Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2014

Ένας αμετανόητος μαρξιστής για τη μη εισέτι επιστρέφουσα Αριστερά




Από το καλοκαίρι, η Αυγή έχει ανοίξει μία συζήτηση στις κυριακάτικες εκδόσεις της με θέμα την «επιστροφή τής Αριστεράς». Μέχρι τώρα έχουν δημοσιευτεί κάμποσα άρθρα από πολιτικά στελέχη και διανοούμενους, κυρίως τής Συριζικής Αριστεράς. Όλα είχαν το ενδιαφέρον τους —αν και όχι με την καλή έννοια για όλα και οπωσδήποτε όχι μοιρασμένο σε ίσα μερίδια. Χθες, δημοσιεύτηκε ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον άρθρο τού Λουτσιάνο Κάνφορα, του γνωστού Ιταλού ελληνιστή φιλόλογου, ιστορικού και δοκιμιογράφου, που έμεινε αμετανόητα (αλλά όχι και άκριτα) πιστός στα οράματα της Αριστεράς και δεν ακολούθησε στη συνεχή κατρακύλα της την ιταλική Αριστερά. Στην Ελλάδα, έγινε ευρύτερα γνωστός μέσα από τα βιβλία του Κριτική τής δημοκρατικής ρητορείας και Δημοκρατία: Η ιστορία μιας ιδεολογίας. Στο άρθρο του στην Αυγή, ο Ιταλός στοχαστής θίγει ορισμένα μεγάλα ζητήματα που αξίζουν κάθε προβληματισμό από όλους μας, ανεξάρτητα από τις προσωπικές ιδεολογικοπολιτικές απόψεις ή κομματικές προτιμήσεις τού καθενός και της καθεμιάς. Από τη μεριά μας, τρεις υποσημειώσεις. Οι δύο πρώτες, για να υποβάλλουμε από μία ένσταση. Και η τρίτη, για να επιδοκιμάσουμε χειροκροτώντας.

Η πρώτη ένσταση: Δεν νομίζω ότι ευσταθεί απολύτως ο ισχυρισμός τού Κάνφορα πως  ο χριστιανισμός και  ο κομμουνισμός επέλεξαν την «ανάμειξη» με την πραγματικότητα. Με την έννοια ότι πολλές από τις σχετικές επιλογές ήταν υποχρεωτικές, καθώς τις επέβαλε η ίδια η πραγματικότητα. Έτσι, ακόμα κι αν από τυπική άποψη ήταν συνειδητές αποφάσεις που πάρθηκαν ελεύθερα, κατ’ ουσίαν δεν ήταν παρά κινήσεις που έγιναν υπό τη δαμόκλειο σπάθη τής Ανάγκης.

Η δεύτερη ένσταση: Προκαλεί ερωτηματικά η άποψή του πως με το τέχνασμα του «τρίτου δρόμου» ο φασισμός διεκδικούσε να είναι ταυτόχρονα και αριστερά και δεξιά. Η έντονη διχρωμία (μαύρο/άσπρο) είναι κάτι παραπάνω από εμφανής.

Το χειροκρότημα: Για το σημείο στο οποίο αναφέρει πως η βαθμιαία έκπτωση του χριστιανισμού από την αρχική αυθεντικότητά του είναι ο λόγος που κρύβεται πίσω από τη δυσφορία τών επίσημων εκκλησιών για τα βιβλία που γράφτηκαν κατά την εποχή τών απαρχών τής νέας θρησκείας, δηλαδή τών Ευαγγελίων και της Αποκάλυψης. Αυτό μού θυμίζει το στραβομουτσούνιασμα κάποιων ‘‘πεφωτισμένων’’ αριστερών, επειδή βρίσκουν ότι η βιβλιοθήκη σου είναι υπέρβαρη σε κλασικούς, αλλά πολύ φτωχή σε νεοαριστερούς...


ΥΓ Ίσως ο τίτλος μας παραξενέψει κάποιους. «Μη εισέτι επιστρέφουσα Αριστερά» για ένα άρθρο που γράφτηκε ακριβώς για την επιστροφή τής Αριστεράς;;; Άδικο θα έχουν. Το άρθρο γράφτηκε από έναν άνθρωπο που, πριν από δυόμιση χρόνια περίπου, δήλωνε σε συνέντευξή του, πάλι στην Αυγή:

Η λέξη «αριστερά» δεν έχει πια νόημα, τουλάχιστον στην Ιταλία. Προς το παρόν, αυτό που βλέπω μπροστά μου είναι η «union sacrée», όπως το 1914...

[Union Sacrée (Ιερή Συμμαχία): Με αυτό το όνομα έμεινε στην ιστορία η μονομερής «ανακωχή» που κήρυξαν τα περισσότερα ευρωπαϊκά σοσιαλιστικά κόμματα, ιδίως το γαλλικό, τις παραμονές του Α’ παγκοσμίου πολέμου: περιλάμβανε παύση των απεργιών, των διαδηλώσεων και των κοινωνικών διεκδικήσεων. Κατέληξε στην ψήφιση, εκ μέρους της πλειοψηφίας αυτών των κομμάτων, της εισόδου των εθνικών κρατών τους στον πόλεμο.]

ЖΟЖΟЖΟЖΟЖ



Η ιστορία του χριστιανισμού και του νεότερου κομουνισμού είχαν πολλές αναλογίες. Ο χριστιανισμός αναδύθηκε στη Γαλιλαία ως ένα ριζοσπαστικό κίνημα, σε πλήρη αντιπαράθεση με τις αξίες του κοινωνικού περίγυρου και του κυρίαρχου κόσμου. Όταν πέρασε τα σύνορα της Γαλιλαίας και, χάρη στον Παύλο της Ταρσού, επέλεξε τον δρόμο της «ανάμειξης» με την εξωτερική πραγματικότητα, μέσα σε διάστημα τριών αιώνων, ανεξάρτητα από τις προθέσεις του επανιδρυτή του (ο οποίος ήταν ο Παύλος), είχε ήδη μετατραπεί σε κάτι διαφορετικό: έμοιαζε ήδη αρκετά στον πάλαι ποτέ ανταγωνιστή του.  Είχε γίνει σχεδόν μια αυτοκρατορία μέσα στην αυτοκρατορία. Στο τέλος, ήταν αυτός που παρέμεινε όρθιος, τη στιγμή που η αυτοκρατορία θρυμματιζόταν σαν παλιός σοβάς.

Όμως, η αφομοίωση από τον ανταγωνιστή δεν ήταν μόνο πολιτική, υπήρξε πολύ πιο βαθιά, στο ίδιο το επίπεδο της θρησκείας. Οι δύο μορφές της αφομοίωσης αλληλοτροφοδοτούνταν. Πράγματι, ο χριστιανισμός, από μια άποψη ελληνοποιήθηκε και διαποτίστηκε (τουλάχιστον στις υψηλότερες τάξεις των οπαδών του), από την στωική φιλοσοφία, ενώ η λαϊκή βάση του  έγινε παγανιστική: πήρε από τον παγανισμό, κι από το τελετουργικό που τον πλαισίωνε ως «λαϊκή θρησκεία» σχεδόν όλα όσα μπορούσε να πάρει: ο πολυθεϊσμός αναγεννήθηκε μέσω της λατρείας των αγίων, επανεμφανίστηκε η τριαδική θεότητα, ξανάρχισαν οι χρησμοί, μεσουράνησαν οι μάγοι-θεραπευτές, θριάμβευσε εκ νέου η αισχρή μεγαλοπρέπεια των τελετών. Μιμούμενος συνεχώς, ολοένα και περισσότερο, το μακραίωνο παρελθόν της προϋπάρχουσας θρησκευτικότητας, ο χριστιανισμός εξασφάλισε ένα μακραίωνο μέλλον. Που διαρκεί ακόμα. Ως αντάλλαγμα, από τον αυθεντικό και αρχικό χριστιανισμό δεν έμεινε σχεδόν τίποτα. (Κι αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η εκκλησία δεν ευνοεί καθόλου την ανάγνωση των βιβλίων που γράφτηκαν κατά την εποχή των απαρχών, δηλαδή των Ευαγγελίων και της Αποκάλυψης).

Ανάλογη υπήρξε η πορεία του κομουνισμού, από την τραγική του πρώτη εμφάνιση, με την Κομούνα του 1871, έως τη μεταμόρφωση των έσχατων ελίτ του καταρρέοντος «υπαρκτού σοσιαλισμού» σε νέες ολιγαρχίες του παλινορθωμένου καπιταλισμού. Μπορούμε να παρατηρήσουμε τη διαδικασία της βαθμιαίας αφομοίωσης του πάλαι ποτέ ανταγωνιστή —εν είδει ενός μικρού κεφαλαίου σε ένα μεγάλο εγχειρίδιο— στη συγκεκριμένη περίπτωση του ιταλικού κομουνισμού και των διαδοχικών του μεταμορφώσεων, μέχρι την τελευταία και (ίσως) οριστική του, σε «Δημοκρατικό Κόμμα». Είναι μάταιο να επικαλούμαστε υποθετικές στιγμές ρήξης. Είναι η συνέχεια των προσώπων που μας επιβεβαιώνει ότι δεν πρόκειται για ρήξη αλλά για μια κλιμακωτή διαδικασία.

Στην περίπτωση του κομουνισμού του εικοστού αιώνα η διαδικασία ήταν πολύ πιο γρήγορη από τη μετάβαση από τον Παύλο της Ταρσού στον Μέγα Θεοδόσιο. Όλα συνέβησαν, εξαιτίας της ταχύτητας, που χαρακτηρίζει τις σύγχρονες ιστορικές διαδικασίες, μέσα σε λιγότερο από έναν αιώνα. Κι αυτό έκανε ακόμα πιο προφανή και ξεκάθαρη την πορεία των πραγμάτων.

Σε παρόμοια συμπεράσματα θα μπορούσαμε να φτάσουμε αν εξετάζαμε την πορεία της πρώην «Λαϊκής Δημοκρατίας της  Κίνας» προς τον καπιταλισμό και την αγορά, με την διαφορά ότι, σε αυτή την περίπτωση, το βάρος της παράδοσης δεν την ώθησε στην κατεύθυνση των κοινοβουλευτικών μορφών διαχείρισης της εξουσίας (όπως συνηθίζουν οι δυτικές ελίτ), αλλά στην κατεύθυνση των συγκεκριμένων αυταρχικών μορφών που υπήρξαν ίδιον της ιστορίας της Κίνας.

Στην πραγματικότητα, η περίπτωση της Ιταλίας είναι ενδιαφέρουσα γιατί στη χώρα μας, κατά τη διάρκεια του εικοστού αιώνα, έγινε επίσης (και ίσως, κυρίως) η επονομαζόμενη «φασιστική επανάσταση». Κι αυτή, μετά την ήττα της, παρήγαγε ένα φαινόμενο παραπλήσιο με αυτό που περιγράψαμε παραπάνω. Η αφομοίωση και η προσχώρηση στο μοντέλο της κοινοβουλευτικής διαχείρισης και του καπιταλισμού χωρίς φτιασιδώματα (χωρίς πια κορπορατιβισμό, δίχως «τρίτο δρόμο»), συνέβη με δύο τρόπους και σε δύο φάσεις. Η πρώτη φάση ήταν στον μεταπόλεμο, η δεύτερη μετά το 1989. Μετά την ήττα, το μεγαλύτερο μέρος των ιταλών που είχαν στηρίξει τον φασισμό (απέραντες μάζες), πέρασαν, και αναγνώρισαν πράγματι  τον εαυτό τους, υπό την αιγίδα της εκκλησίας, στο καθολικό κόμμα [Χριστιανική Δημοκρατία]. Η προσχώρηση ήταν πλήρης, αστραπιαία και ειλικρινής, τόσο πολύ που προκάλεσε σε πολλούς παρατηρητές το ερώτημα: μα, τελικά, οι φασίστες ποιοι ήταν;

Μετά από δεκαετίες, αφού τελείωσε ο υπαρκτός σοσιαλισμός και η Χριστιανική Δημοκρατία, ένα μεγάλο μέρος των ιταλών μετριοπαθών, οι οποίοι αναγνωρίζονταν στη Χριστιανική Δημοκρατία, ξαναβρέθηκε στο πρώην νεοφασιστικό κόμμα. Το οποίο —και στη συγκεκριμένη περίπτωση, επίσης, με την ηγεσία του να είναι η φυσική συνέχεια της προηγούμενης— ανακηρύχθηκε, με γοργά βήματα, «πιστό στις αξίες της Δύσης» και «δημοκρατικό» (υπό την επικρατούσα πλέον, αν και διεστραμμένη, έννοια της κοινοβουλευτικής διαχείρισης της εξουσίας από τις κυρίαρχες ελίτ). Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο Μπερλουσκόνι (και με το δίκιο του) να μπορεί να ισχυριστεί ότι είχε λάχει σ' αυτόν να παίξει τον ρόλο και της αριστεράς, πέρα από αυτόν του κέντρου και της δεξιάς. Η reductio ad unum είναι ένα από τα αποτελέσματα των διαδικασιών που έχουμε περιγράψει παραπάνω: οι ηγέτες του Δημοκρατικού Κόμματος, άλλωστε, δεν επαναλαμβάνουν διαρκώς ότι «στα βασικά συμφωνούμε όλοι και πρέπει να συμφωνούμε όλοι»; Από την άλλη μεριά, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι, με το τέχνασμα του «τρίτου δρόμου», ήδη ο φασισμός διεκδικούσε να είναι ταυτόχρονα και αριστερά και δεξιά.

Σε αυτό το σημείο γεννάται το ερώτημα που προκαλεί απέραντο πόνο στους, λίγους, πραγματικά ηθικούς ανθρώπους που έζησαν την πολιτική του τελευταίου μισού του εικοστού αιώνα —για παράδειγμα, στην Ροσάνα Ροσάντα (στο πρόσφατο δοκίμιό της, Μεταξύ δύο ’89)—: άρα, ήταν όλα μάταια; Από την «Επί του όρους ομιλία» έως την πτώση της Βαστίλης, από τον Κόκκινο Οκτώβρη έως την Μεγάλη Πορεία, από τις «Θέσεις» του Λούθηρου έως την απελευθέρωση της Σαϊγκόν ή της Κούβας (του πρώην «μπουρδέλου της αμερικάνικης αυτοκρατορίας», κατά τα ένδοξα χρόνια του αδιαμφισβήτητου «ελεύθερου κόσμου»), κι ούτω καθεξής; Όλα λοιπόν επιστρέφουν κάθε φορά στο σημείο εκκίνησης, και είναι μια άχρηστη παρηγοριά να επαναλαμβάνουμε το «και όμως κινείται»;  Πιστεύω πως όχι.

Η ιστορία προχωράει σπειροειδώς. Δίνει την εντύπωση ότι επιστρέφει πίσω ακόμα κι όταν, βασανιστικά, προχωρά. Αλλά αυτό δεν το κάνει για να χαροποιεί τους φιλοσόφους, ούτε επειδή διαθέτει μια εσωτερική (και, ποιος ξέρει γιατί, προοδευτική) λογική, όπως πίστευαν —από διαφορετικές οδούς— ο Σπινόζα κι ο Μαρξ. Προχωρά έτσι διότι κινείται αέναα από την διατρητική ανισότητα: η οποία καταλήγει σωματικά ανυπόφορη —γι' αυτούς που βρίσκονται στην «λάθος» πλευρά, εννοείται. Ακριβώς από αυτή την διατρητική δυσανεξία γεννιέται η αέναη κίνηση της ιστορίας: μια κίνηση χαοτική, άτακτη, που καταστρέφει είδωλα και νομενκλατούρες, αλλά που είναι, πάντοτε, κίνηση. Κάτι που δεν σημαίνει, πάντα, πρόοδος.

Πάντα θα υπάρχει κάποιος που θα φαντάζεται ότι γνωρίζει την κατεύθυνση και την διεύθυνση αυτής της κίνησης, που, μάλιστα, θα φαντάζεται ότι μπορεί να την «κυβερνήσει» και να την «κατευθύνει». Εμείς δεν μπορούμε να προβλέψουμε ποιοι νέοι μύθοι και ποιες νέες λέξεις, στους καιρούς που θα ’ρθουν, θα προταθούν, για άλλη μια φορά, ως ερμηνευτές ή ακόμα κι ως πιλότοι αυτής της κίνησης. Μπορούμε μόνο να φανταστούμε ότι κι αυτοί δεν θα αντέξουν για πολύ: απέναντι, προπάντων, σε μια ταχύτατη και ασταμάτητη τεχνολογική μετάλλαξη, η οποία κλονίζει γρήγορα κάθε βεβαιότητα.

Η ελευθερία είναι ένα διαλείπον ιδεώδες —παρατήρησε ο Τοκβίλ, αναλογιζόμενος ξανά τον τραγικό «κύκλο» 1789/93—, η ισότητα, αντίθετα, είναι μια ανάγκη η οποία ξαναπαρουσιάζεται διαρκώς, όπως η πείνα. Με αυτό τον τρόπο, ο Τοκβίλ  φτάνει πολύ κοντά στην ανακάλυψη της πρωτογενούς ώθησης, του primus movens της ιστορικής κίνησης. Η ανικανότητα των ερμηνευτών (κοινωνικοί επιστήμονες, προφήτες κτλ) απέναντί της μπορεί να εκφραστεί καλά από τον Διάλογο, του Λεοπάρντι, μεταξύ της Φύσης και του Ισλανδού:[i] ιδίως εκεί που η φύση ρωτά τον κακόμοιρο ισλανδό, από πού κι ως πού του δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι ο κόσμος «φτιάχτηκε για χάρη σας». 

(Μετάφραση: Μάσσιμο Κατσούλο, Πέτρος-Ιωσήφ Στανγκανέλλης)


[i] Ο Διάλογος της Φύσης κι ενός Ισλανδού είναι το σημαντικότερο των Ηθικών Έργων του Τζάκομο Λεοπάρντι. Γράφτηκε το 1824 (εκδ. 1827), παίρνοντας ως αφορμή την Histoire de Jenni ou le sage et l’athée, του Βολταίρου (1775),  στο οποίο ο γάλλος διαφωτιστής αναφέρεται στα φυσικά φαινόμενα που απειλούν διαρκώς τους Ισλανδούς, όπως ο πάγος και τα ηφαίστεια.




Δεν υπάρχουν σχόλια: