδυνάτων.

LeftG700 είπε...

Φίλε Μαρκο,


Μα το ποστ δεν μιλάει για τη θρησκεία! Μιλάει για μια παιδική αγάπη! Κι αυτή; Τι είναι αυτή;


Τα λέμε

Ανώνυμος είπε...

Ευχές ολόψυχες για όλους

Γιάκοβ

LeftG700 είπε...

Товариш Яков Федотович Павлов,


Ευχαριστούμε πολύ και ανταποδίδουμε! Να χαίρεσαι την οικογένειά σου!


Увидимся

LeftG700 είπε...

Φίλε Γιώργο,


Ευχαριστούμε πολύ για τις ευχές! Αμήν! :-)


Τα λέμε


ΥΓ Σόρυ για την παράλειψη να απαντήσουμε στις ευχές σους νωρίτερα. Έγινε εκ παραδρομής.

Ανώνυμος είπε...

Είμαι αυτή,αυτή που ξέρεις
Είναι απίστευτο.....σε βρήκα κατα λάθος
Στείλε μου φαξ αμέσως στο
210-60.12.239

LeftG700 είπε...

Ανώνυμη φίλη,


Ως πλάκα, είναι αναμενόμενη. Κανένα πρόβλημα πάντως, έτσι κι αλλιώς. Κι οι πλάκες μέσα στο πρόγραμμα είναι, δεν θα τα χαλάσουμε! ;-)

Τώρα, αν δεν είναι πλάκα, μάλλον διάβασες λίγο επιπόλαια. Για δες εδώ:

«ΥΓ Δεν είναι έτσι. Τα περισσότερα δεν είναι έτσι. Ίσως όλα δεν είναι έτσι».

Μάλλον πρέπει να κλείσεις τα βιβλία και να τα βάλεις σε κάνα ντουλάπι. Άνοιξε καινούργιο, άγραφτο, και ξεκίνα απ' την αρχή! :-)

Σε κάθε περίπτωση, Καλή Ανάσταση! ;-)


Τα λέμε


ΥΓ Φιλική σύσταση: Δεν βγάζεις το σχόλιο με το τηλέφωνο; (Αν θέλεις να υπάρχει το σχόλιο, ξαναστείλτο, αλλά χωρίς αυτό). Υπάρχουν και κακόβουλοι πλακατζήδες!... ;-)

Ενη είπε...

Αριστερα Φιλαράκια και σε ολους ολες να περάσετε καλά, ειτε με νεανικές αναμνήσεις "Λαμπρη στο χωριό", ειτε με "ανεκλήρωτους ερωτες" (βλ.Bernardina's short story), ειτε με πιο πεζά πράγματα αν π.χ. θα μου πετύχει το αρνάκι στο φούρνο που με απασχολεί τούτη τη στιγμή.. :lol:

LeftG700 είπε...

Φίλη Ένη,


Ευχαριστούμε πολύ! Αντευχόμαστε εγκαρδίως! Χρόνια Πολλά και να χαίρεσαι αυτούς που αγαπάς! (Επίσης, να θριαμβεύσεις με το αρνάκι σου και να μαζέψεις συγχαρητήρια απ' όλους! :-) ).


Τα λέμε

LeftG700 είπε...

Όχι πάλι αυτό το 13! (Άσχετο, δικό μας)

Ανώνυμος είπε...

Περίεργη ανάρτηση, τόσο πειστική..Είδα και άλλα πολλά στο ιστολόγιο.Ολα μοιάζουν τόσο πολύ.
Αν δεν είσαι ο Δ.... που φαντάζομαι, νασαι πάντα καλά για την χαρα που μου έδωσες
Αν είσαι ο Δ... τότε 210-60.12.239