Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2012

Στη ‘‘μεσαία τάξη’’. Με άπειρη κατανόηση για τα πάθη της. Και με απέραντη περιφρόνηση για τον ατομικιστικό αυτισμό της...



Είναι ένα από τα εφηβικά μου λογοτεχνικά διαβάσματα. Το οφείλω —μαζί με κάμποσα ακόμα— σε μία παιδική φίλη τής μητέρας μου. Βρίσκεται σε ένα από τα πολλά εξαιρετικά καλαίσθητα βιβλιαράκια τής σειράς τού Κέδρου με τον γενικό τίτλο «Η νεοελληνική λογοτεχνία εικονογραφημένη» (κλασικά, σύντομα πεζογραφήματα, διανθισμένα από ζωγραφιές διαφόρων σύγχρονων Ελλήνων εικαστικών καλλιτεχνών). Πρόκειται για ένα πολύ μικρό διήγημα του Μάριου Χάκκα.[***] Απολαύστε το. Και, προ πάντων, νιώστε το...


ЖΟЖΟЖΟЖΟЖ

Ο ΜΠΙΝΤΕΣ

ΕΙΧΑΜΕ ΦΑΓΩΘΕΙ ΜΕΣΑ ΜΑΣ χωρίς να το πάρουμε είδηση. Εκείνη η λουξ τουαλέτα με τον ιππόκαμπο στα πλακάκια οικόσημο, μια πάπια και γύρω παπάκια, κύκνους και παραδείσια ψάρια, νιπτήρα, λεκάνη, μπανιέρα, μπιντές, παραμπιντές, όλα απαστράποντα, είχανε παίξει το ρόλο τους ύπουλα, σκάψανε μέσα βαθιά μας τερμίτες, όπως το σαράκι το ξύλο, και τώρα νιώθαμε κούφιοι.

Θυμάμαι όταν ήρθα για πρώτη φορά στην Αθήνα από την επαρχία και νοίκιασα ένα δωμάτιο χωρίς καμπινέ. Υπήρχε βέβαια ένας πρόχειρος καμπινές στην αυλή, αλλά έπρεπε να κατέβεις μια κατασκότεινη ξύλινη σκάλα που έτριζε και σήκωνε τον κόσμο στο πόδι. Ένα βράδυ που έβρεχε και μ’ έπιασε μεσάνυχτα κόψιμο, τα ’κανα σε μια εφημερίδα, κι αφού τα πακετάρισα ωραία, ως και κορδελάκι με φιόγκο τούς έβαλα, πηγαίνοντας πρωί πρωί στη δουλειά, τ’ άφησα στη μέση τού δρόμου. Θα θυμόσαστε βέβαια πόσα τέτοια πακέτα συναντούσατε τότε στους δρόμους. Μερικοί τα κλοτσούσαν για να μαντέψουν το περιεχόμενο. Λέγεται πως κάποιος το πήγε στην αστυνομία χωρίς να τ’ ανοίξει και ζήταγε εύρετρα. Ε, ένα τέτοιο πακέτο έφτιαξα κάποτε κι εγώ, κι ακόμα τώρα που το θυμάμαι μετά τόσα χρόνια μού έρχονται γέλια.

Εκείνο τον καιρό ήμουν ένας κεφάτος άνθρωπος με λίγες ανάγκες. Ξυριζόμουν μόνο δυο φορές τη βδομάδα, όποτε είχα ραντεβού στο βουναλάκι με μια κοπέλα, που όλο βιαζόταν να γυρίσει σπίτι. Όλο σκαστή ήταν κι είχε αυστηρό αδερφό, νοοτροπία σιτσιλιάνου. Την παντρεύτηκα κι εγώ. Τι να έκανα; Παρά να τρώει μπερντάχι κάθε φορά που αργούσε. Άλλωστε, αυτός είναι ο προορισμός τού ανθρώπου, έτσι τουλάχιστον λέγεται. Πάντως, μ’ αυτά και μ’ αυτά, βρέθηκα μ’ όλα τα κουμπιά μου γερά, είναι κι αυτό ένα όφελος, είναι κι αυτό μια ασφάλεια. Τι σιδερωμένα πουκάμισα τον πρώτο καιρό, τι καθαρές αλλαξές, γυαλισμένα παπούτσια, στο καντίνι που λένε.

Είχε και δικό της σπιτάκι, ένα μόνο δωμάτιο, αλλά μεγάλη αυλή, και σιγά σιγά με τις οικονομίες μας χτίσαμε κουζίνα κι άλλα δωμάτια. Γενικά προοδέψαμε. Πήραμε ψυγείο, πλυντήριο κι η ζωή γινόταν όλο και πιο άνετη.

Μόνο στον καμπινέ καθυστερήσαμε. Στο βάθος τής αυλής μέσα σε μια παραγκούλα ήταν μια τούρκικη λεκάνη που με ανάγκαζε κάθε πρωί να κάθομαι στο κότσι, αν κι αυτό ήταν μια καλή άσκηση όπως δε συνήθιζα να κάνω γυμναστική. Στην παραγκούλα υπήρχε κι ένα τενεκεδένιο βρυσάκι που το γέμιζα κάθε πρωί και πλενόμουν. Μπάνιο στη σκάφη. Το Σαββατόβραδο άρχιζε η περιπέτεια. Μ’ έχωνε η γυναίκα στη σκάφη κι έτριβε μέχρι γδάρσιμο. Ας είναι.

Συνέχιζα να προοδεύω. Βοηθός λογιστού ακόμα ξεχρέωνα την κρεβατοκάμαρα, βαρύ έπιπλο με κομοδινάκια κι απάνω αμπαζούρ, σιέλ στο δικό μου, ροζ στης κυράς. Έπειτα έγινα κανονικός λογιστής, τότε που πήραμε κι εκείνο το οικοπεδάκι με δόσεις. Φυτέψαμε μάλιστα και δυο τρία δέντρα που πήγαινα στις αρχές, μετά από επιμονή τής γυναίκας μου, κάθε Κυριακή και τα πότιζα. Κατόπιν ξεραθήκαν κι αυτά, πολλές οι δουλειές, αρχιλογιστής πια, γερός ο μιστός και σε λίγα χρόνια ήταν το σπίτι κομπλέ, πλην τουαλέτας. Έμενε σαν επιστέγασμα μιας προσπάθειας είκοσι χρόνων.

«Κάποτε θα ’ρθει και της τουαλέτας η ώρα», έλεγα στη γυναίκα μου που με γκρίνιαζε πάντα, παραπονιόταν πως έρχεται κανένας επισκέπτης, θέλει να πάει προς νερού του και πέφτουν τα μούτρα της. Κι άλλωστε, τι ήτανε πια ο καμπινές εδώ που φτάσαμε; Η ουρά τού γαϊδάρου. Κι όπως όλα τα πράγματα που σιάχνονται μια φορά στη ζωή μας βάζομε τα δυνατά μας να γίνουν όσο πιο πολύ μερακλίδικα, έτσι και στην τουαλέτα πήρα όλα τα μέτρα μου για να σιάξω κάτι το ωραίον: Έβαλα πλακάκια πανάκριβα που σχημάτιζαν ένα παράξενο σύνολο με παραστάσεις διάφορες έτσι που να νιώθω ευχάριστα σε τούτο το χώρο, όλα τ’ απαραίτητα είδη υγιεινής, φυσικά και μπιντέ.

Τ’ άλλα είδη δε με πειράξανε. Κομμάτια να γίνει. Έχουν μια χρησιμότητα κι ύστερα στην ηλικία που βρισκόμαστε τώρα ας απολαύσουμε και μεις κάτι. Μόνο ο μπιντές μού την έδωσε και πήρε μπάλα και τ’ άλλα. Ο μπιντές. Γιατί, όπως είμαι δυσκοίλιος και τον είχα μπροστά μου για ώρα, μου φάνηκε να με κοροϊδεύει με κείνο το μακρουλό πρόσωπό του, το ’να μάτι μπλε τ’ άλλο κόκκινο, τριγωνικά πάνω στο μέτωπο και πεταμένα ίδια βατράχου, το στόμα του καταβόθρα που ρουφούσε τα πάντα με κείνο τον ξαφνικό ρόγχο, τελειώνοντας το νερό, σα να μουρμούριζε: Είδες πώς σε κατάντησα; Θυμάσαι όταν πρωτόρθες από το χωριό τι λεβέντης που ήσουνα; Πώς έμπλεξες, κακομοίρη μου, έτσι, μια ζωή – ένα σπίτι; Εγώ είμαι το βραβείο μετά από είκοσι χρόνια δουλειά. Για να πλένεσαι από κάτω. Είδες πού σε έφερα;

Με είχανε βάλει στο ζυγό είκοσι ολόκληρα χρόνια με τη θέλησή μου (αυτό είναι το χειρότερο), για να καταλήξω εδώ μπροστά σε μια σειρά άχρηστα πράγματα, κατά τη γνώμη μου, ή που κι αν είναι χρήσιμα, π’ ανάθεμά τα, δεν αξίζουν όσο αυτή η υπόθεση που λέγεται ζωή και νιάτα. Τα καλύτερα χρόνια τα σπατάλησα σαν το μερμήγκι κουβαλώντας και σιάχνοντας αυτό το κολόσπιτο, οικοδομώντας τελικά αυτόν τον μπιντέ, είκοσι χρόνια μού κατάπιε η καταβόθρα του, κι εγώ τώρα έχω μείνει στημμένο λεμόνι, σταφιδιασμένο πρόσωπο, για ένα μπιντέ.

Με τέτοιες σκέψεις τράβηξα το καζανάκι και μετά πήγα στο παράθυρο ν’ αναπνεύσω λιγάκι, ν’ ακούσω τον ήχο τής πόλης. Από παντού ερχόταν ένας παράξενος θόρυβος. Δεν ήταν ο γνωστός θόρυβος απ’ τ’ αυτοκίνητα. Άλλου είδους αυτός: Ένα επίμονο πλατς-πλάτς σκέπαζε κάθε άλλη βοή. Έστησα αυτί και κατάλαβα. Όλο το λεκανοπέδιο της Αττικής είχε μεταβληθεί σ’ έναν απέραντο μπιντέ κι είχαμε καθίσει όλοι επάνω και πλενόμασταν, πλενόμασταν, πλενόμασταν, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες καζανάκια χύνοντας καταρράκτες νερού, χαιρετούσαν την πρόοδό μας.

ЖΟЖΟЖΟЖΟЖ


[***] Αντιγράφω από το ‘‘αυτί’’ τού βιβλίου (προσθέτοντας μόνο εκ προοιμίου ότι ο Χάκκας υπήρξε ανθρώπινα και βαθιά αριστερός από τα εφηβικά του χρόνια μέχρι το τέλος τής σύντομης ζωής του):

Γεννήθηκε το 1931 στη Μακρακώμη Φθιώτιδας και πέθανε στην Αθήνα το 1972, ύστερα από πολύχρονη μάχη με τον καρκίνο.
    
Η λογοτεχνική παρουσία τού Χάκκα διήρκεσε επτά μόνο χρόνια. Αρχικά δημοσιεύει την ποιητική συλλογή Όμορφο καλοκαίρι (1965), την οποία ακολουθεί η πρώτη του συλλογή διηγημάτων: Ο τυφεκιοφόρος τού εχθρού (1966). Επόμενος σταθμός: Ο μπιντές και άλλες ιστορίες (1970), το βιβλίο που, με το οξύτατο διαβρωτικό ύφος και την τρυφερότατη λυρική διάθεση, τον επέβαλε ξαφνικά ως έναν από τους πιο αυθεντικούς εκπροσώπους τής γενιάς του. Το 1971 κυκλοφορούν σ’ ένα τόμο τρία θεατρικά του μονόπρακτα: Ενοχή, Αναζήτηση, Τα κλειδιά. Στο τελευταίο του βιβλίο, Το κοινόβιο (1972), ρίχνει τη σκιά του ο επικείμενος θάνατός του και ηχούν τόνοι ελεγειακοί, ενώ η εξημμένη φαντασία τού συγγραφέα φτάνει ως τις παραισθήσεις.
    
Ο Χάκκας υπήρξε ένας ανήσυχος, ασυμβίβαστος και εξαιρετικά βασανισμένος άνθρωπος, και στα πεζογραφήματά του αποδίδει τις προσωπικές του εμπειρίες, είτε των πολιτικών διωγμών, είτε της αρρώστιας και του θανάτου. Πρόκειται κυρίως για μικρά κείμενα, γραμμένα σε πρώτο πρόσωπο, χωρίς πλοκή, χωρίς χαρακτήρες —ένα είδος εξομολογητικού, παραληρηματικού μονολόγου· πάντα εν βρασμώ ψυχής, με σαρκαστική και σατιρική διάθεση, ο συγγραφέας αυτοβιογραφείται και αυτοβιογραφούμενος καταγράφει τα ιλαροτραγικά τεκταινόμενα της μικροαστικής νεοελληνικής πραγματικότητας της εποχής του.


Η photo είναι τού Fernando Decillis. Από το xaxor.com.

6 σχόλια:

7Demons είπε...

Ένα υπέροχο και διαχρονικό διήγημα για τα "δεινά" της μεσαίας τάξης...

LeftG700 είπε...

Ωπ! Σαν τα χιόνια! ;-) Ναι πράγματι. Λέει τόσο πολλά πράγματα με τόσο λίγες λέξεις...

Φίλοι Δαίμονες, Χρόνια Πολλά!


Τα λέμε

Ανώνυμος είπε...

Έφυγε δυστυχώς πολύ νωρίς ο Μ.Χ.

Γιάκοβ

LeftG700 είπε...

Товариш Яков Федотович,


Ε, ναι. 41 χρονών, ρε γμτ; Και πώς βίωσε το θάνατο!... Ακόμα θυμάμαι το άγχος που ένιωθα όταν διάβαζα το Κοινόβιο. Άσε τις φοβίες που είχα για καιρό μετά...


Увидимся

nikos__alfa είπε...

Ωραία ανάρτηση.
Καλή χρονιά το λοιπόν και να το ...ξανακάνετε! :)

LeftG700 είπε...

Φίλε Νικάλφα, ευχαριστούμε. Καλή Χρονιά και σ' εσένα! Να χαίρεσαι την οικογένειά σου!

(Ευχαριστώ και για το κοπλιμάν :-) )


Τα λέμε (με την καινούργια χρονιά!)