Παρασκευή, 9 Απριλίου 2010

Μπορεί να αναστηθεί η Αριστερά; 10 βασικές προϋποθέσεις.


Μέρες αναστάσιμες που ’ναι, ας μιλήσουμε για την Ανάσταση της Αριστεράς. Αυτό είναι πιθανό να κάνει τον φίλο αναγνώστη Μανώλη Κ. από τα Πατήσια να μας ξεγράψει οριστικά, χωρίς αυτή τη φορά να μπει στον κόπο να μας το πει καν. Θα το διακινδυνεύσουμε παρ’ όλο που λίγα πράγματα είναι χειρότερα για ένα αριστερό blog από το να χάνει οριστικά έναν αναγνώστη· έστω και έναν αναγνώστη! Ιδίως όταν ανήκει στη γενιά μας, αυτή τη χαμένη (προς το παρόν;) γενιά για την Αριστερά. Θα το διακινδυνεύσουμε, όχι επειδή αδιαφορούμε για την ανάγκη του, αλλά επειδή θεωρούμε κρίσιμο να καταλάβει πως όσο αλήθεια είναι ότι για να προσελκύσει η Αριστερά τους εργαζόμενους που σήμερα ωθούνται βάναυσα ακόμα πιο κάτω στην κοινωνική σκάλα πρέπει να ασχοληθεί με τα προβλήματά τους, άλλο τόσο είναι αλήθεια ότι για να το κάνει αυτό αποτελεσματικά —δηλαδή με όρους πολιτικής και όχι «ανθρωπισμού» γενικά, αόριστα και βολικά— πρέπει να ασχοληθεί και με τα δικά της αδύνατα σημεία, μειώνοντας ή και εξαλείφοντας τα πιο κρίσιμα. Γιατί η Αριστερά ούτε μπορεί ούτε πρέπει να ταυτιστεί με το συνδικαλιστικό κίνημα περιοριζόμενη στα όριά που αυτό έχει κι απ’ την άλλη είναι παράλογο, για να μη πούμε κωμικό, να αρκείται στο να συμπεριλαμβάνεται στον κατάλογο των κομμάτων που υποβάλλεται κάθε φορά στον Άρειο Πάγο, λίγες μέρες πριν τις κοινοβουλευτικές εκλογές για να ελέγξει το νομότυπο της συμμετοχής τους. Η Αριστερά, τουλάχιστον όπως το καταλαβαίνουμε εμείς, δεν έχει άλλο λόγο ύπαρξης εκτός από το ωθήσει τα πράγματα μέχρι τη ριζική κοινωνική αλλαγή. Κι αυτό κάνει μια μικρή-τεράστια διαφορά με οποιαδήποτε άλλη πολιτική δύναμη, διαφορά που την υποχρεώνει να μην ξεχνά —κατά τη μεταφορική αλλά εύστοχη διατύπωση του Ρεζίς Ντεμπρέ[1]— ότι στην πολιτική πρέπει να ονειρεύεσαι μεγάλες λεωφόρους για να μπορείς να κάνεις μικρά βήματα. Ή, μ’ άλλα λόγια —για να κάνουμε κι εμείς τη μεταφορά μας, αφού η διατύπωση του Ρεζίς μας έκανε να «ζηλέψουμε»— πρέπει η Αριστερά να θεωρεί σταθερή της επιδίωξη το να μοιάσει στους μεγάλους επιτελικούς παίκτες ποδοσφαίρου οι οποίοι, ακόμα και στριμωγμένοι από τους αντιπάλους τους στη γωνία του κόρνερ, δεν παραλείπουν ποτέ να σηκώνουν το κεφάλι τους από τη μπάλα για να δουν όλο το γήπεδο…

Με αυτές τις σκέψεις λοιπόν στο μυαλό μας και όσο αυτό μας επιτρέπει, προσπαθήσαμε να καταγράψουμε συνοπτικά τις βασικές προϋποθέσεις που για μας είναι απαραίτητες για την Ανάσταση[2] της Αριστεράς στην Ελλάδα —αν και μερικές νομίζουμε ότι έχουν γενικότερη σημασία.

Ι. Να συνειδητοποιήσει ότι βρίσκεται στον …τάφο!

Ας γίνουμε πιο μετριοπαθείς και ακριβείς: βρίσκεται στο χείλος του τάφου. Βέβαια, για να τα λέμε όλα, αυτό μπορεί να ειπωθεί για την Ελλάδα, άντε και την Πορτογαλία, τη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ολλανδία. Σε μια σειρά από χώρες —της Ευρώπης για να μη πάμε παραπέρα— με πρώτη και καλύτερη την Ιταλία, βρίσκεται όντως στον τάφο. (Ποιά;! Την Ιταλία! Την πάλαι ποτέ ένδοξη Ιταλία με το μαζικότερο Κομμουνιστικό Κόμμα!...).

Τι εννοούμε όταν λέμε ότι βρίσκεται «στο χείλος του τάφου»; Εννοούμε, κοντολογίς, ότι δεν αρέσει και, πολύ περισσότερο, δεν γοητεύει πια τον πολύ κόσμο —ο κόσμος, τα μεγάλα πλήθη δεν είναι αυτό που δίνει νόημα ύπαρξης στην Αριστερά; Αυτό οφείλεται σε πολλούς λόγους[3] που η Αριστερά πρέπει όχι μόνο να εντοπίσει (αυτό το έχει κάνει σε ικανοποιητικό βαθμό), αλλά και να μελετήσει εξονυχιστικά. Πράγμα που αποκλείει εξ ορισμού τη σπασμωδικότητα και τις «προφανείς» λύσεις, είτε των «στοχαστικών προσαρμογών», είτε των «επαναστατικών εγερτηρίων σαλπισμάτων».

ΙΙ. Να ορίσει τον εαυτό της

Αυτό θα ακουστεί, ίσως, σαν αφόρητη κοινοτοπία: «Φτιάξατε blog για να αραδιάζετε τέτοιες “σοφίες”; Αυτά τα ξέρει κι η κουτσή Μαρία!».

Καλή η ατάκα, αλλά, δυστυχώς, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Σε μια χώρα όπου τρομάζεις να συναντήσεις μη …αριστερούς, όπου ακόμα και ζωντανά προπύργια του φιλελευθερισμού (οικονομικού πρώτα και κύρια) σαν τον Νίκο Δήμου πλέκουν το εγκώμιο των αναρχικών(!), αλλά, διόλου παραδόξως, η Αριστερά αποδεικνύεται, αν όχι αισχρή πάντως ασθενέστατη μειοψηφία στις εγκυρότερες δημοσκοπήσεις, δηλαδή στις εκάστοτε εκλογές, είναι φανερό ότι η ραγδαία μετά το 1989 αποϊδεολογικοποίηση της Αριστεράς αντί να οδηγήσει στην προσδοκώμενη πολυσυλλεκτική ενδυνάμωσή της, συνετέλεσε σε μια απέραντη σύγχυση που εξαφανίζει στην ουσία την Αριστερά, όχι μέσω της καταστολής, αλλά μέσω της καρικατουρίστικης διάχυσής της σε όλους τους κοινωνικούς χώρους. Σε μία τέτοια κατάσταση όπου αποδεικνύεται ότι δεν είσαι πλέον διακριτός, επειδή πάρα πολλοί έχουν φορέσει μεν το πρόσωπό σου, αλλά μόνο ως προσωπείο, μετατρέποντας έτσι τον στίβο της πολιτικής σε ένα χορό μεταμφιεσμένων, το να ορίσεις ποιος είσαι είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα απλό ζήτημα «τάξεως»: είναι υπαρξιακό.

ΙΙΙ. Να βαδίσει μαζί

«Να βαδίσει»!... Δεν διαλέξαμε την έκφραση τυχαία. Το θέαμα των χωριστών διαδηλώσεων της Αριστεράς έχει ξεπεράσει ακόμα και το τελευταίο και πιο ελαστικό όριο της σοβαρότητας και έχει μπει για τα καλά στην περιοχή της μπουρλέσκ κωμωδίας. (Από μια άποψη είμαστε τυχεροί που δεν έχουμε πέσει ακόμα στο στόμα του Τράγκα, ειδικά γι’ αυτό το φαινόμενο). Και βέβαια συμβολίζει με τον πιο εύγλωττο τρόπο τη θλιβερή και εξοργιστική πια μυωπία της Αριστεράς με την οποία αυτή αντιμετωπίζει(;) το κατεπείγον ζήτημα του συντονισμού της στο πεδίο, κατ’ αρχήν, της δράσης, έστω και της ελάχιστης[4] όπως είναι η κοινή συμπόρευση σε μια διαδήλωση.

Εδώ, για να τα λέμε όλα, πρωταθλητής αναδεικνύεται το ΚΚΕ. (Φυσικά, δεν λείπουν ποτέ και τα εκκολαπτόμενα νέα ταλέντα που αποτελούν την καλύτερη εγγύηση για το λαμπρό μέλλον του «αθλήματος»…). Μια και συχνά στις διαδηλώσεις του εμφανίζονται ελληνικές σημαίες, θα θέλαμε να του θυμίσουμε δύο στροφές από τον «Ύμνο εις την Ελευθερίαν» του Σολωμού (είναι εύκολο να κάνει τις αντικαταστάσεις στα καθ’ ημάς):

146
»Ἀπὸ στόμα ὅπου φθονάει,
παλικάρια, ἂς μὴν ’πωθῇ,
πῶς τὸ χέρι σας κτυπάει
τοῦ ἀδελφοῦ τὴν κεφαλή.

147
»Μὴν εἰποῦν στὸ στοχασμό τους
τὰ ξένα ἔθνη ἀληθινά:
«Ἐὰν μισοῦνται ἀνάμεσό τους,
δὲν τοὺς πρέπει ἐλευθεριά».


ΙV. Να επεξεργαστεί ένα νέο Ιστορικό Συμβιβασμό

Φαίνεται να μη το έχει αντιληφθεί η Αριστερά, ή, για να ακριβολογήσουμε, ένα σημαντικό κομμάτι της: Ένα φάντασμα πλανιέται στη χώρα (κι όχι μόνο). Το φάντασμα ενός νέου εθνικού ζητήματος που εμφανίζεται με τις ποικίλες μορφές και χρώματα των κολασμένων της γης, των μεταναστών. Το μεταναστευτικό λοιπόν αποτελεί το νέο εθνικό ζήτημα των καιρών μας που, κοντόφθαλμα βλέποντας ίσως τα πράγματα, νομίζαμε ότι ανήκε στο παρελθόν. Και η Ιστορία έχει δείξει πως όταν τα ζητήματα που σχετίζονται με τις συλλογικότητες οι οποίες αντιστοιχούν στην τοπικότητα του κράτους-έθνους μπαίνουν ψηλά στην ατζέντα της καθημερινής πολιτικής, τα ζητήματα που έχουν να κάνουν με τις ταξικές πλευρές της μπαίνουν χαμηλά και συνήθως δεν συζητιούνται μια και σχεδόν πάντα ο χρόνος είναι περιορισμένος…

Αυτό καθιστά κατεπείγουσα ανάγκη την αντιμετώπιση του προβλήματος πράγμα που έχει γίνει καθολικά αντιληπτό εκ μέρους της Αριστεράς. Μόνο που οι όποιες στρατηγικές έχει ακολουθήσει μέχρι τώρα αποδεικνύονται ατελέσφορες για να ανακόψουν το ρεύμα ανησυχίας το οποίο καταλήγει σε όχι αμελητέο βαθμό να τροφοδοτεί κόμματα σαν το ΛΑΟΣ ή οργανώσεις σαν τη Χρυσή Αυγή…

Αισθανόμαστε ότι εδώ απαιτείται ένας Ιστορικός Συμβιβασμός. Ένας συμβιβασμός μεταξύ της ύψιστης για την Αριστερά αρχής της Ισότητας και της πάση θυσία επιδίωξης να μην απομονωθεί από τις μεγάλες πλειοψηφίες που της είναι απαραίτητες για το δικό της σχέδιο. Πράγμα που, για τους ακριβώς αντίστροφους σκοπούς, φαίνεται να έχει αντιληφθεί πολύ καθαρά ο Καρατζαφέρης —και μάλιστα, παρά το ότι οι δικές του φιλοδοξίες είναι πολύ μικρότερες από τη ριζική έως και επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας προς όφελος των πολλών…

V. Να ξαναγίνει περισσότερο ταξική και λιγότερο πολιτισμική[5]

Η ανάδυση κατά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες της πολυταυτοτικής πλευράς της ανθρώπινης συγκρότησης, στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες τουλάχιστον, έχει εμπλέξει μοιραία —και σωστά— και την Αριστερά στη σχετική συζήτηση. Μας φαίνεται όμως ότι όχι μόνο την έχει εμπλέξει, αλλά και την έχει …μπλέξει. Καταλήγουμε να πιστεύουμε ότι αυτό συμβαίνει —όπου και στην έκταση που συμβαίνει— επειδή κάπου στη διαδρομή όλων αυτών των διερευνήσεων ξεχάστηκε ότι εκείνο που παρεμβαίνει αποφασιστικά σε τελική ανάλυση στη συγκρότηση των υποκειμένων είναι το στοιχείο της ταξικής θέσης η οποία, με τη σειρά της, μας φέρνει μπροστά στο «μπανάλ» πρόβλημα των παραγωγικών σχέσεων. (Αξίζει να θυμίσουμε εδώ σε όσους το λησμονούν ότι, «συμπτωματικά», η πρωταρχική αριστερή Υπόσχεση «τυχαίνει» να είναι η απελευθέρωση από τα δεσμά των παραγωγικών σχέσεων του καπιταλισμού, δεσμά των οποίων η σκληρότητα συναρτάται με τον καταμερισμό της εργασίας…).

Αυτή η παράλειψη οδήγησε στην εγκατάλειψη των προτεραιοτήτων με αποτέλεσμα η κοινωνική (ταξική) ταυτότητα που προκύπτει αντικειμενικά (αλλά πρέπει να συνειδητοποιηθεί υποκειμενικά) από τη θέση την οποία καταλαμβάνει κάποιος στην καπιταλιστική παραγωγική μηχανή, να είναι απλώς μια από τις ταυτότητες που έχει στη διάθεσή του για να επιλέξει. Έτσι όμως το πράγμα μπορεί να καταλήξει άσχημα· λόγου χάρη, κάπως έτσι:

«Τι είστε εσείς;». «Εγώ είμαι κομμουνιστής». «Α, χάρηκα πολύ! Εγώ είμαι gay. Κι έχω κι έναν ξάδερφο που είναι φόλα Ολυμπιακός!»…

VΙ. Να υπερβεί το Μεγάλο Σχίσμα του 1914

Έχει περάσει σχεδόν ένας αιώνας από τη διάσπαση της ενιαίας Σοσιαλδημοκρατίας που οριστικοποίησε ο Μεγάλος Πόλεμος του 1914 και σφράγισε η ίδρυση της 3ης Διεθνούς το 1919. Στις δεκαετίες που πέρασαν τα γεγονότα απέδειξαν αδιάσειστα ότι τα σχέδια και των δύο πτερύγων απέτυχαν, αν και, βέβαια, για διαφορετικής βαρύτητας λόγους το καθένα. Το μεν κομμουνιστικό γιατί απέτυχε να θεμελιώσει ένα βιώσιμο καθεστώς ισότητας, το δε σοσιαλδημοκρατικό επειδή ενσωματώθηκε στο καπιταλιστικό σύστημα ως, απλώς, η αριστερή πτέρυγά του.

Εμάς, αυτά τα ερείπια της Ιστορίας μάς φαίνονται σχεδόν ειδυλλιακό μέρος για ένα νέο ραντεβού. Όχι υποχρεωτικά με σκοπό την ένωσή τους «εις σάρκαν μίαν». Αλλά με σκοπό, κατ’ αρχήν, την αναχαίτιση της πορείας που οδηγεί την τάξη των εργαζομένων στην κατάσταση στην οποία βρισκόντουσαν τον 19ο αιώνα!

Ποιος έχει την κύρια ευθύνη να ορίσει αυτό το ραντεβού; Εμείς νομίζουμε η Αριστερά[6]. Γιατί, παρά την απώλεια σε μεγάλο βαθμό του ηθικού της πλεονεκτήματος, εξακολουθεί να απολαμβάνει ακόμα κάτι από τη δόξα της τραγικότητας του Ίκαρου που «αφ’ υψηλά όμως έπεσε» —για να θυμηθούμε και τον Κάλβο— σε σύγκριση με αυτόν που δεν προσπάθησε ποτέ. Κι ακόμα, γιατί, αν και ηττημένη και ταπεινωμένη, είναι σε καλύτερη κατάσταση από τους απελπισμένους οπαδούς του ΠΑΣΟΚ οι οποίοι βλέπουν σήμερα εμβρόντητοι το διαλυμένο στην ουσία εδώ και χρόνια κόμμα τους να εφαρμόζει ξεδιάντροπα, παρά τις προεκλογικές του εξαγγελίες, μερικά από τα σκληρότερα για τους εργαζόμενους μέτρα που υιοθετήθηκαν ποτέ σε χώρα της δυτικής Ευρώπης.

VII. Να αντιμετωπίσει —επιτέλους!— το παρελθόν της

Φαινομενικά αυτό έχει συμβεί. Στα είκοσι περίπου χρόνια που πέρασαν από την κατάρρευση των σοσιαλιστικών καθεστώτων του 20ου αιώνα, αμέτρητα άρθρα στον αριστερό τύπο, κάμποσα βιβλία και δοκίμια —χωρίς να λογαριάσουμε την πλούσια ξένη βιβλιογραφία— και χιλιάδες επί χιλιάδων ώρες συζητήσεων έχουν αφιερωθεί στα γιατί και τα πώς του «απωλεσθέντα παραδείσου» . Συμβολικό αποκορύφωμα αυτού του ενδιαφέροντος αποτέλεσε το περσινό συνέδριο του ΚΚΕ, όπου η αποτίμηση του σοσιαλισμού όπως αυτός εφαρμόστηκε στη Σοβιετική Ένωση και τις άλλες σοσιαλιστικές χώρες ήταν ξεχωριστό θέμα με ιδιαίτερες εισηγητικές Θέσεις· το ζήτημα απασχόλησε έντονα τα μέλη και τους οπαδούς του και μάλλον κυριάρχησε.

Κι όμως, παρά την πολυετή μελέτη του ιστορικού παρελθόντος η εντύπωση που σχηματίζεται σε πολλούς κι ανάμεσα σ’ αυτούς και σ’ εμάς είναι ότι η Αριστερά αρνείται να περάσει «μέσα από το τζάμι» προτιμώντας τη βολική στάση της απώθησης[7]. Όπου η απώθηση αυτή υλοποιείται είτε με την υποσημείωση ότι «έγιναν και μερικά λάθη, τι να κάνουμε τώρα;», είτε με τον καταλογισμό και την αναγωγή όλων των αμαρτιών στον «Μεγάλο (αποδιοπομπαίο) Τράγο» και το σύστημα που έθεσε σε λειτουργία.

Ελάχιστα πειστικές στάσεις και οι δύο. Τουλάχιστον από τη στιγμή που η μη επανάληψη αυτών των «μερικών λαθών» αφήνεται στην καλή θέληση των ανθρώπων και, απ’ την άλλη, όσο εξακολουθούν να ζουν και να βασιλεύουν εντός των αριστερών «δημοκρατών» (και όχι μόνο βέβαια) διάφοροι «τράγοι», αν και όχι τόσο μεγάλου μεγέθους…

VIIΙ. Να επανεξετάσει τους τρόπους τής πολιτικής της οργάνωσης

Απ’ όσο είμαστε σε θέση να ξέρουμε, δύο είναι τα μοντέλα που η κομματικά ή σε επίπεδο οργάνωσης συγκροτημένη Αριστερά ακολουθεί κατά πλειοψηφία: Το λενινιστικό του κόμματος νέου τύπου (ή ‘τριτοδιεθνιστικό’ κατ’ άλλη διατύπωση) και το, ας το πούμε, ανοιχτό. Στο πρώτο, τα κύρια χαρακτηριστικά είναι η «αυστηρή» αδειοδότηση προκειμένου να ενταχθεί κάποιος ως μέλος, η πειθαρχία μέσω του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού που επιβάλλει την εκτέλεση των εντολών ανεξαρτήτως προσωπικής διαφωνίας και την ενιαία έκφραση «προς τα έξω», καθώς και η πίστη στην ιεραρχία μέχρις αποδείξεως του εναντίου, μέχρι δηλαδή η νέα ιεραρχία να αναδείξει τα λάθη της παλιάς. Στο δεύτερο, έχουμε την ουσιαστική ανυπαρξία προϋποθέσεων ένταξης, την ανοιχτή έκφραση των διαφωνιών και την ύπαρξη τάσεων, καθώς και την εκπλήρωση των όποιων κομματικών υποχρεώσεων σε προαιρετική τελικά βάση και μόνο.

Η προϊούσα εξατομίκευση (δεν μπορεί να εξεταστεί φυσικά εδώ ως ποιο σημείο αυτή οφείλεται στις συνθήκες λειτουργίας του σύγχρονου καπιταλισμού και από ποιο σημείο και μετά πρέπει να τη χαιρετίσουμε ως ένδειξη χειραφέτησης) έχει καταστήσει το τριτοδιεθνιστικό μοντέλο αναντίστοιχο με τις διαθέσεις των ανθρώπων. Η απάντηση όμως από την άλλη δεν μπορεί να είναι το κόμμα-καρικατούρα[8], το κόμμα-λέσχη ανταλλαγής απόψεων οι οποίες μετά από ατέρμονες συζητήσεις καταλήγουν κάποτε σε ψηφοφορία την οποία ουδείς λαμβάνει υπ’ όψη του, αν την έχει χάσει!

Κάπου ανάμεσα βρίσκεται το κλειδί. ‘Ανάμεσα’, με την αριστοτελική έννοια της μεσότητας κι όχι βέβαια με τη λογική του ‘μέσου όρου’. Δεν είμαστε και πολύ αισιόδοξοι ότι επίκειται η εύρεσή του: Οι μεν οπαδοί της πρώτης εκδοχής αρνούνται την ανάγκη επανεξέτασης, οι δε της δεύτερης αρκούνται στην προθυμία για κάτι τέτοιο, χωρίς όμως να βρίσκουν και υποχρεωτικό οι διαρκείς συζητήσεις που προκύπτουν να καταλήξουν κάποια στιγμή σε κάποιο πόρισμα…

IX. Να ξαναανακαλύψει ότι η ελληνική γλώσσα δεν έχει μόνο αφηρημένα ουσιαστικά ή αρνητικά επιρρήματα…

Όσο περνάει ο καιρός και με αποκορύφωμα την οικονομική κρίση γίνεται όλο και πιο φανερό: δεν αρκεί η άρνηση για να συσπειρώσεις τον κρίσιμο αριθμό ανθρώπων που είναι απαραίτητος αν θέλεις να επηρεάσεις τις πολιτικές εξελίξεις.

Ξέρουμε, υπάρχουν πολλοί μέσα στην Αριστερά που βγάζουν ατμούς και μόνο στο άκουσμα της ιδέας των συγκεκριμένων και θετικών προτάσεων ταυτίζοντάς τις με διαχειριστικές λογικές «βελτίωσης του συστήματος». Φυσικά δεν μιλάμε για κάτι τέτοιο[9].

Ούτε πάλι μιλάμε μόνο για προτάσεις που περιορίζονται στη διεκδίκηση του «συγκεκριμένου και μικρού —αλλά μεγαλύτερης συμβολικής σημασίας»[10], χωρίς αυτό να σημαίνει βέβαια ότι τις περιφρονούμε.

Μιλάμε για προτάσεις επεξεργασμένες και εφικτές (αν και όχι εύκολες ή «αναίμακτες») οι οποίες να εστιάζονται κατ’ αρχήν σε στρατηγικές απεμπλοκής της Ελλάδας από τη δίνη της οικονομικής θύελλας που οδηγεί τους εργαζόμενους στον πάτο. Ιδέες ακούγονται. Προτάσεις όμως πολιτικά επικυρωμένες δεν διατυπώνονται. Κι όσο η Αριστερά αρκείται να αναπαράγει το «όχι» που έτσι κι αλλιώς φωνάζουν οι εργαζόμενοι και δεν προχωρά στο «όχι έτσι, αλλά έτσι», στην ουσία αποποιείται τον πολιτικό της ρόλο και αυτοακυρώνεται. Ο κόσμος φυσικά και ικανοποιείται όταν στέκεσαι δίπλα του. Για να σε ακολουθήσει όμως, πρέπει να του δείξεις και κάποιο δρόμο…

X. Να εμπνεύσει πάλι τη νεολαία

Ακόμα και στις πιο «κόκκινες» συγκεντρώσεις, ένα άλλο χρώμα βλέπουμε εμείς να κυριαρχεί: αυτό των γκρίζων μαλλιών! Βιολογικά, η Αριστερά δεν βρίσκεται στο χείλος του τάφου· δεν βρίσκεται ούτε καν στον τάφο ακόμα. Έχει γίνει ήδη η εκταφή των οστών της! Πώς μπορεί να ανακοπεί αυτό;

Χοντρικά και κάπως σχηματικά, δύο προσεγγίσεις ξεχωρίζουν. Η μια έχει ως μέλημά της την πειθάρχηση της νεολαίας εντός των ορίων της κομματικής στράτευσης ή, πιο «πλατιά», τη διαπαιδαγώγησή της σύμφωνα με τις «αρχές και τις αξίες της Αριστεράς» που όμως ο «σκληρός δίσκος» της νεολαίας δεν αναγνωρίζει πια (για ένα μέρος της Αριστεράς φαίνεται ότι ο χρόνος δεν έχει μετακινηθεί από τον Ιούλιο του 1974…). Η άλλη καταφεύγει στην άκριτη υιοθέτηση των εξεγερσιακών και ανατρεπτικών διαθέσεων που είναι σύμφυτες με την ψυχολογία των νέων πιστεύοντας ότι αυτή η συμπαράταξη και η «προστασία» αρκεί για την πολιτική συνειδητοποίησή της.

Νομίζουμε ότι αυτοί οι δρόμοι είναι αδιέξοδοι. Ο πρώτος, καταλήγει συχνά σε πνευματικό ευνουχισμό. Κι ο δεύτερος στην καλλιέργεια ψευδαισθήσεων ότι η αυθόρμητη κινηματική εναντίωση αρκεί για την κατεδάφιση του συστήματος.

Φοβόμαστε ότι το εγχείρημα του προσεταιρισμού νέων —της γενιάς μας, αλλά και μικρότερων— από την Αριστερά παρουσιάζει πολύ μεγαλύτερες δυσκολίες. Και μας φαίνεται ότι το κλειδί αυτή τη φορά βρίσκεται στη συνειδητοποίηση εκ μέρους της πως η εμπειρία της κοινωνικής πραγματικότητας που βιώνουν δεν αρκούν για να μετατραπούν αυτομάτως σε πολιτική και αριστερή ένταξη. Για χρόνια η Αριστερά έριξε το βάρος της στην «πρακτικίστικη» εκδοχή του να κάνει πολιτική. Καιρός να ξαναθυμηθεί ότι χωρίς θεωρία για ρήξεις δεν μπορεί να υπάρξει ρήξη παρά μόνο ως «παιχνίδι»…

Επίλογος

Είναι φανερό πως η όποια αξία έχει το σημερινό σημείωμα περιορίζεται κατ’ ουσία στην απογραφή κάποιων σημαντικών προβλημάτων σύμφωνα με τη δική μας οπτική γωνία. Από αυτή την άποψη, η αξία της είναι μικρή. Αν όμως διευκολύνει έστω και κατ’ ελάχιστο τη συλλογική επεξεργασία ιδεών που θα έβγαζαν την ελληνική Αριστερά από το κοινωνικό περιθώριο, θα είναι για μας μια μικρή (μεγάλη) παρηγοριά.

Να κλείσουμε έτσι όπως αρχίσαμε: με τον φίλο Μανώλη Κ. από τα Πατήσια.

Στο
σχόλιό του μας προειδοποιούσε: «Αν ποτέ επιστρέψετε με προσέγγιση των προβλημάτων που αντιμετωπίζουμε, ειδικά εμείς οι νέοι εργαζόμενοι, τότε θα επιστρέψω κι εγώ…».

Ελπίζοντας πως διαβάζει αυτές τις γραμμές και χωρίς να παραβλέπουμε τη σημασία της κριτικής του, θέλουμε να του πούμε:

Τα προβλήματα είναι από χρόνια γνωστά. Τώρα χειροτερεύουν και θα χειροτερέψουν ακόμα. Σε ατομικό επίπεδο πάντα υπάρχουν λύσεις, όπως πάντα υπάρχουν κάποιοι που κερδίζουν στο Τζόκερ ή στα λαχεία. Συλλογικές λύσεις όμως μπορούν να υπάρξουν μόνο μέσα από τη συλλογική δράση υπέρ των συμφερόντων των εργαζομένων, πράγμα που, για όσους έχουν χρόνια μπροστά τους, όπως η γενιά μας, αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία.

Η χαρά μας στο ενδεχόμενο να συμμετέχει σ’ αυτή τη συλλογική δράση μετριάζει τη λύπη μας για το ενδεχόμενο να μην επιστρέψει ποτέ στο blog μας…



[1] Γάλλος φιλόσοφος (1940) με ένοπλη επαναστατική δράση για πολλά χρόνια στο πλευρό του Τσε Γκεβάρα. Συνελήφθη από τις αρχές της Βολιβίας στα μέσα της δεκαετίας του ’60 και καταδικάστηκε σε τριάντα χρόνια φυλακή. Ελευθερώθηκε μετά από πέντε χρόνια, το Δεκέμβριο του 1970, χάρη στην παρέμβαση, μεταξύ άλλων, των Nτε Γκωλ, Aντρέ Mαλρώ και Ζαν-Πωλ Σαρτρ.

[2] Ως ‘Ανάσταση’ εννοούμε την απόκτηση της υλικής δύναμης στην οποία (δύναμη) μετατρέπεται η υιοθέτηση των ιδεών σου από ένα μεγάλο ή έστω υπολογίσιμο πλήθος ανθρώπων.

[3] Συνοπτικά (αν και χιλιοειπωμένο): Υποχώρηση της πίστης σε συλλογικές λύσεις, απογοήτευση από τη δραματική και πρωτοφανή κατάρρευση του πρώτου σοσιαλιστικού πειράματος, επικράτηση της ιδεολογίας του ατομικιστικού φιλελευθερισμού ως της μόνης βιώσιμης λύσης (τέλος της Ιστορίας).

[4] Αυτό εισπράττεται ως ακόμα πιο παράλογο —τουλάχιστον σε πρώτο χρόνο αντίδρασης, γιατί το φαινόμενο έχει αναλυθεί— από κάποιον που έχει την απαιτούμενη παρατηρητικότητα να προσέξει ότι, π.χ., το ΚΚΕ εδώ και χρόνια δεν περιλαμβάνει στα κεντρικά του συνθήματα την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή ότι πρόσφατα η Αλέκα Παπαρήγα δήλωσε πως «μακάρι να λυνόταν το πρόβλημα με μια έφοδο, αλλά δεν γίνεται», ενώ, από την άλλη μεριά, μια σειρά οικονομολόγων ή αριστερών στελεχών και διανοουμένων που δεν σχετίζονται με το ΚΚΕ ούτε βρίσκονται υπό την επιρροή του ρίχνουν στο τραπέζι την ιδέα της αποχώρησης από τη ζώνη του ευρώ ή της στάσης πληρωμών…

[5] Ο όρος ‘πολιτισμική αριστερά’ χρησιμοποιείται για να περιγράψει, αν και με όχι απόλυτη ακρίβεια, τα στοιχεία της αριστερής κοσμοθεωρίας που βρίσκονται εκτός του «σκληρού πυρήνα» της, δηλαδή του ιστορικού υλισμού. Τέτοια είναι τα αιτήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ανεξιθρησκείας του κράτους, απροϋπόθετης πολιτογράφησης των μεταναστών, αιτήματα εξίσωσης φύλων, αποδοχής και απόδοσης ίσων δικαιωμάτων στους ανθρώπους με μειοψηφικές σεξουαλικές προτιμήσεις, κ.λπ. Πολλά από αυτά τα αιτήματα τα υιοθετεί και το πολιτικό σκέλος του (οικονομικού) φιλελευθερισμού.

[6] Μέχρι στιγμής δεν νομίζουμε να τα πηγαίνει και πολύ καλά. Πάντως, μετά την αναπάντεχη ευκαιρία που κλώτσησε ο ΣΥΡΙΖΑ το 2008, παρουσιάζεται μια δεύτερη στην τωρινή συγκυρία της οικονομικής κρίσης. Να δούμε. Αλλά, μέχρι στιγμής, αυτό που βλέπουμε από τα δύο μεγαλύτερα κομμάτια της Αριστεράς είναι, το μεν ΚΚΕ να περιμένει το βουνό σαν τον …Μωάμεθ, τον δε ΣΥΝ να έχει προσλάβει στο «Κόκκινο» για μεσημεριανό σχολιαστή τον Παύλο Τσίμα. Έτσι, ζήσε Μάη μου…

[7] Αυτό, για να τα λέμε όλα, δεν ισχύει χωρίς εξαιρέσεις. Οι αναλύσεις του ΝΑΡ λόγου χάρη έχουν αρκετή γενναιότητα και ευθυκρισία. Θα προσθέταμε και τους τροτσκιστές που πρώτοι κι από νωρίς διέγνωσαν πολλά από τα προβλήματα της Σοβιετικής Ένωσης, αν δεν μας εμπόδιζε η συχνά αφόρητη προσωποποίηση των προβλημάτων στη φιγούρα του Στάλιν και η αντισταλινική προσωπολατρία στον Τρότσκι.

[8] Είναι χαρακτηριστικό ότι σε ένα από τα προσχέδια καταστατικού για τον ΣΥΡΙΖΑ που διαμορφώθηκε μέσω Wiki με πρωτοβουλία της «Πάσας» είναι ρητά διατυπωμένο σε άρθρο πως δεν μπορεί να κινηθεί καμία διαδικασία διαγραφής για οποιοδήποτε λόγο! Ακόμα κι ένας σύλλογος χορτοφάγων ή ανδρών υπέρ της πολυγαμίας θα δυσκολευόταν να θεσπίσει κάτι ανάλογο…

[9] Εδώ δεν αντιστεκόμαστε στον πειρασμό να σημειώσουμε ότι χρειάζεται μεγάλη προσοχή πριν απορρίψει κάποιος μια πρόταση επειδή «βελτιώνει το σύστημα». Για παράδειγμα, θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι η διεκδίκηση κατώτερου μισθού 1.400 ευρώ που έχει ως αίτημα το ΚΚΕ, θα κατέληγε να βελτιώσει το σύστημα μέσω της αναστήλωσης των επιχειρηματικών κερδών λόγω της αυξημένης κατανάλωσης.

[10] Μια και είναι πρόσφατο: Η επαναπρόσληψη του Ντίνου Παλαιστίδη από τον εκδοτικό οίκο «Άγρα» ήταν ένα από «αυτά τα συγκεκριμένα και μικρά —αλλά μεγαλύτερης συμβολικής σημασίας». Το γεγονός είχε την αξία του. Δεν έλυσε όμως το πρόβλημα των απολύσεων ή της αυταρχικότητας των εργοδοτών.


Η εικόνα από το duramecho.com

2 σχόλια:

ernesto είπε...

καλησπερα,

και πανω που νομιζα οτι η "ανασταση" (sic)του blog δεν θα ερθει ποτε γραψατε και κατι που βγαζει νοημα για εμας τους "απ'εξω"!
καλλιο αργα παρα ποτε...

παντως για μενα το μοναδικο που εχει νοημα ή καλυτερα το πιο ουσιωδες ειναι το ΙΧ .

Αν διορθωθει αυτο τα αλλα θα ερθουν απο μονα τους αλλα και να μην ερθουν δεν θα πειραζουν κανεναν.ΜΑ ΚΑΝΕΝΑΝ!
Το ζητουμενο για την ελλαδα ειναι το ΙΧ. Οταν διορθωθει αυτο τοτε μπορει και να υπαρχει ελπιδα...γιατι στο μεταξυ ακομα και αυτοι που "βλεπουν" την αληθεια και ψαχνουν για εναλλακτικες επιλογες και δεν ειναι φασιστες ψηφιζουν μεν "αριστερα" αλλα μεσα τους παντα εχουν την αμφιβολια:
" και αν σπασει ο διαολος το ποδι του και βγει αυριο το ΚΚΕ (π.χ.) τι εχει σκοπο να κανει ??? Εχουν πλανο ή παμε για φουντο?? "

Εγω προσωπικα ετσι νιωθω και σας μιλαω ειλικρινα...γιαυτο εχει φτασει η αριστερα στα ποσοστα που εχει φτασει γιατι δεν προσφερει ουσιαστικες λυσεις !
τα υπολοιπα που γραφετε στο αρθρο ειναι να ΄χαμε να λεγαμε!
(για μενα παντα) .
Και για να το παω και παρακατω οχι μονο ειναι δευτερευουσας σημασιας αλλα ισως(!) ειναι και ο λογος που τοσα χρονια η αριστερα εχει αμελησει την ουσια (ΙΧ) και εχει καταπιαστει/μπλεχτει/αρκεστει σε εναν εσωκομματικο διαλογο/καυγα ΑΚΡΩΣ ΑΠΩΘΗΤΙΚΟ για τους ΜΗ πολιτικοποιημενους ανθρωπους που παλευουν για τα βασικα προσπαθωντας να καταλαβουν τι εχει παιχτει με τον κοσμο αυτο και δεν μπορουν να σηκωσουν κεφαλι !

αυτο που πρεπει να καταλαβετε ολοι σας ειναι οτι τον απλο κοσμο δεν τον νοιαζει απο ποιον θα σωθει και τι χρωμα θα εχει η φανελα του.
Αν αυριο ο καρατζαφερης βγει και δωσει (λεμε τωρα) πρακτικες λυσεις ΥΠΕΡ του λαου θα παρει 80% και ας ειναι ακροδεξιο κομμα και αυτη ειναι η ΜΟΝΗ αληθεια. Κανεναν λογικο ανθρωπο δεν τον νοιαζουν οι ταμπελες πλεον.δεν υπαρχει η πολυτελεια αυτη πλεον,οι εποχες εχουν αλλαξει.

χαιρετω

υ.γ
-για να κάνουμε κι εμείς τη μεταφορά μας, αφού η διατύπωση του Ρεζίς μας έκανε να «ζηλέψαμε»-
εκει κατι εχετε λιγο μπερδεψει νομιζω με τους χρονους (ζηλεψουμε μαλλον θελατε να πειτε? )

LeftG700 είπε...

Φίλε ernesto,


Δηλαδή, δεν φτάνει που μπερδεύουμε τους χρόνους των ρημάτων (διορθώθηκε, ευχαριστούμε πολύ), γράφουμε και πράγματα από τα οποία δεν βγάζετε νόημα εσείς οι «απ’ έξω»; (Διακρίνουμε επιρροή του Ορφέα εδώ, για να τα λέμε όλα!). Άλλο ένα τέτοιο σχόλιο να μας γράψεις και θα μας στείλεις κατ’ ευθείαν σε ψυχολόγο για υποστήριξη! :-)

Και τι θα πει ‘ταμπέλες’; Εννοείς το ‘φαίνεσθαι’ το οποίο δεν αντιστοιχεί σε κάποιο ‘είναι’ προφανώς. Σωστά. Αλλά το γεγονός ότι υπάρχει αναντιστοιχία δεν σημαίνει ότι το ‘είναι’ εξαφανίζεται. Το ‘είναι’ είναι! Αν σε ενδιαφέρει να το βρεις, πρέπει εσύ να ψάξεις, μην περιμένεις μασημένο παξιμάδι. Και δεν γίνεται να το βρεις αν δεν περιορίσεις λίγο το «απ’ έξω». Δεν σημαίνει αυτό βέβαια ότι πρέπει σώνει και ντε να πάρεις καμιά κομματική σημαία και να τρέχεις στους δρόμους σαν παλαβός. Αλλά σίγουρα σημαίνει ότι θα πρέπει λίγο να ζοριστείς «προσπαθωντας να καταλαβ[εις] τι εχει παιχτει με τον κοσμο αυτο και δεν μπορου[με] να σηκωσου[με] κεφαλι !».

Κατά τα άλλα, ελπίζουμε να μη μας χρεώνεις συμμετοχή σε αριστερούς κομματοκαβγάδες. Δεν έχουμε σηκώσει καμιά κομματική σημαία εδώ. (Αν μας πεις ότι δεν το έχεις διαπιστώσει, θα …«φουντάρουμε»!).

Συμφωνούμε για τη σπουδαιότητα του ΙΧ (βέβαια δεν μπορεί να προκύψει όπως η Αθηνά από το κεφάλι του Δία). Όμως, εμείς τουλάχιστον δεν είχαμε στο μυαλό μας «ουσιαστικές λύσεις». Ουσιαστική λύση στα πλαίσια της σημερινής κοινωνικής οργάνωσης δεν μπορεί να υπάρξει. Εννοούσαμε λύσεις που χωρίς να δίνουν ριζική απάντηση τη βοηθάνε και επιπλέον μπορεί να καταλάβει ο κόσμος ότι η εφαρμογή τους είτε θα τον ανακούφιζαν κάπως «εδώ και τώρα», είτε θα πρόσφεραν κάποια αποζημίωση (προοπτικές) στην περίπτωση που είχαν κόστος. Κι εδώ να κάνουμε μια γενική παρατήρηση που έχει κι αυτή τη σημασία της: Ας μη ξεχνάμε ότι η Αριστερά δεν έχει τα κλειδιά του κρατικού μηχανισμού ούτε την κυβερνητική εξουσία.


Τα λέμε.