Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

10 και ένα πράγματα που πρέπει οπωσδήποτε να συνειδητοποιήσει μέσα στο 2012*, αν δεν το έχει κάνει ήδη, κάθε άνθρωπος ο οποίος αυτοπροσδιορίζεται ως αριστερός


*Καλού-κακού, πριν τις 22 Δεκεμβρίου... ;-)   


Ι. Ότι η εναλλακτική λύση αντί του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, που με λύπη του και αναγκαστικά ακολουθούσε μέχρι τώρα ελλείψει αριστερής προοπτικής, δεν είναι το λευκό ή η αποχή. Είναι η Φιλελεύθερη Συμμαχία τής Ντόρας, ή η Δράση τού Στέφανου Μάνου. (Εναλλακτικά, η ΔΗΜ.ΑΡ., αν και οφείλουμε να προειδοποιήσουμε ότι εσχάτως αυτή έχει προσβληθεί από την παιδική ασθένεια του αριστερισμού, όπως καταγγέλλουν κορυφαία στελέχη της…)

ΙΙ. Ότι είναι επιτέλους καιρός να σταματήσει να θαυμάζει τον τετράγωνο λόγο τού Πάσχου Μανδραβέλη στην «Καθημερινή». Εξ ίσου τετράγωνο λόγο έχει και ο Ηλίας Κανέλλης (στα «Νέα» και στο «Books’ Journal») που είναι και δικός μας.

ΙΙΙ. Ότι οι αντικειμενικές συνθήκες έχουν πλέον ωριμάσει απόλυτα για να βαθύνει την προπαγανδιστική και ιδεολογική δουλειά του, φορώντας στο γραφείο και κόκκινες γραβάτες.

IV. Ότι η διατήρηση σταθερών και άκαμπτων αρχών είναι σαφές δείγμα ‘‘σταλινισμού’’. Εκτός τής αρχής να είναι κανείς πάντα ελαστικός. (Ο Νίκος Μπίστης έχει αναλύσει εκτενώς και πειστικά αυτό το περίπλοκο ζήτημα διαλεκτικής στο βιβλίο του «Προχωρώντας και αναθεωρώντας». Συνιστάται.)  


V. Ότι ο μεγαλύτερος εχθρός τής Αριστεράς είναι η προσκόλληση στο άτομο. Αυτός είναι και ο κυριότερος λόγος  για τον οποίο πρέπει να αδιαφορεί για ατομικά προβλήματα όπως η ανεργία και να υποστηρίζει φανατικά τα συλλογικά, όπως η παραβίαση των ατομικών δικαιωμάτων ας πούμε.

VI. Ότι κανείς δεν θα τον κατηγορήσει επειδή δεν κάνει παρέα με εργάτες, αν μπορέσει να αποδείξει ότι κάνει παρέα με gay. Αν δυσκολεύεται και σ’ αυτό, ας φροντίσει να υπογράψει κάποιο κείμενο υπέρ τού γάμου των ομοφυλόφιλων. (Σε έσχατη ανάγκη, υπάρχει πάντα η kareta kareta και οι δενδροφυτεύσεις τού ΣΚΑΪ.)

VII. Ότι αν, όπως έχει πει ο δεξιός Jean Paul Getty, ο καθένας μπορεί να γίνει πλούσιος με την προϋπόθεση ότι το μοναδικό πράγμα που θα σκέφτεται από τη στιγμή που θα ξυπνήσει μέχρι τη στιγμή που θα κοιμηθεί θα είναι πώς θα πλουτίσει, οι αριστεροί πρέπει να σκέφτονται ακριβώς αντίθετα: ο καθένας μπορεί να γίνει αριστερός, αν σκέφτεται από τη στιγμή που κοιμάται μέχρι τη στιγμή που ξυπνάει πώς θα αριστερίσει.  

VIII. Ότι πρέπει να απορρίψουμε ολοκληρωτικά την ιδέα τής δράσης: Η δράση μας φουντώνει πάντα την αντίδραση και ο φασισμός σηκώνει κεφάλι. (Αυτό το ιστορικά αποδεδειγμένο γεγονός έκανε άλλωστε και τον Λένιν να γράψει το γνωστό βιβλίο «Ένα βήμα μπρος, δυο βήματα πίσω»…)

IX. Ότι η μεγάλη προσφορά τού ΠΑΣΟΚ προς το αριστερό κίνημα συνίσταται στο ότι απέδειξε περίτρανα πως είναι πιο εύκολο να πείσουμε την πλειοψηφία τού λαού και να γίνουμε κυβέρνηση δηλώνοντας αντιεξουσιαστές, παρά κομμουνιστές.  

X. Ότι, όπως έχει πει κι ο Σπύρος Παπαδόπουλος, όταν ρωτήθηκε πώς αυτός, ένας αριστερός, έχει τόσο μεγάλο κασέ αμοιβής, το να είναι κανείς αριστερός δεν σημαίνει υποχρεωτικά ότι πρέπει να είναι και μαλάκας.

ΕΝΑ. Ότι αν σήμερα καπιταλισμός είναι ο νεοφιλελευθερισμός, εργατική τάξη, αντίστοιχα, είναι η μεσαία.

ЖΟЖΟЖΟЖΟЖ

Με τις καλύτερες ευχές μας για τη Νέα Χρονιά και την ελπίδα ότι οι δυσκολίες της δεν θα κλονίσουν την πίστη μας σε μια καλύτερη ζωή.


Η εικόνα, από το adoos.gr

Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2011

Αν το Κακό δρα απεριόριστα, δικαιούται το Καλό να θέτει όρια στη δική του δράση;


Αυτό το ερώτημα διερευνά ο Albert Camus στο θεατρικό του έργο «Οι Δίκαιοι». Γραμμένο το 1949, το έργο βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα και αφορά σε υπαρκτά πρόσωπα. Διαδραματίζεται στη Μόσχα τού 1905, τις ημέρες που η Οργάνωση Μάχης, το ‘‘στρατιωτικό’’ τμήμα τού Σοσιαλιστικού Επαναστατικού Κόμματος (Εσέροι), το οποίο, ως γνωστόν, είχε υιοθετήσει την οργανωμένη τρομοκρατική δράση, σχεδιάζει να δολοφονήσει τον Μεγάλο Δούκα Σέργιο, τον στυγνό κυβερνήτη τής Μόσχας και θείο τού τσάρου Νικόλαου Β´. Η εκτέλεση του Μεγάλου Δούκα έγινε στις 4 Φεβρουαρίου. Τρεις ημέρες όμως νωρίτερα είχε μεσολαβήσει η πρώτη απόπειρα, η οποία είχε αποτύχει λόγω της παρεμβολής ενός ‘‘αστάθμητου’’ παράγοντα. Το απόσπασμα (μετάφραση Σάββας Στρούμπος) είναι από τη σκηνή με τις πρώτες συζητήσεις τών μελών τής οργάνωσης μετά από αυτή την αποτυχημένη απόπειρα. (Το έργο παίζεται για δεύτερη χρονιά από την Ομάδα Σημείο Μηδέν.)

ЖΟЖΟЖΟЖΟЖ

ΑΝΝΕΝΚΟΦ: Τι συνέβη;
ΣΤΕΠΑΝ: …Στην άμαξα του Μεγάλου Δούκα υπήρχαν παιδιά.
ΑΝΝΕΝΚΟΦ: Παιδιά;
ΣΤΕΠΑΝ: Ναι. Ο ανιψιός και η ανιψιά τού Δούκα.
ΑΝΝΕΝΚΟΦ: Μα, ο Ορλόφ είχε πει πως θα ’ναι μόνος.
ΣΤΕΠΑΝ: Ήταν κι η Μεγάλη Δούκισσα μαζί… Υποθέτω πως είχε πολύ κόσμο για τον ποιητή μας… [Σημ. συντ.: ‘‘ποιητής’’ λεγόταν, λόγω της αγάπης του στην λογοτεχνία και την ποίηση, ο Καλιάγιεφ, που είχε αναλάβει τη ρίψη τής βόμβας στην άμαξα του μεγάλου Δούκα.] Ευτυχώς οι χαφιέδες δεν είδαν τίποτα…

(Ο Άννενκοφ μιλάει χαμηλόφωνα στον Στεπάν. Όλοι κοιτάζουν τον Καλιάγιεφ που σηκώνει τα μάτια προς τον Στεπάν.)

ΚΑΛΙΑΓΙΕΦ: (Σαστισμένος) Δεν μπορούσα να το προβλέψω… Ήταν τα παιδιά… Πάνω απ’ όλα… Έχεις αντικρίσει ποτέ σου παιδιά; Αυτό το βαθύ κοίταγμα που έχουν… Δεν μπόρεσα να τ’ αντέξω… Κι όμως, ένα δευτερόλεπτο πιο πριν, κρυμμένος στη γωνία τής μικρής πλατείας, ήμουν ευτυχισμένος. Όταν τα φανάρια τής άμαξας άρχισαν να λάμπουν από μακριά, η καρδιά μου πετάριζε, στ’ ορκίζομαι! Κι όσο η άμαξα πλησίαζε, τόσο οι χτύποι δυνάμωναν, τους άκουγα ολοκάθαρα… Ήθελα να ορμήσω… Νομίζω, μάλιστα, πως γελούσα και έλεγα «ναι…, ναι…»… Καταλαβαίνεις;

(Παύει να κοιτάζει τον Στεπάν και ξαναβυθίζεται στην εξάντλησή του.)

Έτρεξα προς την άμαξα… Τότε είδα τα παιδιά… Δεν γελούσαν. Στέκονταν όρθια και κοιτούσαν το κενό. Η θλίψη απλωνόταν στο βλέμμα τους. Ήταν πνιγμένα στα επίσημά τους ρούχα. Λες και στέκονταν προσοχή. Δεν είδα τη Μεγάλη Δούκισσα. Μόνο τα παιδιά. Αν με είχαν κοιτάξει, νομίζω πως θα ’ριχνα τη βόμβα, μόνο και μόνο για να σβήσω το θλιμμένο τους βλέμμα… Όμως, κοίταζαν μόνο μπροστά τους…

(Ανασηκώνει τα μάτια προς τους άλλους. Σιωπή. Μιλάει ακόμη πιο χαμηλόφωνα.)

Τότε δεν ξέρω τι συνέβη. Το χέρι μου παρέλυσε. Τα πόδια μου άρχισαν να τρέμουν. Ένα δευτερόλεπτο μετά ήταν πια πολύ αργά…

(Σιωπή. Κοιτάζει καταγής.)

Δεν ξέρω αν ήταν όνειρο…, όμως εκείνη τη στιγμή μού φάνηκε πως χτυπούσαν οι καμπάνες.
ΝΤΟΡΑ: Όχι, Γιάνεκ. Δεν ήταν όνειρο.

(Ακουμπάει το χέρι της στο μπράτσο του. Ο Καλιάγιεφ ανασηκώνει το κεφάλι του και τους βλέπει όλους στραμμένους προς αυτόν. Σηκώνεται όρθιος.)

ΚΑΛΙΑΓΙΕΦ: Αδέλφια, κοιτάξτε με, κοιτάξτε με καλά. Μπόρια, δεν είμαι δειλός, δεν έκανα πίσω. Αλλά δεν περίμενα ν’ αντικρίσω  κάτι τέτοιο. Έγιναν όλα τόσο γρήγορα. Αυτά τα δυο μικρά σοβαρά πρόσωπα…, και στα χέρια μου αυτό το απαίσιο βάρος… Έπρεπε να το ρίξω απάνω τους. Έτσι. Ολόισια… Όχι… Δεν μπόρεσα να το κάνω…

(Στρέφει το βλέμμα του από τον έναν στον άλλον.)

Παλιότερα, στην Ουκρανία, όταν οδηγούσα το αμάξι, έτρεχα σαν τον άνεμο, δεν φοβόμουν τίποτα, τίποτα στον κόσμο, μονάχα μη χτυπήσω κανένα παιδί. Φανταζόμουν τη σύγκρουση: το τρυφερό του κεφάλι να χτυπάει στον δρόμο…

(Σωπαίνει.)

Βοηθήστε με…

(Σιωπή.)

Ήθελα ν’ αυτοκτονήσω. Γύρισα γιατί σας χρωστούσα κάποιες εξηγήσεις, γιατί νομίζω πως είστε οι μόνοι μου δικαστές, οι μόνοι που θα πείτε αν έχω δίκιο ή άδικο. Εσείς δεν μπορείτε να σφάλλετε. Όμως δεν λέτε τίποτα.

(Η Ντόρα τον πλησιάζει. Τον αγγίζει. Ο Γιάνεκ τούς κοιτάει έναν-έναν και λέει με σκυθρωπή φωνή.)

Έχω κάτι να προτείνω: αν αποφασίσετε ότι πρέπει να σκοτώσω τα παιδιά, θα περιμένω στην πόρτα τού θεάτρου και θα πετάξω μόνος μου τη βόμβα πάνω στην άμαξα. Δεν θ’ αστοχήσω και το ξέρω. Μονάχα πάρτε μια απόφαση. Θα υπακούσω στην Οργάνωση.
ΣΤΕΠΑΝ: Η Οργάνωση σου ’χε δώσει την εντολή να σκοτώσεις τον Μεγάλο Δούκα.
ΚΑΛΙΑΓΙΕΦ: Αλήθεια είναι. Δεν μου ’πε όμως να σκοτώσω τα παιδιά.
ΑΝΝΕΝΚΟΦ: Ο Γιάνεκ έχει δίκιο. Δεν είχαμε προβλέψει κάτι τέτοιο.
ΣΤΕΠΑΝ: Έπρεπε να υπακούσει.
ΑΝΝΕΝΚΟΦ: Την ευθύνη απέναντι στην Οργάνωση την έχω εγώ. Έπρεπε τα πάντα να έχουν προβλεφθεί, ώστε κανείς να μη διστάσει απέναντι στο καθήκον του. Αυτή τη στιγμή χρειάζεται να αποφασίσουμε: ή θα εγκαταλείψουμε τελείως αυτή την ευκαιρία, ή ο Γιάνεκ θα πάρει τη διαταγή να περιμένει στην έξοδο του θεάτρου. Αλεξέι, τι λες;
ΒΟΪΝΟΦ: Δεν ξέρω. Νομίζω πως θα ’κανα ό,τι κι ο Γιάνεκ… Αλλά δεν είμαι σίγουρος για τον εαυτό μου…

(Χαμηλόφωνα.)

…τα χέρια μου τρέμουν.
ΑΝΝΕΝΚΟΦ: Ντόρα;
ΝΤΟΡΑ: (Βίαια) Θα είχα διστάσει, όπως ο Γιάνεκ. Γι’ αυτό, πώς θα μπορούσα να υποδείξω στους άλλους να κάνουν αυτό που εγώ θα δίσταζα να κάνω;
ΣΤΕΠΑΝ: Καταλαβαίνετε τι σημαίνει αυτή η απόφαση; Δυο μήνες παρακολούθησης του Δούκα, γεμάτοι κινδύνους χωρίς προηγούμενο, πάνε χαμένοι για πάντα. Ο Ιγκόρ συνελήφθη για το τίποτα… Ο Ρίκοφ κρεμάστηκε για το τίποτα. Και μου λέτε πως πρέπει να ξαναρχίσουμε; Δηλαδή ζητάτε κι άλλε ατέλειωτες εβδομάδες αμείωτης έντασης, γεμάτες ξενύχτια και κάθε είδους πανουργίες, μέχρι να ξαναβρούμε την κατάλληλη ευκαιρία; Επιτέλους! Είστε τρελοί;
ΑΝΝΕΝΚΟΦ: Ξέρεις καλά πως σε δύο μέρες ο Δούκας θα ξαναπάει στο θέατρο.
ΣΤΕΠΑΝ: Δύο μέρες που θα κινδυνεύουμε να συλληφθούμε, εσύ το είπες.
ΚΑΛΙΑΓΙΕΦ: Φεύγω.
ΝΤΟΡΑ: Περίμενε! (Στον Στεπάν.) Στεπάν, εσύ θα μπορούσες με τα μάτια ανοιχτά να πυροβολήσεις εξ επαφής ένα παιδί;
ΣΤΕΠΑΝ: Αν το διέταζε η Οργάνωση, ναι, θα μπορούσα.
ΝΤΟΡΑ: Γιατί κλείνεις τα μάτια σου;
ΣΤΕΠΑΝ: Εγώ; Έκλεισα τα μάτια;
ΝΤΟΡΑ: Ναι.
ΣΤΕΠΑΝ: Το ’κανα για να μπορέσω να φανταστώ τη σκηνή και ν’ απαντήσω έχοντας απόλυτη επίγνωση της κατάστασης.
ΝΤΟΡΑ: Άνοιξε τα μάτια σου και κατάλαβε ότι η Οργάνωση θα έχανε και τη δύναμη και την επιρροή της, αν έστω και για μια στιγμή ανεχόταν να χάνονται παιδιά από βόμβες της.
ΣΤΕΠΑΝ: Αυτές οι ανοησίες δεν αντέχονται! Την ημέρα που θ’ αποφασίσουμε να ξεχάσουμε τα παιδιά, μόνο τότε θα γίνουμε οι κύριοι του κόσμου και θα δούμε την επανάσταση να θριαμβεύει!
ΝΤΟΡΑ: Τη μέρα αυτή, η ανθρωπότητα ολόκληρη θα μισήσει την επανάσταση.
ΣΤΕΠΑΝ: Τι σημασία έχει; Αν εμείς την αγαπάμε τόσο δυνατά, θα την επιβάλλουμε στην ανθρωπότητα για να την απαλλάξουμε από τον εαυτό της και τα δεινά της.
ΝΤΟΡΑ: Κι αν ο κόσμος ολόκληρος απορρίπτει την επανάσταση; Κι αν αυτός ο λαός, για τον οποίο εσύ αγωνίζεσαι, δεν θέλει τα παιδιά του να σκοτώνονται; Τι θα κάνουμε τότε; Θα τον χτυπήσουμε κι αυτόν;
ΣΤΕΠΑΝ: Αν πρέπει, ναι. Μέχρι να καταλάβει. Κι εγώ αγαπώ αυτό τον λαό.
ΝΤΟΡΑ: Η αγάπη δεν έχει αυτό το πρόσωπο.
ΣΤΕΠΑΝ: Ποιος το λέει;
ΝΤΟΡΑ: Εγώ.
ΣΤΕΠΑΝ: Είσαι γυναίκα και η ιδέα σου για την αγάπη είναι θηλυκή.
ΝΤΟΡΑ: Ξέρω, όμως, τι σημαίνει ντροπή.
ΣΤΕΠΑΝ: Μια φορά ένιωσα ντροπή για τον εαυτό μου, κι αυτό από λάθος άλλων. Όταν με μαστίγωσαν! Γιατί έγινε και αυτό! Ξέρεις τι σημαίνει μαστίγωμα; Η Βέρα ήταν κοντά μου. Αυτοκτόνησε σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Εγώ έζησα. Γιατί, λοιπόν, να ντρέπομαι τώρα;
ΑΝΝΕΝΚΟΦ: Στεπάν, εδώ όλοι σ’ αγαπάνε και σε σέβονται. Όμως, όσα δίκια κι αν έχεις, δεν μπορώ να σ’ αφήσω να λες πως όλα επιτρέπονται. Εκατοντάδες αδέλφια μας έδωσαν τη ζωή τους για να μάθουμε πως κάτι τέτοιο δεν ισχύει.
ΣΤΕΠΑΝ: Ό,τι υπηρετεί την υπόθεσή μας, δεν απαγορεύεται.
ΑΝΝΕΝΚΟΦ: (Θυμωμένος.) Άρα, επιτρέπεται να μπούμε στην αστυνομία και να παίζουμε σε δυο επίπεδα, όπως πρότεινε ο Έβνο… Θα το ’κανες και συ αυτό;
ΣΤΕΠΑΝ: Αν χρειαζόταν, ναι.
ΑΝΝΕΝΚΟΦ: (Σηκώνεται όρθιος.) Στεπάν, θα ξεχάσουμε ό,τι είπες, σκεπτόμενοι όσα έχεις κάνει για μας και μαζί με μάς. Ένα πράγμα να θυμάσαι μόνο: τώρα πρέπει ν’ αποφασίσουμε αν θα ρίξουμε τις βόμβες σ’ αυτά τα δυο παιδιά ή όχι.
ΣΤΕΠΑΝ: Παιδιά! Αυτή η λέξη είναι μες στο στόμα σας συνέχεια. Μα δεν καταλαβαίνετε τίποτα πια; Επειδή ο Γιάνεκ δεν σκότωσε αυτά τα δυο παιδιά, χιλιάδες άλλα παιδιά τού ρωσικού λαού θα πεθάνουν από την πείνα τα επόμενα χρόνια! Έχετε δει παιδιά να πεθαίνουν απ’ την πείνα; Εγώ είδα. Ο θάνατος από βόμβα είναι τουλάχιστον διασκεδαστικός μπροστά σ’ ένα τέτοιο θέαμα… Ο Γιάνεκ βέβαια δεν έχει δει τίποτα…, παρά μόνο τα δυο πιστά σκυλιά τού Μεγάλου Δούκα. Δεν είστε άνθρωποι, λοιπόν; Ζείτε μονάχα για μια στιγμή; Ωραία! Επιλέξτε τη φιλανθρωπία και παλέψτε μονάχα ενάντια στο μικρό κακό τής κάθε μέρας… Αλλά μη μιλάτε για επανάσταση που θέλει να εξαλείψει όλα τα δεινά, παρόντα και μέλλοντα.
ΝΤΟΡΑ: Ο Γιάνεκ δέχεται να σκοτώσει τον Μεγάλο Δούκα, γιατί ο θάνατός του θα φέρει πιο κοντά τη μέρα που τα παιδιά τού ρωσικού λαού δεν θα πεθαίνουν απ’ την πείνα. Ακόμα κι αυτό δεν είν’ εύκολο. Όμως, ο θάνατος των ανιψιών τού Μεγάλου Δούκα δεν θα γλυτώσει κανένα παιδί απ’ τον λιμό. Ακόμα και μέσα στην καταστροφή υπάρχει μια τάξη, υπάρχουν όρια!
ΣΤΕΠΑΝ: (Απότομα.) Όρια δεν υπάρχουν! Η αλήθεια είναι πως δεν πιστεύετε στην επανάσταση!

(Σηκώνονται όλοι εκτός τού Γιάνεκ.)

Δεν πιστεύετε καθόλου. Αν την πιστεύατε απόλυτα, ολοκληρωτικά, αν ήσασταν πεπεισμένοι ότι με τις θυσίες και τις νίκες μας θα καταφέρουμε να φτιάξουμε μια Ρωσία ελεύθερη απ’ τον δεσποτισμό, μια γη τής ελευθερίας που θα εξαπλωθεί σ’ όλο τον κόσμο, αν δεν αμφιβάλλατε ότι ο άνθρωπος, απελευθερωμένος απ’ τους θεούς και τους αφέντες του, θα υψώσει προς τον ουρανό το πρόσωπο των αληθινών θεών, δεν θα σκεφτόσασταν τον θάνατο δυο παιδιών! Θα ’χατε όλο τι δίκιο με το μέρος σας…, μ’ ακούτε; Κι αν σας σταματάει αυτός ο θάνατος, είναι γιατί δεν είστε σίγουροι για μια τέτοια δικαιοσύνη, είναι γιατί δεν πιστεύετε στην επανάσταση.

(Σιωπή. Ο Καλάγιεφ σηκώνεται.)

ΚΑΛΑΓΙΕΦ: Στεπάν, ντρέπομαι για τον εαυτό μου, αλλά δεν θα σ’ αφήσω να συνεχίσεις. Δέχτηκα να σκοτώσω για να γκρεμίσω τον δεσποτισμό. Όμως, πίσω απ’ αυτά που λες, βλέπω να γεννιέται ένας άλλος δεσποτισμός που, αν κάποτε επικρατήσει, θα με κάνει δολοφόνο, ενώ εγώ μάχομαι για τη δικαιοσύνη.
ΣΤΕΠΑΝ: Τι σημασία έχει αν μάχεσαι εσύ για τη δικαιοσύνη; Αυτό που μετράει είναι ν’ αποδοθεί η δικαιοσύνη, έστω κι από δολοφόνους. Εσύ κι εγώ δεν είμαστε τίποτα.
ΚΑΛΙΑΓΙΕΦ: Είμαστε κάτι…, και το ξέρεις καλά αφού ακόμη και σήμερα μιλάς στ’ όνομα της περηφάνιας σου.
ΣΤΕΠΑΝ: Αυτό αφορά μόνο εμένα. Η περηφάνια, όμως, των ανθρώπων, ο ξεσηκωμός τους, η αδικία που βιώνουν είναι υπόθεση όλων μας.
ΚΑΛΙΑΓΙΕΦ: Οι άνθρωποι δεν ζουν μονάχα με δικαιοσύνη.
ΣΤΕΠΑΝ: Όταν τους κλέβουν το ψωμί, με τι θα ζήσουν;
ΚΑΛΙΑΓΙΕΦ: Με δικαιοσύνη και αθωότητα.
ΣΤΕΠΑΝ: Η αθωότητα… Μπορεί και να τη γνωρίζω. Αποφάσισα, όμως, να την αγνοήσω και προσπαθώ να την αγνοούν και χιλιάδες άλλοι άνθρωποι, για ν’ αποκτήσει μια μέρα την πραγματική της σημασία.
ΚΑΛΙΑΓΙΕΦ: Πρέπει κανείς να ’ναι σίγουρος πως θα ’ρθει αυτή η μέρα. Πώς αλλιώς θα μπορέσει ν’ αρνηθεί καθετί που κάνει τη ζωή υποφερτή;
ΣΤΕΠΑΝ: Εγώ είμαι σίγουρος.
ΚΑΛΙΑΓΙΕΦ: Δεν μπορείς να είσαι. Για να μάθουμε ποιος απ’ τους δυο μας έχει δίκιο, θα χρειαστεί η θυσία τριών γενεών, αμέτρητοι πόλεμοι, τρομαχτικές επαναστάσεις. Κι όταν αυτή η βροχή από αίμα θα ’χει διαποτίσει τη γη, εσύ κι εγώ θα ’χουμε γίνει στάχτη από καιρό.
ΣΤΕΠΑΝ: Θα υπάρξουν άλλοι μετά από εμάς. Θα ’ναι τ’ αδέλφια μας. Τους χαιρετίζω.
ΚΑΛΙΑΓΙΕΦ: (Φωνάζοντας.) Άλλοι… Ναι, θα υπάρξουν! Εγώ, όμως, αγαπώ αυτούς που ζουν σήμερα, στην ίδια γη με μένα, κι αυτούς μονάχα χαιρετίζω, γι’ αυτούς αγωνίζομαι και δίνω τη ζωή μου. Όσο για τη μακρινή σου πολιτεία, που δεν ξέρω καν αν θα υπάρξει, δεν πρόκειται ούτε στιγμή να κάνω τ’ αδέλφια μου πιο δυστυχισμένα απ’ ό,τι είναι. Αρνούμαι να εντείνω τη σημερινή αδικία στο όνομα μιας μελλοντικής δικαιοσύνης.

(Χαμηλόφωνα αλλά σταθερά.)

Αδέλφια, θα μιλήσω ειλικρινά, με την απλότητα ενός χωρικού: ο φόνος τών παιδιών πάει κόντρα στην αξιοπρέπεια. Κι αν στη ζωή μου έρθει μια μέρα που η επανάσταση χωριστεί απ’ την αξιοπρέπεια, θα την εγκαταλείψω. Αν τ’ αποφασίσετε, θα πάω αμέσως στην έξοδο του θεάτρου, αλλά θα ριχτώ κάτω απ’ τ’ άλογα.
ΣΤΕΠΑΝ: Η αξιοπρέπεια είναι μια πολυτέλεια γι’ αυτούς που έχουν άμαξες.
ΚΑΛΙΑΓΙΕΦ: Όχι… Ξέρεις καλά πως είναι το ύστατο αγαθό τού φτωχού, πως είναι συστατικό στοιχείο τής επανάστασης, πως πεθαίνουμε γι’ αυτήν! Για χάρη τής αξιοπρέπειας μαστιγώθηκες κάποτε, γι’ αυτήν μιλάς ακόμη και σήμερα.
ΣΤΕΠΑΝ: (Φωνάζοντας.) Πάψε! Σου απαγορεύω να μιλάς έτσι.
ΚΑΛΙΑΓΙΕΦ: (Εκτός εαυτού.) Γιατί να πάψω; Σ’ άφησα να λες ότι δεν πιστεύω στην επανάσταση. Αυτό σημαίνει ότι πήγα να σκοτώσω τον Μεγάλο Δούκα για το τίποτα, ότι υπήρξα ένας κοινός δολοφόνος. Σ’ άφησα να τα λες αυτά και δεν σε χτύπησα.
ΑΝΝΕΝΚΟΦ: Γιάνεκ!
ΣΤΕΠΑΝ: Καμιά φορά, αν δεν σκοτώσεις όσους πρέπει, είναι σαν να σκοτώνεις για το τίποτα.
ΑΝΝΕΝΚΟΦ: Στεπάν, κανείς εδώ δεν συμφωνεί μ’ εσένα. Η απόφαση πάρθηκε.
ΣΤΕΠΑΝ: Υποκλίνομαι, λοιπόν! Αλλά θα το ξαναπώ: η τρομοκρατία δεν είναι για ευαίσθητους ανθρώπους. Είμαστε δολοφόνοι. Το διαλέξαμε.
ΚΑΛΙΑΓΙΕΦ: (Εκτός εαυτού.) Όχι! Εγώ διάλεξα να πεθάνω για να μη θριαμβεύσει πάνω στη γη ο φόνος. Διάλεξα να είμαι αθώος.
ΑΝΝΕΝΚΟΦ: Γιάνεκ και Στεπάν, αρκετά! Η Οργάνωση αποφάσισε ότι ο θάνατος των παιδιών αυτών είναι ανώφελος. Ξαναρχίζουμε την παρακολούθηση. Σε δυο μέρες ξεκινάμε.
ΣΤΕΠΑΝ: Κι αν τα παιδιά είναι πάλι εκεί;
ΑΝΝΕΝΚΟΦ: Θα περιμένουμε μια καινούργια ευκαιρία.

ЖΟЖΟЖΟЖΟЖ


Η εικόνα είναι από την παράσταση της Ομάδας Σημείο Μηδέν

Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2011

μπαχάρ (σε ατομική συσκευασία)


ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΕΝΤΥΠΑΚΙ έσκασε μύτη στην Αθήνα λίγο πριν από τα Χριστούγεννα σε μερικά βιβλιοπωλεία και στέκια: μπαχάρ. Μια έκτακτη έκδοση τού blogs.radiobubble.gr, που διανέμεται δωρεάν, με κείμενα και φωτογραφίες διαφόρων bloggers. Θέμα: η ζοφερή πραγματικότητα στη σημερινή Ελλάδα. Χωρίς διαφημίσεις (και τη γκλαμουριά τους), που χρηματοδοτούν και ‘‘διακοσμούν’’ τα συνηθισμένα έντυπα τού free press, δεν μπορούσε, ιδίως σε τέτοιους καιρούς, παρά να έχει την εικόνα μιας low budget production: φτηνό χαρτί, λίγες σελίδες και φτωχικό σε χρώματα —μαύρο/άσπρο, που διαδέχεται το  άσπρο/μαύρο και ξανά. Η αλήθεια είναι πως όταν παίρνεις κάτι δωρεάν, ενώ αυτοί που στο δίνουν το έχουν πληρώσει, δεν δικαιούσαι να παραπονιέσαι και πολύ, ωστόσο, η σκέψη ότι η φαντασία στο layout δεν είναι πάντα ζήτημα χρημάτων μάς περνάει απ’ το μυαλό…
Στο εξώφυλλο εκείνο που σου τραβάει το μάτι δεν είναι η μεγάλη φωτογραφία, ούτε τα ονόματα των αρθρογράφων. Εκείνο που προσέχεις είναι ένας αστερίσκος στον τίτλο τού εντύπου. Ψάχνεις να βρεις την επεξήγηση. Τη συναντάς στο κάτω-κάτω μέρος τής σελίδας: «*αντίδοτο στις συνταγές τών κάθε είδους γιατρών». Μπαμ και κάτω!

ΔΕΝ ΠΕΦΤΟΥΜΕ ΚΑΤΩ από την εύκολα ανιχνεύσιμη μανία τής αυτο-νομίας, του αυτο-καθορισμού, της αυτο-ΐασης και όλων των  λέξεων που αρχίζουν —και τελειώνουν—  από «αυτό». Είναι κάτι που το έχουμε συνηθίσει πια, ιδίως στο διαδίκτυο, και αποκτήσαμε μια ικανοποιητική ανοσία. Πέφτουμε κάτω από την αυτο-ϋπονόμευση του νοήματος που ήθελαν να εκφράσουν με τη συγκεκριμένη φράση οι εμπνευστές της (ίσως, τελικά, οι λέξεις να εκδικούνται μερικές φορές):
Μα τι άλλο από μια ακόμα συνταγή, η οποία έχει ως στόχο να εξουδετερώσει μια άλλη συνταγή, είναι το αντίδοτο; Και τι διαφορετικό κάνεις όταν πληρώνεις για να διανείμεις αυτή την αντι-συνταγή, από το να προσπαθείς να πείσεις πως είναι η καλύτερη, η συνταγή των συνταγών ας πούμε; Και σε τι διαφέρεις κι εσύ από έναν γιατρό (έναν δηλαδή από αυτούς τους οποίους απεχθάνεσαι), που θέλει να θεραπεύσει το κακό; Μια ανάλογη αυτο-απάτη διαπράττει και ένας (μια) από τους αρθρογράφους: επικρίνει τον οικιακό καταναλωτισμό με αφορμή το ΙΚΕΑ, μιλώντας κατά το πλείστον σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο. Όταν όμως έρχεται η στιγμή να προσωποποιήσει συγκεκριμένα την κριτική της, το πρώτο πρόσωπο πάει περίπατο και περνάει στην ουδετερότητα! Προφανώς, η ίδια είχε επισκεφτεί το ΙΚΕΑ, για να μοιράσει προκηρύξεις, που καλούσαν τον λαό τής Αθήνας στα οδοφράγματα της επανάστασης!...
Τι άλλο μάς έμεινε από τα κείμενα; Όχι πολλά. Μας έμεινε η ομολογία ενός από τους αρθρογράφους πως «δεν είναι ιδεολογικά συγκροτημένος» και «δεν θα γίνει μάλλον ποτέ» (στο blog του, ένας σχολιαστής εξέφρασε την ανακούφισή του γι’ αυτό!) και πως το μόνο που ξέρει είναι να νιώθει την άγρια χαρά τού να μισεί τους εκπροσώπους τού συστήματος! Ακόμα, η βαθιά ριζωμένη επιθυμία ενός άλλου να την κάνει από αυτή την πραγματικότητα «υπεργαμάτα» (το προσδιορίζει ως γέμισμα του μυαλού του από θρόμβους), πηγαίνοντας σε ένα μέρος, όπου «απαγορεύεται κάθε συνάθροιση άνω τού ενός»! Τι άλλο; Α! Η ομολογία στο άρθρο μιας θεατρικής ομάδας πως τίποτε δεν έχει σημασία εκτός από την Ομορφιά και πως «για όλα τ’ άλλα δεν δίνουν δεκάρα»!
Μόνη παρηγοριά ένα(1) άρθρο. Ένα, στο οποίο ο συγγραφέας του μεταφέρει, προσυπογράφοντάς το, το ερώτημα του Τολστόι, όταν διαπίστωσε ότι η ατομική φιλανθρωπία ήταν ανήμπορη να νικήσει τη φτώχεια τών απόκληρων συμπατριωτών του στη Μόσχα: «What then must we do?». Θα καταλάβει όμως ο φίλος που προσυπογράφει το ερώτημα του Τολστόι πως, για τη σωστή απάντηση, δεν αρκεί πια να «αντιμετωπίζει την πολιτική με το ένστικτο», όπως είχε εκμυστηρευτεί πριν από κάνα δυο μήνες;

ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ, λοιπόν; Εδώ είναι ο κόμπος! Ένας κόμπος που ούτε εύκολα λύνεται, ούτε κόβεται με το σπαθί όπως ο γόρδιος δεσμός. Όχι γιατί είναι άλυτος. Αλλά γιατί το λύσιμό του απαιτεί πολλούς. Όπως πολλούς απαιτεί για να σηκωθεί και το σπαθί που θα τον κόψει, αν έτσι είναι να γίνουν τα πράγματα. Και πολλοί δεν σημαίνει ένα άθροισμα ατόμων, ακόμα και μεγάλο. Ούτε άθροισμα μικρών κοινοτήτων (η κάθε μια με τον ‘‘πόνο’’ της), ίσα-ίσα για να καλύπτεται η συνείδηση των πιο ‘‘ψαγμένων’’ με μια ψευδαίσθηση συλλογικότητας…

ΟΛΑ Τ’ ΑΛΛΑ, και οι ευαισθησίες και οι κλάψες κι οι κατάρες, είναι pour passer le temps…


Η photo, από το hrreview.blogspot.com

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2011

Χρό-ο-νια Πολλά στα παιδιά που… Στα παιδιά που; Πώς πάει παρακάτω, ρε γαμώτο;…


Μεγαλωμένοι στη μικροαστική γιορταστική θαλπωρή των φυσικών χριστουγεννιάτικων δέντρων, με τα Nintendo μας και με τα BMX μας και με τα όλα μας, τριανταρίσαμε όμορφα και καλά. Κάποιες στιγμές, το κοριτσάκι με τα σπίρτα έβγαινε από το ράφι τής παιδικής βιβλιοθήκης, ανάμεσα από τις σελίδες των μισοδιαβασμένων παραμυθιών τού Άντερσεν (ποιο μικροαστάκι δεν έχει πάρει δώρο από κάποια θεία ή νονά παραμύθια τού Άντερσεν;) και μας τραβούσε από το μπατζάκι των ολοκαίνουργιων παντελονιών μας. Μα γρήγορα το ξεχνούσαμε. Τα δώρα ήταν πολλά και τότε, καθώς δεν είχαμε ακόμα ιδέα από διαλεκτική, δεν φοβόμασταν καθόλου τους Δαναούς…

Το κοριτσάκι με τα σπίρτα μεγάλωσε. Μεγάλωσε και μεταμορφώθηκε σε εκατοντάδες, χιλιάδες νέα πρόσωπα. Έγινε ο άντρας με τον σκύλο, ο γέροντας με το καροτσάκι, το παιδί με τα μπαλόνια, ο άνθρωπος μέσα στα σκουπίδια, ο άνθρωπος-σκουπίδι… Και πια, έτσι όπως αυξήθηκε και πληθύνθηκε και κατακυρίευσε την Αθήνα και τη γη, δεν μας είναι δυνατό να το ξεχάσουμε.

Τα ξέρετε όλα αυτά και τι σας τα λέμε… Μα κάπου πρέπει να τα πούμε κι εμείς αυτά τα μαύρα κάλαντα. Όχι για να τα ξεφορτωθούμε, όπως ξεφορτωνόμασταν μικροί το κοριτσάκι με τα σπίρτα, αλλά για να τα μοιραστούμε μαζί. Καλά Χριστούγεννα σε όλους. Και Καλή Δύναμη.


Η φωτογραφία τής σημερινής ανθρώπινης κατάστασης, από το livadeiablog.blogspot.com

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

Αταξία (σκέψης) υπέρ τάξης (πραγμάτων)


Ξεκαθαρίζοντας μαζεμένη ‘‘χαρτούρα’’ εν όψει των γιορτών («παιδάκι μου, Χριστούγεννα έρχονται, με τις εφημερίδες αγκαλιά θα τα περάσουμε;»), έπεσα σε ένα παλιό τεύχος τού «Κοντέινερ», του μηνιαίου ένθετου της «Ελευθεροτυπίας». Τεύχος 10, Οκτώβριος 2010. Το ξεφύλλισα —μια και είχε αφιέρωμα στην εργασία, σκέφτηκα να μη πετάξω μαζί με τα απόνερα και κανένα μωρό. Μωρό δεν βρήκα, μα βρήκα ένα μαργαριτάρι!
Ήταν ένα άρθρο τού Άκη Γαβριηλίδη με τίτλο «Αταξία εναντίον τάξης». Διαβασμένο και ξεχασμένο, όπως κατάλαβα από τις πρώτες γραμμές. Το παραθέτουμε, γιατί το pdf (σελ. 53) τού site είναι με μικρά γραμματάκια που σου βγάζουν τα μάτια.

 Αταξία εναντίον τάξης
Μετά το ξέσπασμα της πρόσφατης δημοσιονομικής κρίσης στην Ελλάδα, υπήρχε η προσμονή ότι τώρα επιτέλους θα έρθει η στιγμή της αφύπνισης των μαζών που είχαν ‘‘συντηρητικοποιηθεί’’, ‘‘ενσωματωθεί’’ ή ‘‘παρασυρθεί από την πλαστή ευημερία του καταναλωτισμού’’. Καθώς οι προοπτικές κοινωνικής κινητικότητας και πρόσβασης στο επίπεδο ζωής των ‘‘μεσαίων στρωμάτων’’ εξανεμίζονται, θα μπει κάθε κατεργάρης στον πάγκο του, θα ξεκαθαρίσουν τα μέτωπα και θα έχουμε μία αντιπαράθεση του τύπου «τάξη εναντίον τάξης».
Μια πρόχειρη ματιά σε έντυπες ή ηλεκτρονικές ανακοινώσεις και ανταλλαγές του παραδοσιακού αντιεξουσιαστικού και ακροαριστερού χώρου, δείχνει μια διάχυτη απογοήτευση γι’ αυτό που βιώνεται ως ‘‘απουσία’’ ή ‘‘συνθηκολόγηση’’ των μαζών και ως χλιαρή αντίδρασή τους στην πρόσφατη υπαγωγή των δημόσιων οικονομικών της Ελλάδας στην ‘‘τεχνογνωσία’’ του ΔΝΤ. Ενίοτε, οι ομιλούντες προσφέρουν ως παρηγορία στους εαυτούς τους και τους αναγνώστες τους τη χιλιαστική βεβαιότητα ότι «από τον Οκτώβριο όμως θα γίνει χαμός». Από πολλούς μάλιστα η αντιπαράθεση αυτή βαφτίστηκε προκαταβολικά «εργατικός Δεκέμβρης», σε αντιδιαστολή με τον «νεολαιίστικο» Δεκέμβρη του 2008 ο οποίος ήταν ελλειμματικός, δευτερεύων, «απλώς πολιτισμικός», αφορούσε παράπλευρες αντιφάσεις και όχι την κύρια, το εποικοδόμημα και όχι τη βάση.
Με δεδομένο ότι κανείς δεν είναι προφήτης και ότι ο χρόνος μπορεί να γελοιοποιήσει όλες τις προγνώσεις, θα διακινδυνέψω την πρόβλεψη ότι κανένας ‘‘εργατικός Οκτώβρης’’ δεν πρόκειται να επέλθει, αλλά και αν επέλθει, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα είναι αντικαπιταλιστικός.
Όσοι διαβλέπουν τη διάψευση της προσδοκίας αυτής, αλλά δεν βρίσκουν κανένα καλύτερο αντίδοτο για την απογοήτευση πέρα από βολονταριστικές παραινέσεις προς ανύψωση του ηθικού ανύπαρκτων στρατευμάτων(1) ή αστήρικτες παραμυθίες κατά τις οποίες πάλι με χρόνια με καιρούς «ολοένα θα δυναμώνουν οι δυνάμεις της αντίστασης από τον κόσμο της εργασίας που θα εντάσσεται ενεργά στη μάχη»(2), ίσως θα ήταν καλύτερο να προσπαθήσουν να διδαχθούν από την εμπειρία των κοινωνικών αγώνων των τελευταίων δεκαετιών και να τροποποιήσουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται αυτή τη ‘‘μάχη’’.
 Ήδη από τη δεκαετία του ’60, ο Αλτουσέρ είχε επισημάνει ότι στην ιστορία οι τάξεις δεν εμφανίζονται με καθαρότητα όπως δύο ομάδες ράγκμπι παραταγμένες στο γήπεδο η μία απέναντι στην άλλη πριν αρχίσει ο αγώνας, αλλά συγκροτούνται μέσα από την ίδια τη διαδικασία του αγώνα, η οποία είναι λογικά προγενέστερη.
Πρόσφατα, ένας από τους –μάλλον άτακτους– μαθητές του χρησιμοποίησε μια διατύπωση που δείχνει ότι πρέπει να πάμε ακόμα παραπέρα και να σκεφτούμε ότι οι υποκείμενοι στην εκμετάλλευση, μέσα από την πάλη τους, τείνουν όχι να συγκροτούνται αλλά, ακριβώς αντίθετα, να αποσυγκροτούνται ως τάξη, και ότι αυτή η αποσυγκρότηση δεν είναι –πάντα– ένδειξη ήττας και υποχώρησης, αλλά μπορεί να είναι ένδειξη αντίστασης και εξόδου.

Η πολιτική είναι αυτό που διακόπτει το παιχνίδι των κοινωνιολογικών ταυτοτήτων. Τον 19ο αιώνα, οι επαναστάτες εργάτες των οποίων τα γραπτά μελέτησα έλεγαν:
«Δεν είμαστε τάξη».
Οι αστοί τούς προσδιόριζαν ως μια επικίνδυνη τάξη. Αλλά γι’ αυτούς, ο ταξικός αγώνας ήταν ο αγώνας για να μην αποτελούν πλέον τάξη, ο αγώνας για να βγουν από την τάξη και από τη θέση που προέβλεπε γι’ αυτούς η υπάρχουσα τάξη πραγμάτων… (3)

Αν λοιπόν οι «δυνάμεις της εργασίας» δεν στέκονται στο ύψος τους, δεν έρχονται στο ραντεβού με τους επίδοξους στρατηγούς των επαναστατικών στρατευμάτων, ίσως πρέπει να σκεφτούμε ότι με αυτό τον τρόπο επιτυγχάνουν κάτι απλούστερο και βασικότερο: αποφεύγουν να συναντηθούν με τον αντίπαλο και να υπαχθούν στη δική του κωδικοποίηση και ταξινόμηση· παραμένουν διάχυτες και, γι’ αυτό, άτακτες, πάντα κάτι λιγότερο και κάτι περισσότερο από «τάξη».
 Ίσως επίσης αυτή η έξοδος και αυτή η λιποταξία να είναι όχι το αποτέλεσμα αλλά, ακριβώς αντίθετα, η αιτία της χρηματιστικής κρίσης. Πράγματι, με την πιο στενή έννοια του όρου, η κρίση αυτή προκλήθηκε από τη μεγάλη έκταση της χρέωσης, μεταξύ άλλων και της ιδιωτικής, και την αδυναμία αποπληρωμής στεγαστικών και άλλων δανείων. Το φαινόμενο αυτό μαρτυρεί ότι ο κόσμος δεν έχει κανένα πρόβλημα αρχής να προτιμήσει το δάνειο από το μισθό· με άλλα λόγια ότι η πρωταρχική επιθυμία των μισθωτών εργαζομένων είναι να πάψουν να είναι μισθωτοί εργαζόμενοι.
Όποιος βιαστεί να επικρίνει την επιθυμία αυτή ως «μικροαστικοποίηση» η οποία «ανοίγει το δρόμο στις ιδιωτικοποιήσεις», καλό θα είναι να σκεφτεί ότι ο μισθός αποτελεί την πιο κραυγαλέα μορφή ιδιωτικοποίησης, εφόσον δεν είναι τίποτε άλλο από την αγοραία τιμή τού κατεξοχήν καπιταλιστικού εμπορεύματος, της εργατικής δύναμης.

(1) Πρβλ. Χρήστου Λάσκου, «Τάξη εναντίον Τάξης» Αυγή, 07/03/2010.
(2) Ανδρέας Καρίτζης, «Με το χαμόγελο στα χείλη», Αυγή, 22/8/10.
(3) Jacques Rancière, «Le plaisir de la métamorphose politique», συνέντευξη (μαζί με την Judith Revel) στη Libération, 24 Μαΐου 2008.

ЖΟЖΟЖΟЖΟЖ

Τι μας λέει εδώ ο Άκης Γαβριηλίδης (ΑΓ); Πολλά και διάφορα. Ας τα βάλουμε σε μια σειρά, διατυπώνοντας παράλληλα και τις δικές μας σκέψεις.

Ι. Διαπιστώσεις

Η πρώτη διαπίστωσή του αφορά στην απογοήτευση μερίδων τής Αριστεράς και του αντιεξουσιαστικού χώρου για την υστέρηση των λαϊκών αντιδράσεων σε σύγκριση με τη διαρκώς αυξανόμενη ένταση της κοινωνικής λαίλαπας που έχει ξεσπάσει εδώ και ενάμισο χρόνο. Η δεύτερη, στον τρόπο με τον οποίο πολλοί από την Αριστερά προσπαθούν να υπερβούν αυτή την απογοήτευση, δηλαδή με την αυτοπαραμυθία τής επερχόμενης λαϊκής αφύπνισης, καθώς οι συνθήκες επιδεινώνονται γρήγορα και σταθερά. Σε γενικές γραμμές, αυτές οι διαπιστώσεις μας βρίσκουν σύμφωνους, με ένα-δυο προσθήκες όμως: Οι συνεχιζόμενες απεργίες —και όχι μόνο στον Δημόσιο τομέα— με κορυφαίο δείγμα τον ηρωικό αγώνα των εργατών της «Χαλυβουργίας» αυτές τις ημέρες, οι διάφορες επιμέρους οργανωμένες κινήσεις αντίδρασης, αλλά και η πλημμυρίδα στις πλατείες (ανεξάρτητα από το ποια ήταν φύση αυτής τής πλημμυρίδας και άσχετα με το γεγονός ότι τη διαδέχθηκε η άμπωτις), δείχνουν ότι, όσο κι αν δεν έγινε ακόμα η Μεγάλη Έκρηξη, τα μπαμ ακούγονται όλο και πιο καθαρά. Όσο για την απογοήτευση, θα λέγαμε ότι αυτή δεν περιορίζεται μόνο εκεί που την εντοπίζει ο ΑΓ, ούτε κυρίως εκεί. Είναι περισσότερο ευδιάκριτη στη μέχρι το 2009 ‘‘σιωπηλή πλειοψηφία’’, η οποία τώρα, καθώς βλέπει να πέφτει ο ουρανός και να την πλακώνει, και μη έχοντας μέχρι τότε στενότερη σχέση με το ‘‘άθλημα’’ της πολιτικής εκτός από αυτήν της εκλογικής διαδικασίας και νομίζοντας ότι η ταξική πολιτική είναι “piece of cake’’, λέει με μόλις συγκρατημένη θλίψη ανάμικτη με αγανάκτηση: «μα κι αυτός ο κόσμος, βρε παιδί μου, να μη λέει να ξυπνήσει;». (Ενίοτε, αυτό συμπληρώνεται και με την επωδό —τότε αυξάνεται κάπως και η αγανάκτηση: «κι αυτή η Αριστερά πια, [σημ. συντ.: η Αριστερά, με την οποία δεν ήθελα να έχω καμία σχέση] τι κάνει ήθελα να ’ξερα;…».[1])

ΙΙ. Προγνώσεις

Στην πραγματικότητα ο ΑΓ κάνει μία και μοναδική πρόγνωση: ότι καμία εργατική έκρηξη δεν θα συμβεί τον Οκτώβριο τού 2010 (αλλά, υπαινικτικά και με βάση το συνολικό πνεύμα τού άρθρου, ούτε τον επόμενο). Μαζί, διατυπώνει και τη δυσοίωνη σκέψη: «και αν επέλθει, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα είναι αντικαπιταλιστικός».
Εδώ, πέρα από τη μερική διάψευση των προβλέψεων, όπως γράψαμε παραπάνω —το παρακάμπτουμε ως δευτερεύον ζήτημα—, θα μπορούσε κανείς να παρατηρήσει το εξής ‘‘περίεργο’’. Ενώ ο ΑΓ στηλιτεύει τη χιλιαστική και ντετερμινιστική αντίληψη «δεν μπορεί, όπου να ’ναι θα γίνει το Μεγάλο Μπαμ!», στην πραγματικότητα ακολουθεί την αντιστρόφως ανάλογη λογική: «δεν μπορεί να γίνει το Μεγάλο Μπαμ!». Βεβαιότητα που, εν μέρει την ανατρέπει ο ίδιος αμέσως μετά, όταν αποδέχεται την ενδεχομενικότητα. ‘‘Περίεργη’’ όμως κι αυτή η ενδεχομενικότητα! Διότι ο ΑΓ την περιορίζει στη διάψευση και μόνο των όποιων ελπίδων για το δυνάμωμα του εργατικού κινήματος. Επιγραμματικά: αν οι ‘‘χιλιαστές’’ τής Αριστεράς μοιάζει να λένε «η Ιστορία είναι με το μέρος μας», ο Γαβριηλίδης μοιάζει να αποφαίνεται: «Όχι, η Ιστορία είναι εναντίον μας»!
Είναι έτσι; Αυτό υποστηρίζει; Όχι ακριβώς. Για να το δούμε, θα πρέπει να περάσουμε στην τρίτη και πιο ενδιαφέρουσα πλευρά τού άρθρου του.

ΙΙΙ. Ερμηνείες

Κατά τον ΑΓ ουδείς λόγος για ανησυχία συντρέχει, πόσω μάλλον για θρήνους και κοπετούς! Το εργατικό κίνημα είναι ήδη εδώ! Μόνο που δεν παρουσιάζεται με τη μορφή την οποία φαντασιώνονται κάποιοι αριστεροί μπετόβλακες, μεταξύ των οποίων —διατί να το κρύψωμεν άλλωστε;— και οι αφεντομουτσουνάρες μας. Παρουσιάζεται μη συγκροτημένο, διαχυμένο, διεσπαρμένο σε δίκτυα και παραδίκτυα και ροκανίζει το κεφαλαιοκρατικό σύστημα υπόγεια και σιωπηλά!
Μάλιστα (εδώ ο ΑΓ φορτσάρει δυνατά!), αυτή η μορφή που παίρνει, η μη ταξικά συγκροτημένη και επομένως μη οργανωμένη αναλόγως αντίδραση των εργαζομένων, δεν είναι αποτέλεσμα των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών που έχουν επικρατήσει στα χρόνια τού ανεξέλεγκτου καπιταλισμού, όχι. Κατά τον Γαβριηλίδη, είναι προϊόν ενός κάποιου μυστηριώδους είδους συλλογικής στρατηγικής επεξεργασίας, η οποία έχει οδηγήσει τους υποκείμενους στην εκμετάλλευση σε δυο βασικά συμπεράσματα:
1ον, ότι το καλύτερο που έχουν να κάνουν είναι να αποφύγουν να συναντηθούν με τους πολιτικά οργανωμένους συντρόφους τους (να βάλουν φωτιά στα γενικά επιτελεία, κατά τη διατύπωση των φίλων τής ΕΟΣ) και
2ον, πως και μόνο το γεγονός ότι θα συγκροτηθούν ως οργανωμένο ταξικό πολιτικό κίνημα είναι όχι ο αποτελεσματικότερος τρόπος να ανατρέψουν τις εκμεταλλευτικές καπιταλιστικές σχέσεις, αλλά, αντίθετα, ο πλέον αυτοκτονικός, αφού έτσι δεν θα καταφέρουν  άλλο από το να τις επιβεβαιώσουν, επικυρώνοντας και προσυπογράφοντας με το ίδιο τους το χέρι την ταξική τους ‘‘μοίρα’’! Κι αυτό, γιατί τότε, πάντα σύμφωνα με τον ΑΓ, θα δεχθούν την κατηγοριοποίηση των καπιταλιστών, σύμφωνα με την οποία είναι …«(εργατική) τάξη»!
Αν δεν είναι εργατική τάξη — συνειδητοποιημένη ή όχι, συγκροτημένη ή ‘‘χύμα’’, αδιάφορο, σύμφωνα δηλαδή με τον Ταξικό Δομικό Προσδιορισμό (Νίκος Πουλαντζάς)— τι είναι; Ο ΑΓ δεν μας δίνει σαφή απάντηση. Αλλά, για όσους έχουν διαβάσει μερικά γραφτά του, δεν είναι δύσκολο να την συνάγουν: είναι το νέο κοινωνικό υποκείμενο της ανατροπής τού καπιταλισμού, το Πλήθος!

IV. Τεκμηριώσεις

Θα περίμενε κανείς ότι ο Άκης Γαβριηλίδης, διαπρύσιος κήρυκας των θεωρητικών επεξεργασιών τών Νέγκρι και Χαρντ, θα προσέφευγε σε αυτούς για την τεκμηρίωση των ερμηνειών του. Κι όμως όχι. Καθόλου περιέργως, αλλά κάπως ‘‘πονηρά’’, προσπαθεί να πιαστεί λίγο από τον Αλτουσέρ[2] και κυρίως από τον Ρανσιέρ. Αν πριν φορτσάριζε, εδώ δίνει τα ρέστα του! Μόνο που τα δίνει έχοντας στο χέρι ένα κακόμοιρο …πενταράκι! Ξαναβάζουμε το απόσπασμα που παραθέτει (από παλαιότερη συνέντευξη του Ρανσιέρ, με αφορμή τα 40 χρόνια από τον Μάη τού ’68):

Η πολιτική είναι αυτό που διακόπτει το παιχνίδι των κοινωνιολογικών ταυτοτήτων. Τον 19ο αιώνα, οι επαναστάτες εργάτες των οποίων τα γραπτά μελέτησα έλεγαν:
«Δεν είμαστε τάξη».
Οι αστοί τούς προσδιόριζαν ως μια επικίνδυνη τάξη. Αλλά γι’ αυτούς, ο ταξικός αγώνας ήταν ο αγώνας για να μην αποτελούν πλέον τάξη, ο αγώνας για να βγουν από την τάξη και από τη θέση που προέβλεπε γι’ αυτούς η υπάρχουσα τάξη πραγμάτων

Τι από αυτά που λέει ο ‘‘δύστυχος’’ Ρανσιέρ —και τα συμφραζόμενά τους— στηρίζει τις απόψεις τού Γαβριηλίδη; Τι-πο-τε!
Τις επιβεβαιώνει μήπως η επισήμανση του Ρανσιέρ ότι «η πολιτική διακόπτει το παιχνίδι των κοινωνιολογικών ταυτοτήτων»; Ας γελάσουμε! Η γκιλοτίνα που διέκοψε τα κεφάλια των ευγενών στη Γαλλία του 18ου αιώνα δεν είχε ως κινητήρια δύναμη την πολιτική;
Ή μήπως επιβεβαιώνει τις απόψεις τού ΑΓ υπέρ της αταξίας και της μη συγκρότησης του εργατικού κινήματος το συμπέρασμα του Ρανσιέρ για τους επαναστατημένους εργάτες «ο ταξικός αγώνας ήταν ο αγώνας για να μην αποτελούν πλέον τάξη, ο αγώνας για να βγουν από την τάξη και από τη θέση που προέβλεπε γι’ αυτούς η υπάρχουσα τάξη πραγμάτων…»; Μα εδώ μιλάμε για την αλφαβήτα τής διαλεκτικής: Πολεμάς ως τάξη για να καταργήσεις την τάξη σου —και όλες τις άλλες! Τι διάολο! Είναι δυνατόν να μη τα αντιλαμβάνεται αυτά ο Γαβριηλίδης;

V. Φωτιά στα τόπια!

Αν ο ΑΓ στην αρχή φορτσάρισε και μετά έπαιξε τα ρέστα του, για το τέλος μάς επιφυλάσσει μια φαντασμαγορική έκρηξη (στην οποία, φοβόμαστε, ‘‘εξαερώνεται’’ κι ο ίδιος!). Διότι καταθέτει την άποψη ότι η καταφυγή των εργαζομένων στον ιδιωτικό τραπεζικό δανεισμό για να καλύψουν τις υλικές ανάγκες τους[3] είναι σαφής ένδειξη πως η πρωταρχική τους επιθυμία είναι να πάψουν να είναι …μισθωτοί!!! Δεν είναι να βάλουν ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι τους! Δεν είναι να αλλάξουν το σαραβαλάκι τους που το έχουν από φοιτητές ενώ τώρα έχουν κι ένα κουτσούβελο! Δεν είναι να στήσουν (έστω: να ψευτοστήσουν!) το δικό τους σπίτι όταν παντρευτούν! Δεν είναι για να κάνουν διακοπές μια φορά σαν άνθρωποι! Τέλος: Δεν είναι καν για να ‘‘εξοφλήσουν’’ ένα παλαιότερο δάνειο που τους πνίγει εδώ και τώρα! Όχι! Τίποτε από όλα αυτά δεν επιθυμούν οι στερημένοι εργαζόμενοι, κατά τη γνώμη του ΑΓ. Επιθυμούν να μην είναι μισθωτοί! Τι να πούμε; Ότι στην προσπάθειά του να αποφύγει τον ‘‘χυδαίο υλισμό’’ και ‘‘οικονομισμό’’ των ‘‘οπισθοδρομικών’’ που επιμένουν να κάνουν λόγο για αποστέρηση των μέσων αξιοπρεπούς διαβίωσης, ξέπεσε στον πιο κωμικό ιδεαλισμό; Ας πούμε αυτό…

Επίλογος

Για να τα λέμε όλα, ο Γαβριηλίδης δεν είναι ο μόνος διανοούμενος της ευρύτερης (εν προκειμένω, πολύ ευρύτερης!) Αριστεράς που επιχειρεί να βγάλει λαγούς από το καπέλο του, καταλήγοντας κάπου μεταξύ τής Ανδρομέδας και του Ωρίωνα (χωρίς καπέλο). Είναι όμως από τους επιφανείς. Αλλά δεν είναι αυτό το σημαντικότερο, ούτε γράψαμε αυτό το σημείωμα γι’ αυτόν το λόγο —εξ άλλου, δεν έχουμε και τίποτε το προσωπικό μαζί του. Ο λόγος ύπαρξης τού παρόντος post είναι άλλος.
Έχουν ξεπεράσει το λογικό όριο τα ‘‘κηρύγματα’’ εναντίον τής οργανωμένης και συντεταγμένης ταξικής πάλης και υπέρ τής αυθόρμητης και ‘‘αυτόνομης’’ δράσης του «ενικώς πολλαπλού»,[4] «συμπαγώς καθολικού»[4] και «αφηρημένα δραστήριου»[4] πλήθους. Για μας, αυτά τα κηρύγματα αταξίας ισοδυναμούν με μια εξαιρετική συνταγή για τη διατήρηση της παρούσας τάξης πραγμάτων. Συνεπώς, ως ένα τέτοιο κήρυγμα, αυτό το περσινό άρθρο τού ΑΓ μπήκε πρωτίστως στη short list μας.
Αν ήρθε και πρώτο, ε, αυτό είναι δευτερεύον και οφείλεται στον Λένιν και τη θεωρία του περί αδύναμου κρίκου…


[1] Αυτό, βέβαια, το λέμε κι εμείς. Αλλά πώς το λέμε…
[2] Υπενθυμίζει en passant τη θέση τού Αλτουσέρ ότι οι κοινωνικές τάξεις συγκροτούνται μέσα από τις σχέσεις τους με τις άλλες, μέσα δηλαδή από την ταξική πάλη. Μα αυτό εξηγεί τη συγκρότησή τους και αντιβαίνει προς τις απόψεις τού ΑΓ, ο οποίος, λίγο παρακάτω στο άρθρο, παρατηρεί με ικανοποίηση την αποσυγκρότηση των εργαζομένων ως τάξης! Τι νόημα έχει να αναφέρεται στη συγκεκριμένη θέση τού Αλτουσέρ;
[3] Μέσα σ’ αυτές τις ανάγκες, εμείς συμπεριλαμβάνουμε και εκείνες τις επινοημένες και επίπλαστες που η κυρίαρχη ιδεολογία γενικά, και ειδικότερα οι προπαγανδιστικοί εμπορικοί ιδεολογικοί μηχανισμοί (Μάρκετινγκ και Διαφήμιση), φροντίζουν να ενσταλάζουν στα μυαλά των ανθρώπων —χωρίς να παραγνωρίζουμε βέβαια και τις αναμφισβήτητες ατομικές ευθύνες τών ‘‘θυμάτων’’…
[4] Διατυπώσεις τών Χαρντ και Νέγκρι.


Η εικόνα, από το elanaspantry.com