Κυριακή, 13 Οκτωβρίου 2013

Άγγελος εξάγγελος: Αλαίν Μπαντιού




Δεν φέρνει ευχάριστα νέα ο Γάλλος κομμουνιστής φιλόσοφος  στο άρθρο που δημοσιεύεται στο τρέχον τεύχος τού περιοδικού Radical Philosophy. Το κάνει εξ αρχής κι όχι σε μια ξαφνική μεταστροφή, όπως ο άγγελος του Σαββόπουλου. Από τον τίτλο ακόμα («Η τωρινή αδυναμία μας: Το Ελληνικό Σύμπτωμα: Χρέος, Κρίση και η Κρίση τής Αριστεράς») μας προϊδεάζει για το τι θα διαβάσουμε: για την αδυναμία τής Αριστεράς στην Ελλάδα, μα και στην Ευρώπη και στον κόσμο, να καβαλήσει το κύμα που σηκώνει η καπιταλιστική κρίση τού καιρού μας και να μεταβολίσει στην κοινωνική διαμαρτυρία και αντίσταση όλα όσα απαιτούνται για να μετατραπεί η άρνηση του παρόντος, αυτό το θυμωμένο και πεισματικό αλλά γυμνό και ανήμπορο Όχι που το ακούμε εδώ και πάνω από τρία χρόνια τώρα, σε μία κατάφαση για ένα ριζικά  διαφορετικό μέλλον. Μια αδυναμία που την εντοπίζει πρώτα και κύρια στη «μελαγχολική αποκήρυξη» εκ μέρους τής πολιτικής Αριστεράς των παλιών καλών ιδεών που αξίζει να κρατήσουμε (αυτές που οι εχθροί μας και οι εξωμότες τής Αριστεράς χαρακτηρίζουν «ιδεολογήματα του παρελθόντος») και τη ρητή ή υπόρρητη υιοθέτηση της πολεμικής τών αντιπάλων για τις μαύρες τρύπες τής ιστορικής διαδρομής μας, αντί τής δικής μας κριτικής για όσα πρέπει να πετάξουμε, με τις δικές μας λέξεις και τη δική μας νοηματοδότηση όσων λέξεων είναι κοινές ή αμφίσημες.

Αντιγράφοντας από το site τού Σχεδίου Β που αναδημοσίευσε εκτενή αποσπάσματα από το άρθρο σε μετάφραση Αριάδνης Αλαβάνου, αναδημοσιεύουμε κι εμείς με τη σειρά μας ένα μικρότερο τμήμα του (οι υπογραμμίσεις και οι υποσημειώσεις δικές μας). Το κάνουμε όχι επειδή μας αρέσει να γινόμαστε αγγελιοφόροι κακών, αλλά για να βοηθήσουμε κατά τις μικρές δυνάμεις μας την αγωνιώδη προσπάθεια του άγγελου της εικόνας μας να κάνει το άλογό του —την Ιστορία λέμε εμείς─ να ορθοποδήσει. Όλοι όσοι έχουμε κατανοήσει ή δεν έχουμε ξεχάσει «το όνομα ποιων πραγμάτων είναι η ονομασία Αριστερά» είμαστε αυτός ο άγγελος, δεν είναι μόνο ο Μπαντιού. Και αν θέλουμε στ’ αλήθεια να βάλουμε ένα χεράκι για να κάνει επί τέλους η Ιστορία ένα βήμα εμπρός ύστερα από ακινησία δεκαετιών, είναι καλύτερα να ξέρουμε πού βρισκόμαστε…

ЖΟЖΟЖΟЖΟЖ


ΞΕΚΙΝΩ με μια αίσθηση, μια πρόσληψη, που πιθανώς είναι προσωπική, πιθανώς αδικαιολόγητη, την οποία ωστόσο διαμορφώνω με βάση τις πληροφορίες που έχω στη διάθεσή μου: μια αίσθηση γενικής πολιτικής αδυναμίας. Αυτό που σήμερα συμβαίνει στην Ελλάδα μοιάζει με συμπύκνωμα αυτής της αίσθησης.

Θαυμάζω βεβαίως την ευγλωττία του φίλου και συντρόφου μου Κώστα Δουζίνα, που στήριξε την δεδηλωμένη αισιοδοξία του με ακριβείς αναφορές σε όσα θεωρεί καινούργια πολιτικά στοιχεία της λαϊκής αντίστασης στην Ελλάδα, όπου διέκρινε επίσης την εμφάνιση ενός νέου πολιτικού υποκειμένου. Αλλά δεν πείστηκα.[1]

Βεβαίως, το κουράγιο και η επινοητικότητα του προοδευτικού και αντιφασιστικού κινήματος όσον αφορά την τακτική προκαλεί ενθουσιασμό. Επιπλέον, τέτοιες αντιδράσεις είναι εξαιρετικά αναγκαίες. Είναι όμως κάτι καινούργιο; Καθόλου. Αποτελούν τα ίδια και απαράλλακτα στοιχεία κάθε πραγματικά μαζικού κινήματος: εξισωτισμός, δημοκρατία των πολλών, επινόηση συνθημάτων, γενναιότητα, ταχύτητα αντιδράσεων... Τα ίδια είδαμε και με την ίδια ενεργητικότητα —χαρούμενη και λίγο αγωνιώδη— τον Μάη του '68 στη Γαλλία. Τα είδαμε πιο πρόσφατα στην Πλατεία Ταχρίρ της Αιγύπτου. Στην πραγματικότητα, όλα αυτά υπήρχαν και στις εποχές του Σπάρτακου ή του Τόμας Μίντσερ. [...] Όμως τα νέα πολιτικά στοιχεία και ένα νέο πολιτικό υποκείμενο είναι κάτι άλλο: η ζωτικότητά τους απαιτεί την ύπαρξη κινήματος, αλλά δεν μπορεί ποτέ να συγχέεται μ' αυτό.[2]


ΑΣ ΞΕΚΙΝΗΣΟΥΜΕ όμως, προσωρινά, από μια άλλη αφετηρία. Η Ελλάδα είναι μια χώρα με πολύ μακρόχρονη ιστορία, πλανητικής σημασίας. Είναι μια χώρα η αντίσταση της οποίας σε διαδοχικά καταπιεστικά καθεστώτα και κατοχικές δυνάμεις έχει μια ιδιαίτερη ιστορική πυκνότητα. Είναι μια χώρα που το κομμουνιστικό κίνημα, και με τη μορφή του ένοπλου αγώνα, ήταν πολύ ισχυρό. Μια χώρα που η νεολαία της ακόμη και σήμερα δημιουργεί ένα παράδειγμα με τις μαζικές και πεισματικές εξεγέρσεις. Μια χώρα όπου οι κλασικές αντιδραστικές δυνάμεις αναμφίβολα είναι πολύ καλά οργανωμένες και όπου υπάρχουν επίσης μεγάλα και θαρραλέα λαϊκά κινήματα. Μια χώρα όπου υπάρχουν επίφοβες φασιστικές οργανώσεις, αλλά και ένα αριστερό κόμμα με μια φαινομενικά στέρεα εκλογικά και μαχητική βάση.

Κι όμως, ό,τι συμβαίνει σήμερα σ' αυτή τη χώρα μοιάζει σαν να μην μπορεί να σταματήσει την ακραία κυριαρχία του αχαλίνωτου από τη δική του κρίση καπιταλισμού. Μοιάζει σαν να μην έχει η χώρα, υπό τη διεύθυνση των δουλικών κυβερνήσεων και της τρόικας, καμιά άλλη εναλλακτική λύση εκτός από το να ακολουθεί τα βάρβαρα αντιλαϊκά διατάγματα της ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας. Πράγματι, όσον αφορά τα ζητήματα που τίθενται και τις ευρωπαϊκές ‘‘λύσεις” τους, το κίνημα αντίστασης μοιάζει περισσότερο να ακολουθεί μια τακτική καθυστέρησης παρά να γίνεται σημαιοφόρος μιας αυθεντικής πολιτικής εναλλακτικής λύσης.

Αυτό είναι το μεγάλο δίδαγμα των καιρών, που μας καλεί όχι μόνο να υποστηρίξουμε με όλη μας τη δύναμη τον θαρραλέο ελληνικό λαό, αλλά να στοχαστούμε από κοινού γύρω από ιδέες και πρακτικές ώστε αυτό το κουράγιο που επιδεικνύει να μην αχρηστευθεί από απελπισία.

Διότι αυτό που εντυπωσιάζει —στην Ελλάδα πάνω απ' όλα αλλά και αλλού επίσης, ιδίως στη Γαλλία— είναι μια έκδηλη αδυναμία των προοδευτικών δυνάμεων να επιβάλουν ακόμη και την ελαχιστότατη υποχώρηση των οικονομικών και κρατικών εξουσιών που επιδιώκουν να υποτάξουν το λαό ανεπιφύλακτα στον νέο (αν και μακροχρόνιο επίσης, και θεμελιακό) νόμο του ακραιφνούς φιλελευθερισμού.

Όχι μόνο δεν έχουν σημειώσει κανένα προχώρημα οι προοδευτικές δυνάμεις, όχι μόνο δεν έχουν καταφέρει ακόμη και μια περιορισμένη επιτυχία, αλλά οι δυνάμεις του φασισμού επεκτάθηκαν και στη βάση του ψευδαισθητικού φόντου ενός ξενοφοβικού και ρατσιστικού εθνικισμού διεκδικούν σήμερα να γίνουν η ηγετική δύναμη αντίθεσης στα διατάγματα της ευρωπαϊκής διοίκησης.[3]


Η ΑΙΣΘΗΣΗ ΜΟΥ είναι πως η βαθύτερη αιτία αυτής της αδυναμίας δεν είναι η αδράνεια του κόσμου, η έλλειψη κουράγιου ή το ότι οι περισσότεροι υποστηρίζουν τα “αναγκαία κακά”. Πολλές μαρτυρίες δείχνουν ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις για σθεναρή και μαζική λαϊκή αντίσταση στην Ελλάδα. Ακόμη και στη Γαλλία, με τις δράσεις κατά τη συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης του Σαρκοζί [...] είδαμε ότι μεγάλα τμήματα του λαού επέδειξαν την ικανότητά τους για πεισματική αντίσταση και υιοθέτησαν τις γνωστές μορφές του κινηματικού κομμουνισμού, κυρίως τη χρήση μη συμβατικών μορφών απεργίας και συνελεύσεις που αφαίρεσαν την ηγεμονία από τον επίσημο συνδικαλισμό. Εντούτοις, από όλες αυτές τις προσπάθειες δεν έχει εμφανιστεί σε μαζική κλίμακα νέα πολιτική σκέψη, ούτε έχει εμφανιστεί ένα νέο λεξιλόγιο από τη ρητορική της διαμαρτυρίας, και τα αφεντικά των συνδικάτων κατάφεραν τελικά να πείσουν τους πάντες ότι έπρεπε να περιμένουν τις ...εκλογές.

Νομίζω ότι αυτό που βιώνουμε σήμερα είναι ότι οι περισσότεροι αγωνιστές πολλών πολιτικών κατηγοριών στέκονται σε μεγάλο βαθμό αμήχανοι αντί να προσπαθούν να χρησιμοποιήσουν τη σκέψη τους και να μετασχηματίσουν την τρέχουσα κατάσταση.

Μετά τα σαρωτικά κινήματα των δεκαετιών του 1960 και 1970,[4] κληρονομήσαμε μια μακροχρόνια αντεπαναστατική περίοδο, οικονομικά, πολιτικά και ιδεολογικά. Αυτή η αντεπανάσταση έχει καταστρέψει σε βάθος την αυτοπεποίθηση και τη δύναμη που κάποτε μπορούσαν να εμποτίζουν τη λαϊκή συνείδηση με τις πιο στοιχειώδεις λέξεις της πολιτικής της χειραφέτησης —λέξεις όπως, για να παραθέσω κάποιες τυχαία, «ταξικός αγώνας», «γενική απεργία», «επανάσταση», «δημοκρατία των μαζών», «εθνικοποίηση χωρίς αποζημίωση», «παράνομη δράση», «συμμαχία εργατών-φοιτητών», «εθνική απελευθέρωση»,[5] «δικτατορία του λαού», «προλεταριακό κόμμα» και πολλές άλλες. Η λέξη-κλειδί «κομμουνισμός», που κυριαρχούσε στην πολιτική σκηνή από τις αρχές του 19ου αιώνα, περιορίστηκε σε ένα είδος ιστορικού στίγματος, διότι πρέπει να αναγνωριστεί ότι η ιστορική αφήγηση την οποία δέχεται ακόμη και η προοδευτική κοινή γνώμη υπαγορεύεται πλήρως από τον αντίπαλο. Το ότι η εξίσωση «κομμουνισμός ίσον ολοκληρωτισμός» θα κατέληγε να εμφανιστεί ως κάτι το φυσικό και ομόφωνα αποδεκτό αποτελεί μια ένδειξη του βάθους της αποτυχίας των επαναστατών κατά τη δεκαετία του 1980. Βεβαίως, δεν μπορούμε επίσης να αποφύγουμε μια διεισδυτική και σοβαρή κριτική των σοσιαλιστικών κρατών και των κομμουνιστικών κομμάτων που πήραν την εξουσία, ιδίως στη Σοβιετική Ένωση. Αλλά αυτή η κριτική πρέπει να είναι δική μας. Πρέπει να θρέφει τις δικές μας θεωρίες και πρακτικές , να τις βοηθά να αναπτυχθούν και να μην οδηγεί σε ένα είδος μελαγχολικής αποκήρυξης που πετάει και το μωρό μαζί με τα νερά. Αυτό έχει οδηγήσει σε μια εκπληκτική κατάσταση: όσον αφορά ένα ιστορικό γεγονός κεφαλαιώδους σημασίας για εμάς, έχουμε υιοθετήσει, πρακτικά χωρίς περιορισμό, την άποψη του εχθρού. Και εκείνοι που δεν έχουν κάνει αυτό το πράγμα απλά επιμένουν στην παλιά θλιμμένη ρητορική, σαν να μην έχει συμβεί τίποτε. [6]

Από όλες τις νίκες των αντιπάλων μας, —στις γραμμές των οποίων θα πρέπει να κατατάξουμε τη νέα φρουρά των μαντρόσκυλων της σύγχρονης ιδεολογικής τάξης πραγμάτων που όλοι σχεδόν ήταν λιποτάκτες των κινημάτων του 1968— αυτή η συμβολική νίκη είναι η πιο σημαντική. Όχι μόνο επιτρέψαμε να δυσφημιστεί και να γελοιοποιηθεί το λεξιλόγιό μας , αν δεν χρησιμοποιείται απλά σαν εγκληματικό, αλλά και οι ίδιοι χρησιμοποιούμε τις αγαπημένες λέξεις των αντιπάλων σαν να ήταν δικές μας. Αυτό ισχύει ιδίως για την κατάσταση που μας ενδιαφέρει με τις λέξεις «δημοκρατία», «οικονομία», «Ευρώπη» και αρκετές άλλες. Ακόμη και το νόημα μάλλον ουδέτερων εκφράσεων, όπως ο «λαός» εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις δημοσκοπήσεις και τα ΜΜΕ και ενσωματώνεται σε ανόητες φράσεις όπως «ο λαός πιστεύει ότι ...».


ΤΙΣ ΕΠΟΧΕΣ των παλιών κομμουνισμών, συνηθίζαμε να περιγελούμε αυτή που ονομάζαμε γλώσσα των χιλιοειπωμένων λέξεων, τη γλώσσα-κλισέ —τα άδεια λόγια και τα πομπώδη επίθετα.

Βεβαίως, βεβαίως. Όμως η ύπαρξη μιας κοινής γλώσσας δηλώνει μια κοινή ιδέα. Η αποτελεσματικότητα των μαθηματικών στις επιστήμες —και δεν μπορεί να το αρνηθεί κανείς ότι τα μαθηματικά είναι μια θαυμάσια γλώσσα-κλισέ— έχει να κάνει αποκλειστικά με το ότι σχηματοποιεί την επιστημονική ιδέα. Με την ικανότητα να σχηματοποιούμε γρήγορα την ανάλυση μιας κατάστασης και τις τακτικές συνέπειες αυτής της ανάλυσης. Αυτή η ικανότητα δεν είναι λιγότερο απαραίτητη στην πολιτική. Είναι ένα σημάδι στρατηγικής ζωτικότητας.

Σήμερα, μία από τις μεγάλες δυνάμεις της επίσημης δημοκρατικής ιδεολογίας είναι ακριβώς το ότι έχει στη διάθεσή της μια γλώσσα-κλισέ που την εκπέμπει κάθε μέσο και κάθε κυβέρνηση χωρίς εξαίρεση. Ποιος θα μπορούσε να πιστέψει ότι όροι όπως «δημοκρατία», «ελευθερίες», «οικονομία της αγοράς», «ανθρώπινα δικαιώματα», «ισοσκελισμένοι προϋπολογισμοί», «εθνική προσπάθεια», «γαλλικός λαός», «ανταγωνιστικότητα», «μεταρρυθμίσεις» κ.ο.κ. δεν είναι τίποτε άλλο παρά στοιχεία μιας πανταχού παρούσας γλώσσας-κλισέ; Εμείς, οι αγωνιστές χωρίς στρατηγική χειραφέτησης, είμαστε (και ήμαστε επί αρκετό χρονικό διάστημα) οι πραγματικοί αφασικοί! Και δεν πρόκειται να μας σώσει η συμπαθητική και αναπόφευκτη γλώσσα της κινηματικής δημοκρατίας. «Κάτω αυτό ή εκείνο», «Όλοι μαζί θα νικήσουμε», «Έξω», «Αντίσταση!», «το δικαίωμα στην εξέγερση»... Όλα αυτά είναι ικανά για να συσπειρώνουν στιγμιαία τις συλλογικές συγκινήσεις και, τακτικά, είναι πολύ χρήσιμα —αλλά αφήνουν παντελώς άλυτο το ζήτημα μιας ευανάγνωστης στρατηγικής. Είναι μια πολύ φτωχή γλώσσα για μια στρατηγικής σημασίας πραγμάτευση του μέλλοντος των πράξεων χειραφέτησης.


ΒΕΒΑΙΩΣ το βασικό στοιχείο της πολιτικής επιτυχίας είναι η δύναμη της εξέγερσης, το εύρος και το θάρρος της. Αλλά επίσης βασικά στοιχεία είναι η πειθαρχία και η ικανότητα να προβαίνει σε διακηρύξεις —οι διακηρύξεις σχετίζονται με το θετικό στρατηγικό μέλλον και αυτό αποκαλύπτει μια νέα δυνατότητα που έχει μείνει αόρατη εν μέσω της προπαγάνδας των εχθρών. Αυτό θα όφειλαν να εκμαιεύσουν οι οργανωμένοι αγωνιστές ενός κινήματος από όσα λέγονται και γίνονται. Αυτό θα όφειλαν να μορφοποιήσουν και να το φέρουν στην ευρύτερη συζήτηση στη λαϊκή βάση του κινήματος. Γι' αυτό και η ύπαρξη μεγάλων λαϊκών κινημάτων, αν και αποτελεί ένα μεγάλο ιστορικό φαινόμενο, δεν μπορεί αφ' εαυτής να διαμορφώσει πολιτικό όραμα. Εκείνο που δένει σφιχτά ένα κίνημα στη βάση των ατομικών συγκινήσεων είναι πάντα κάτι που έχει αρνητικό χαρακτήρα: είναι κάτι που προέρχεται από αφηρημένες αρνήσεις, όπως «κάτω ο καπιταλισμός» ή «να σταματήσουν οι απολύσεις» ή «όχι στη λιτότητα» ή «έξω η τρόικα» που δεν έχουν αυστηρά άλλο αποτέλεσμα παρά να συγκολλούν προσωρινά το κίνημα μέσω της αρνητικής αδυναμίας των συναισθημάτων του. Όσον αφορά δε πιο συγκεκριμένες αρνήσεις, εφόσον ο στόχος τους είναι ακριβής και συσπειρώνουν διαφορετικά στρώματα του πληθυσμού, όπως το «Κάτω ο Μουμπάρακ» κατά τη διάρκεια της Αραβικής Άνοιξης, μπορούν όντως να επιτύχουν ένα αποτέλεσμα, αλλά δεν μπορούν να οικοδομήσουν την πολιτική αυτού του αποτελέσματος, όπως βλέπουμε σήμερα στην Αίγυπτο και στην Τυνησία, όπου αντιδραστικά θρησκευτικά κόμματα δρέπουν τους καρπούς ενός κινήματος με το οποίο δεν έχουν πραγματική σχέση.

Διότι κάθε πολιτική είναι η οργανωμένη έκφραση αυτού που βεβαιώνει και προτείνει και όχι αυτού που αρνείται και απορρίπτει. Η πολιτική είναι μια ενεργή και οργανωμένη πεποίθηση, μια σκέψη εν δράσει που δείχνει τις μη ορατές δυνατότητες.[7]  Λέξεις κλειδιά όπως «αντίσταση!» είναι κατάλληλες να συνενώνουν άτομα, αλλά κινδυνεύουν να δημιουργήσουν μια συσπείρωση που δεν αντιπροσωπεύει τίποτε άλλο παρά ένα χαρούμενο και ενθουσιώδες μείγμα ιστορικής ύπαρξης και πολιτικής αδυναμίας, για να γίνει πικρός αναδιπλασιασμός και στείρα επανάληψη της αποτυχίας, αν ο εχθρός (που είναι πολύ καλύτερα εξοπλισμένος πολιτικά, ιδεολογικά και έχει κυβερνητική ισχύ) τελικά νικήσει.

≈≈≈≈≈


[1] Εδώ ο Μπαντιού επικρίνει με γαλατική ευγένεια, ίσως και με κάποια συναδελφικότητα που επιβάλλει ο κοινοτισμός τής academia, τον συχνά αφόρητο βολονταρισμό τού Δουζίνα, κοινό και χαρακτηριστικό γνώρισμα της Αριστεράς τών «νέων κινημάτων». Πολύ ήπιο. Το λιγότερο που θα άξιζε ο Δουζίνας κατά τη γνώμη μας θα ήταν ένα επιμελημένα άτεχνο σφάξιμο με βαμβάκι…

[2] Ο Αλαίν Μπαντιού είναι κατά κάποιο τρόπο παιδί τού γαλλικού Μάη τού ’68. Δεν μπορεί να τον αποκηρύξει όπως συχνά θέλουμε να κάνουμε εμείς, μπαίνοντας στον πειρασμό ακόμα και να προσυπογράψουμε, από αριστερή σκοπιά βεβαίως, την αποστροφή τού Σαρκοζί «πρέπει να τελειώνουμε με τον Μάη τού ’68». Ανιχνεύεται όμως εδώ μια κάποια (αυτο)κριτική για το υπερβολικό φορτίο που πολλοί αριστεροί εναπόθεσαν σ’ εκείνο το μήνα εκείνης τής χρονιάς. Τι καλά που θα ήταν αν κι ο Αλέκος Αλαβάνος έκανε κάποιες αντίστοιχες σκέψεις για τις δικές του εκκλήσεις υπέρ τής μετατροπής τής πλατείας Συντάγματος σε πλατεία Ταχρίρ…

[3] Ακούει κανείς από τους «αριστερούς ευρωπαϊστές» τού ΣΥΡΙΖΑ ή είναι όλοι πλήρως παραδομένοι στο γλυκό και βαθύ ‘‘διεθνιστικό’’ ύπνο τους, από τον οποίο ούτε ο θόρυβος από το ακόνισμα των Χρυσαυγίτικων στιλέτων δεν τους ξυπνά;

[4] Σαρωτικά; Δεν θα το λέγαμε. Κι αν το λέγαμε, θα του προσδίδαμε αυτοπαθή έννοια. Μα, όπως είπαμε δύο υποσημειώσεις παραπάνω, ο Μπαντιού είναι παιδί τού γαλλικού Μάη. Η πατροκτονία είναι ζόρικη υπόθεση ακόμα και για κομμουνιστές φιλοσόφους…  

[5] Ο Μπαντιού δεν βάζει εισαγωγικά αμφισβήτησης στον όρο εθνική απελευθέρωση. Βάζει τα κλασικά εισαγωγικά, της παράθεσης. Μάλλον όμως θα τη γλιτώσει και δεν θα τον καταγγείλουν γι’ αυτό το ‘‘εθνικιστικό άμάρτημα, επί «εθνοκομμουνισμώ» δηλαδή, ο Μηλιός, ο Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος, ο Λάσκος, ο Σταθάκης και τ’ άλλα τα ‘‘παιδιά’’: ο Μπαντιού είχε προσυπογράψει μαζί με άλλους ευρωπαίους διανοούμενους διακήρυξη υπέρ τής υπερψήφισης του ΣΥΡΙΖΑ στις περσινές εκλογές τού Ιουνίου και μπρος στη (μικρο)κομματική σκοπιμότητα τι είναι η συνέπεια προς τις ίδιες τις δικές τους θέσεις ιδεοληψίες...

[6] «[Σ]αν να μην έχει συμβεί τίποτα». Για ποιους χτυπάει η καμπάνα εδώ; Μα για τους φίλους μας του ΚΚΕ! Αλλά κι αυτοί, κατά πλειοψηφία, είναι παραδομένοι στο δικό τους βαθύ και γλυκό ύπνο και βλέπουν στα όνειρά τους το παρελθόν να επαναλαμβάνεται με καρμπόν. Εναποθέτουμε τις ελπίδες μας στην αόρατη (ελέω ‘‘δημοκρατικού’’ συγκεντρωτισμού) μειοψηφία τους…

[7]  Αυτό το «μη εισέτι είναι» τού Ερνστ Μπλοχ.


Η εικόνα, από το hdwallpapersinn.com



10 σχόλια:

ΕΟΣ (Ενωση Οπαδων της ΣΥΡΙΖΑ) είπε...

- Ευχάριστη έκπληξη το γεγονός ότι "ανακαλύψατε" τον Μπαντιού, έστω και συγκυριακά...

LeftG700 είπε...

Φίλοι τής ΕΟΣ,


Συνεχίστε να μας υποτιμάτε και θα "φάτε" καλά! ;-) Και συνεχίστε να μας διαβάζετε στο πόδι (διαφορετικά δεν θα σχηματίζατε την εντύπωση ότι ανακηρύξαμε τον Μπαντιού περίπου σε Προφήτη μας...).


Τα λέμε

tasos m. είπε...

Μια απλή διόρθωση σύντροφε.Δουζίνας και όχι Ντουζίνας.

LeftG700 είπε...

Φίλε tasos m., καλώς ήρθες.


Ναι γμω τοι κέρατό μου. Δουζίνας. Με δου! Κι αν το έχω γράψει το όνομά του κι αν το έχω διαβάσει! Ευχαριστώ πολύ!


Τα λέμε

skipper είπε...

Εκεί που θα διαφωνήσω με τον Μπαντιού ,είναι στο ότι "ο κόσμος δεν ευρίσκεται σε αδράνεια".

Σαφώς και δεν ισχύει κάτι τέτοιο και αποδεικνύεται από το ίδιο του το άρθρο ...με τα όσα λέει μετά την επίμαχη φράση.

Η αρχική -προ καιρού ..χα χα- μαχητικότητα και το "επαναστατικό" πνεύμα που επιδείκνυε ο ΣΥΡΙΖΑ πήγε...σαν το σκυλί στ' αμπέλι.
Στην αρχή "τσίμπησε" το τυράκι...και έγινε νοικοκυραίος (ιστορική μαλακία ολκής).
Η κόντρα με την ΑΠ μετά από αυτό...αναμενόμενη βεβαίως βεβαίως (υιοθέτηση της άποψης του εχθρού λεγεται αυτό...χα χα).
Πετάει και το πολυ καλά δουλεμένο παραμυθάκι του σαξές στόρυ ο Σαμ-ως αλληλοαναιρούμενη δύναμη απέναντι στα ψήγματα αντίδρασης που είχαν απομείνει στον ΣΥΡΙΖΑ-......και άντε τώρα εσύ να κινητοποιήσεις τον κοσμάκη.
Πως και με ποια στοιχεία, όταν και μετά την "σταθεροποίηση" της κατάστασης , οι περισσότεροι υποφέρουν από το σύνδρομο της διπλής σχέσης όπως λέγεται. Και για να επιλέξεις πρέπει να χεις όραμα....και αυτό απουσιάζει.
Κι όσο περνάει ο καιρός και συνηθίζει ο καθείς στην κακοποίηση ,στο τέλος μαθαίνει να ζει έτσι...ανοίγοντας κανά δυο τρύπες παραπάνω στο ζωνάρι του.

ΕΟΣ (Ενωση Οπαδων της ΣΥΡΙΖΑ) είπε...

1. Ο τίτλος του άρθρου του Alain Badiou στο radical philosophy δεν είναι «Η τωρινή αδυναμία μας: Το Ελληνικό Σύμπτωμα: Χρέος, Κρίση και η Κρίση τής Αριστεράς» αλλά «Our contemporary impotence», που ποιο σωστά μεταφράζεται όχι σαν «Η τωρινή αδυναμία μας » αλλά σαν «η σύγχρονη ανικανότητά μας».

Το άρθρο που αναδημοσιεύετε είναι μετάφραση του «Greek anti-fascism protests put the left's impotence on display»  από το «the guardian» το οποίο όπως γράφει στο τέλος του: This is an edited extract of an article in Radical Philosophy.

Μια άλλη μετάφρασή του - που είναι τουλάχιστον πιο ειλικρινής ως προς τις πηγές της - υπάρχει εδώ: O Alain Badiou για την Ελλάδα και την Αριστερά.  Από αυτό το κείμενο της «guardian» απουσιάζει το κομμάτι εκείνο που αναφέρεται στις σχέσεις ανάμεσα στις έννοιες «κομμουνισμός», «λαός» και «άνθρωπος» και έχουν ιδιαίτερη αξία για τους αριστερούς, όχι βέβαια την ίδια για τους αναγνώστες της «guardian», γιαυτό και δεν το δημοσιεύουν…

2. Γενικά οι θέσεις και οι απόψεις του A. Badiou δεν έχουν καμία σχέση με αυτό που αναφέρεται στο κείμενό σας:

«Μια αδυναμία που την εντοπίζει πρώτα και κύρια στη «μελαγχολική αποκήρυξη» εκ μέρους τής πολιτικής Αριστεράς των παλιών καλών ιδεών που αξίζει να κρατήσουμε (αυτές που οι εχθροί μας και οι εξωμότες της Αριστεράς χαρακτηρίζουν «ιδεολογήματα του παρελθόντος») και τη ρητή ή υπόρρητη υιοθέτηση της πολεμικής τών αντιπάλων για τις μαύρες τρύπες τής ιστορικής διαδρομής μας, αντί τής δικής μας κριτικής για όσα πρέπει να πετάξουμε, με τις δικές μας λέξεις και τη δική μας νοηματοδότηση όσων λέξεων είναι κοινές ή αμφίσημες.»

Ο A. Badiou αναφέρεται στο «θάνατο του μαρξισμού», όπως τον αντιλαμβάνεστε και τον υποστηρίζετε στα κείμενά σας, απορρίπτει το λενινιστικό μοντέλο, ως μορφή οργάνωσης της πολιτικής πρωτοπορίας και θεωρεί ότι ως «παλιά καλή ιδέα» που πρέπει να κρατήσουμε είναι η «κομμούνα» και να «ξαναγράψουμε» το κομμουνιστικό μανιφέστο

LeftG700 είπε...

Φίλε skipper, καλό μεσημέρι και καλή εβδομάδα. :-)


Ως προς την πρώτη παρατήρησή σου: Μήπως αδικείς κάπου τον Μπαντιού; Αν προσέξεις, θα δεις ότι δεν υιοθετεί την άποψη που θέλει τάχα τις μάζες να ξεχύνονται αποφασισμένες για ριζικές ανατροπές και πρόθυμες να υποστούν τις αναπόφευκτες θυσίες. Γράφει:

Η ΑΙΣΘΗΣΗ ΜΟΥ είναι πως η βαθύτερη αιτία αυτής της αδυναμίας δεν είναι η αδράνεια του κόσμου, η έλλειψη κουράγιου ή το ότι οι περισσότεροι υποστηρίζουν τα “αναγκαία κακά”. Πολλές μαρτυρίες δείχνουν ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις για σθεναρή και μαζική λαϊκή αντίσταση στην Ελλάδα.

Όπως το καταλαβαίνω εγώ, μία κάποια αδράνεια τη βλέπει κι αυτός. Και στη θετική του διαπίστωση είναι προσεκτικός: μιλάει για προϋποθέσεις σθεναρής και μαζικής λαϊκής αντίστασης.

Πού ‘‘τα ρίχνει’’ ο Μπαντιού; Μα στην πολιτικά οργανωμένη Αριστερά, και κυρίως στις ηγεσίες της (συμπεριλαμβανομένων και των αριστερών διανοούμενων). Αυτό νομίζω βγαίνει ξεκάθαρα από το άρθρο του.

Εκεί ‘‘τα ρίχνεις’’ κι εσύ δηλαδή. Και πολύ καλά κάνεις! Ανεξάρτητα από το αν στην περίπτωση που γινόντουσαν εκλογές την επόμενη βδομάδα θα ψήφιζες ΣΥΡΙΖΑ, όπως μάλλον θα ξαναέκανε κι ο ίδιος ο Μπαντιού, το κριτικό πνεύμα δεν πρέπει να λείπει!

Φίλε skipper, κατά την προσωπική μου άποψη, το κύριο πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ότι …νοικοκυρεύτηκε. Στην τελική, η Ελλάδα και πολλές ακόμα χώρες τής Δ. Ευρώπης τουλάχιστον, χώρες νοικοκυραίων είναι. Πώς να τους προσεγγίσεις και να σε προσεγγίσουν αν δεν μπεις λίγο στα παπούτσια τους; Το κύριο πρόβλημα είναι ότι το κάνει άνευ όρων, προϋποθέσεων και διευκρινίσεων (αστερίσκων). Δεν είναι ότι συμβιβάζεται (όταν συμβιβάζεσαι και φοράς τα παπούτσια τού άλλου ζητάς κάτι κι από εκείνον —για παράδειγμα: τα κορδόνια να είναι τα δικά σου). Προσχωρεί.

Θα έχεις διαβάσει εκατοντάδες φορές τη διατύπωση «Ελλάδα, ο αδύναμος κρίκος», που παραπέμπει στη λενινιστική συμπλήρωση του Μαρξ με τη θεωρία τού ιμπεριαλισμού. Έτσι είναι. Αλλά αυτό είναι η μισή αλήθεια. Η άλλη μισή είναι ότι σε αυτή τη δυστυχή αλλά ευνοϊκή για εμάς συγκυρία βρεθήκαμε με ηγεσίες κατώτερες των περιστάσεων (κι αυτό, δυστυχώς, πηγαίνει και στην ηγεσία τής ΑΠ κατά τη γνώμη μου).


Τα λέμε


(ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ) ΥΓ: Στην Καλύβα δεν θα με ξαναδείς, όπως ίσως έχεις καταλάβει. Λύσαμε με τον Πάνο αμοιβαία το ‘‘συμβόλαιο συνεργασίας’’. Περίπου αμοιβαίες ήταν και οι αιτίες: εκείνος δεν μπορούσε να ανεχθεί την αντιπολιτευτική κριτική κι εγώ δεν μπορούσα να δεχθώ τον πολιτικό αφοπλισμό μου . Η διαφορά μας είναι ότι ο ένας είναι ‘‘αντισταλινικός’’ κι ο άλλος ‘‘σταλινικός’’ (ψάξε εσύ να βρεις ποιος είναι ποιος… ;-) :-) )

LeftG700 είπε...

Φίλοι τής ΕΟΣ,


1. Για τη μετάφραση του τίτλου: Προσπάθησα να αποδώσω παρά να μεταφράσω, λαμβάνοντας υπ’ όψη μου το όλο πνεύμα τού άρθρου. Έτσι κατέληξα να μιλήσω για «αδυναμία» κι όχι για «ανικανότητα». Όσο για το «contemporary», η πιο κατάλληλη έκφραση θα ήταν «του καιρού μας». Αλλά μετά έμπλεκα με δυο κτητικά «μας».

2. Πώς δεν έχει καμία σχέση; Δεν γράφει ο Μπαντιού αριθμητικώς και ολογράφως «Από όλες τις νίκες των αντιπάλων μας, —στις γραμμές των οποίων θα πρέπει να κατατάξουμε τη νέα φρουρά των μαντρόσκυλων της σύγχρονης ιδεολογικής τάξης πραγμάτων που όλοι σχεδόν ήταν λιποτάκτες των κινημάτων του 1968— αυτή η συμβολική νίκη είναι η πιο σημαντική. Όχι μόνο επιτρέψαμε να δυσφημιστεί και να γελοιοποιηθεί το λεξιλόγιό μας , αν δεν χρησιμοποιείται απλά σαν εγκληματικό, αλλά και οι ίδιοι χρησιμοποιούμε τις αγαπημένες λέξεις των αντιπάλων σαν να ήταν δικές μας.»;;;

Είναι περίεργο να μας εγκαλείτε εσείς για διαστρεβλωμένη πρόσληψη του μαρξισμού! Τι σας κόφτει για κάτι που το έχετε ανακηρύξει άταφο πτώμα;

«Λενινιστικό μοντέλο»; Δεν αποδεχόμαστε τον όρο μοντέλο. Μυρίζει δογματίλα (ή προσπάθεια να εμφανιστούν οι λενινιστές δογματικοί εξ ορισμού). Προτιμάμε να μιλάμε για ιδέες, αντιλήψεις, κ.λπ. Και πουθενά στο άρθρο δεν είδαμε κανένα κάλεσμα του Μπαντιού να βάλουμε «φωτιά στα γενικά επιτελεία». Τα κοπανάει, αλλά δεν τα καταργεί.

Τέλος: Περνάτε εντελώς τελείως στο ντούκου το ευγενικό αλλά αλύπητο ξύλο που ρίχνει ο Μπαντιού στους οπαδούς τής άποψης «το κόμμα δεν είναι τίποτε, το κίνημα είναι το παν». Κατανοητό. Αντιπροσωπεύετε το σκληρό πυρήνα αυτών τών οπαδών. Το ότι δεν φωνάξατε καθόλου δεν σημαίνει όμως ότι δεν φάγατε ξύλο…


Τα λέμε

Ανώνυμος είπε...

Αδυναμία της αριστεράς...
Αδράνεια του κόσμου...

..κι άλλα που βαριέμαι να τα διαβάζω και να τα επαναλαμβάνω.

Καλός κι ο γάλλος κι ο βόσνιος κι ο ένας κι ο άλλος.
Μόνο που εκφέρουν γνώμη λαμβάνοντας υπ όψιν την ιδεατή εκδοχή του, έχουμε αριστερά και έχουμε και σωστούς και σοβαρούς εκπροσώπους της.
Την εκδοχή οι μετριότητες να μην έχουν στριμωχτεί στην αντίδραση, μα να έχουν καταλάβει όλα τα κάστρα της οποιαδήποτε μορφής αριστεράς, δεν την λαμβάνουν υπ όψιν.
Την εκδοχή οι πολίτες (και δεν μιλάω για την πλειοψηφία της πλέμπας) νάχουν απογοητευτεί απ τις κάθε λογής μαλακίες ασήμαντων που κάνουν παιχνίδι στην ομάδα που μας ενδιαφέρει, που απλά μένουν στον πάγκο και κάνουν παρατηρήσεις του τύπου, είδες; στάλεγα εγώ (όσον αφορά το ΚΚΕ αφ ενός) και απ την επίθεση γυρνάμε στην άμυνα και πάλι στην επίθεση και κάτσε να κάνουμε και καμμιά μεταγραφή, μου είπαν πως εκείνος είναι καλός και πάλι παλινωδίες (όσον αφορά τον συριζα αφ ετέρου) και σε ποιόν να πάμε με υποσχετική στο ΚΚΕ ή στον συριζα (όσον αφορά τους ανταρσύους αφετρίτου-και άφες υμίν κλπ), δεν νομίζω να την εξετάζουν ούτε οι φιλόσοφοι, ούτε κι εμείς.
Μ άλλα λόγια, η εκδοχή του να βρεθήκαμε αίφνης στην χειρότερη καμπή με τους πλέον ακατάλληλους να εμπνεύσουν, να ηγηθούν και ν αναλάβουν δράση, δεν παίζει;
Και μην ακούσω εξυπνάδες του τύπου...οι λαοί κλπ κλπ, διότι οι λαοί θέλουν και τον αρχηγό τους.
Κυρίως αυτόν, έξω από ιδεολογίες ή κοσμοθεωρίες. Ακούγεται υπέροχο και κολακεύομαι κι εγώ όταν ακούω πως μόνος μου θ αποτινάξω, θα μπείξω, θα δείξω κι άλλα μεγαλειώδη.
Η πεζή πραγματικότητα όμως εμένα μου λέει πως...
Αν δεν ήταν ο Σπάρτακος κι ήταν ο Μάρτακος, πάπαλα.
Αν δεν ήταν ο Λένιν κι ήταν ο Μένιν, άστα να πάνε.
Αν δεν ήταν ο Κάστρο΄κι ήταν ο Μάστρο, χέστα.
Αν στη θέση του Τσέ ήταν ο Μσέ, τα ίδια.
Τα ίδια κι αν στη θέση του κοματάντε Μάρκος ήταν ο μοματάντε Μάρκος, ή αν αντί για τον Σαντίνο, εμφανιζόταν κάποιος Μαντίνο.
Ακόμα κι οι αναρχικοί σε τελική ανάλυση, δέχονται την κάποια ηγεσία, αρκεί νάναι καθολικά αποδεκτή.
Τι σας κάνει να πιστεύετε πως οι υπόλοιποι δεν θέλουν τον αρχηγό τους;
Ακόμα και τα χρυσαύγουλα τάπαιζε όπως ήθελε ένας μισότρελος επειδή τους πουλούσε αρχηγιλίκι.
Γνωστή συνταγή, απ τον χίτλερ.
Και γι ακόμα πιο τελική ανάλυση, αν είμαι λάθος να σταματήσουμε να μνημονεύουμε και τον Λένιν και στον Στάλιν και τον Τσε και τον Κάστρο και τον Μάο και τον Τίτο κι όποιον τέλος πάντων άφησε μια παρακαταθήκη στους λαούς και ν αρχίσουμε να μνημονεύουμε τις τότε κεντρικές επιτροπές και τα πολιτικά γραφεία.
Έτσι, γενικώς και αορίστως.
Και καλύπτουμε μια χαρά την εκδοχή νάχει μαζευτεί η σάρα κι η μάρα σ ένα κάρο κινήματα και αριστερά κόμματα που κατάντησαν ανίκανα να εμπνεύσουν ούτε τις οικογένειές τους.

mbiker

LeftG700 είπε...

Φίλε mbiker,


Αν είχες την υπομονή να διαβάσεις το άρθρο τού Μπαντιού, θα έβλεπες ότι πολλά από αυτά που καταλογίζεις στις αριστερές ηγεσίες, καθώς και την ατυχία μας να είναι κατώτερες των περιστάσεων, υπάρχουν σε όσα λέει και όσα υπονοεί ανάμεσα στις αράδες. Δεν μπορεί βέβαια να τα πει έτσι χύμα. Όμως κάνει ό,τι μπορεί για να βαρέσει καμπανάκια. Μην υποτιμάς διανοούμενους σαν τον Μπαντιού. Δεν έχει σε όλα δίκιο (μιλάω γενικά, όχι για το συγκεκριμένο άρθρο), αλλά είναι από τους λίγους που δεν ξεπουλήθηκαν αντί πινακίου σολωμού με χαβιάρι (οφίτσια και παλαμάκια από τους αφέντες τού κόσμου).


Τα λέμε


ΥΓ Γύρισα πριν από λίγο σπίτι και βλέπω (ακούω μάλλον) τώρα τον Αλέξη στον Χατζηνικολάου. Εσύ το είδες όλο;