Τρίτη, 10 Μαΐου 2016

Φίλε Β. Δ. Καργούδη, καλό ταξίδι...



Ο δημοσιογράφος Βαγγέλης Δ. Καργούδης που έφυγε από τη ζωή τα ξημερώματα του Σαββάτου που μας πέρασε από εξοργιστικά ‘‘φτηνή’’ αιτία για τις μέρες μας (γαστρορραγία –αν είναι δυνατόν!) ήταν γνώριμος του ιστολογίου. Διαδικτυακός και μόνον. Ούτε εγώ ούτε κανείς από την παρέα εδώ, ακόμα και στην πιο ευρεία εκδοχή τής παρέας, τον γνώριζε προσωπικά. Δεν ξέραμε καν τη μορφή του. Δεν ήταν καθόλου υποχρεωτικό να πεθάνει για να τη γνωρίσουμε, αλλά να που έτσι ήρθαν τα πράγματα –τι ειρωνεία (δεν είναι η μπάλα η μεγαλύτερη πουτάνα· η ζωή είναι!).
Γνωριστήκαμε σε κάποιο άλλο ιστολόγιο. Και η γνωριμία μας δεν είχε ξεκινήσει καθόλου καλά. Ανάθεμα τα τάλαρα πολιτικά. Εγώ, ό,τι είμαι. Κι εκείνος θιασώτης τής ταξικής συνεργασίας, καθισμένος οπωσδήποτε στην αριστερή πλευρά τού «τραπεζιού τής ειρήνης», αλλά μέχρι εκεί: ούτε υποψία σκέψης για ανατροπή τού τραπεζιού ή για πριόνισμα των ποδιών του με στόχο την κατάρρευσή του. Η πολιτική στόχευσή του σταματούσε σε μία ταξική πλην «αρμονική» κοινωνία, με δίκαιους συνυπαρκτικούς κανόνες, με πρόνοιες ασφαλώς για τους αδύναμους και σε κάθε περίπτωση δημοκρατική. Να αγνοούσε ότι κάτι τέτοιο, μία «ταξική διαρκής δημοκρατική ειρήνη» ας πούμε, είναι αδύνατο να υπάρξει όσο το κεφάλαιο κρατάει τα κλειδιά; Να το ήξερε και να το απωθούσε; Δεν θα το μάθω ποτέ.
Εκείνο που έμαθα γρήγορα ήταν το πόσο παθιασμένα υπερασπιζόταν τις απόψεις του, πράγμα που, εκτός άλλων, σήμαινε ότι ήταν αμείλικτος στο σφυροκόπημα εκείνων τού αντιπάλου, ενίοτε ξεπερνώντας τα όρια και χάνοντας το μέτρο (ακόμα και για ανθρώπους που γνώριζε προσωπικά και ήταν παλιοί φίλοι του). Κι ακόμα, ότι η αντιπαράθεση μαζί του από αριστερές θέσεις δεν ήταν καθόλου παιχνίδι, μια και ο Βαγγέλης Δ. Καργούδης ανήκε στη κατηγορία τών διαβασμένων και χρειαζόταν αρκετή σκέψη –κάποιες φορές και προσφυγή στη βιβλιογραφία– για να του απαντήσεις χωρίς να σε συλλάβει σε θέση οφσάιντ και μετά να σε κλαίει η μάνα σου...
Δεδομένου τού εκρηκτικού χαρακτήρα του (δεν το σχολιάζω αυτό κι έτσι δεν δικαιούται να πει κάποιος «κοίτα ποιος μιλάει»), η ρήξη δεν άργησε και πολύ. Έτσι, σταματήσαμε να απευθυνόμαστε ο ένας στον άλλον και συνεχίσαμε απλώς να συνυπάρχουμε στο ιστολόγιο που μας φιλοξενούσε. Κάτι σαν τους γάτους που όταν συναντιούνται τυχαία και δεν θέλουν να τσακωθούν, κοιτάει ο ένας από εδώ κι ο άλλος από εκεί.
Πέρασε κάποιος καιρός. Και μετά, μία ημέρα τών ημερών, τσουπ! Εμφανίστηκε εδώ σχόλιο με το όνομα «Β. Δ. Καργούδης»! Δεν ξέρω αν αυτό που τον έφερε ήταν κάποιες τύψεις για την άδικη και αδικαιολόγητα σκληρή αντιμετώπισή μου εκ μέρους του (είχε συμβεί αυτό) ή μία κάποια εκτίμηση ή μία μίξη και των δύο ή κάτι άλλο, όπως η τάση πολλών μεγαλύτερων να συνομιλούν με μικρότερους σε ηλικία. Το γεγονός είναι ότι σύντομα έγινε (μιλάμε για τη διετία 2011  – 2012 χοντρικά) σχεδόν καθημερινός σχολιαστής και για διάστημα που, αν θυμάμαι καλά, ξεπέρασε το χρόνο. Οι καβγάδες μεταξύ μας είχαν βέβαια λήξει και το ύφος του είχε μαλακώσει. Ωστόσο ήταν πάντα ο μαχητικός (μέχρι εξουθένωσής σου) Βαγγέλης Καργούδης, που υπερασπιζόταν με πάθος τις απόψεις του και επεδείκνυε σταθερά μία αρετή που εγώ την αξιολογώ πολύ ψηλά στις ανθρώπινες συμπεριφορές, ιδίως κατά τις πολιτικές αντιπαραθέσεις: δεν έκρυβε τα λόγια του, για καλό ή για κακό, δεν στρογγύλευε τα αιχμηρά σημεία τους, κοντολογίς δεν φόραγε προσωπείο, ούτε καν για να κρύψει τις πιο προβληματικές πλευρές τής πολιτικής του πλεύσης, όπως για παράδειγμα την υιοθέτηση του εγχειρήματος του σημιτικού εκσυγχρονισμού (επ’ αυτού ειδικά: η αντιπαραβολική σύγκρισή του με τη στάση τού Αντώνη Λιάκου και την έντεχνη αποστασιοποίηση του δεύτερου από το σημιτισμό τον εξυψώνει ακόμα περισσότερο στα μάτια μου και, βέβαια, επιβεβαιώνει τον πολιτικό νανισμό τού Αντώνη Λιάκου). Μιλούσε (και χτυπούσε) «σαν άντρας», με την αυτοπεποίθηση του ισχυρού και του κυρίαρχου δηλαδή, ιδιότητα που διαθέτουν και αρκετές γυναίκες, παρά την πίεση της σύγχρονης και πιο ύπουλης (‘‘πούστικης’’) ανδροκρατίας να αποδεχθούν την αιώνια κατάταξή τους σε δεύτερης κατηγορίας ανθρώπινα υποκείμενα.
Λίγο πριν κάνει την εμφάνισή του εδώ, έμαθα μέσω ιδιωτικής ηλεκτρονικής επικοινωνίας από φίλη του, που τον γνώριζε προσωπικά και από παλιά, την ιστορία του στα χρόνια τής χούντας. Ο Βαγγέλης Δ. Καργούδης, αν και πιτσιρικάς φοιτητής τότε, λίγο κάτω λίγο πάνω από τα 20, είχε μπλεχτεί μέχρι το λαιμό στην αντίσταση και όταν τον έπιασαν πέρασε τα μαρτύρια του Ιησού Χριστού. Στάθηκε όρθιος, κράτησε παλικαρίσια στάση και όποια κι αν ήταν τα σωματικά τραύματα που δέχθηκε, βγήκε από τα βασανιστήρια ηθικά αλώβητος. Είχα διαβάσει δεκάδες σχόλιά του, σχόλια πολιτικά και συχνά συγκρουσιακά με δεξιούς και αριστερούς διαφωνούντες συνομιλητές του. Ποτέ δεν είχα υποπτευθεί αυτήν την πλευρά του γιατί ποτέ δεν είχε μιλήσει γι’ αυτήν. (Απλώς, θυμάμαι τώρα, κάτι αναφορές από συνομιλητές του στην «ιστορία του», αναφορές που τις εκλάμβανα τότε ως μνεία γενικά της πολιτικής του δραστηριότητας και ενασχόλησης με τα κοινά.) Δεν το κρύβω, είχα εντυπωσιαστεί και μάλιστα διπλά: μία για τη γενναιότητά του και μία για τη σεμνότητά του. Έμελλε όμως να εντυπωσιαστώ και από κάτι άλλο, στο οποίο είχα προσωπική εμπλοκή.
Είχαμε αρχίσει την καθημερινή συνομιλία εδώ, όταν μία διαρκής επίθεση λάσπης που δεχόταν αυτό το ιστολόγιο για χρόνια από κάποιον συγκεκριμένο μπλόγκερ, που δεν θέλω καν να θυμάμαι το όνομά του για να μη λερώνω τη σκέψη μου, έφτασε στο αποκορύφωμά της, με τη διασπορά τής υποψίας ότι αυτό το μπλογκ δεν ήταν παρά μια φωλιά για «Μανιαδάκια», πράγμα το οποίο παρέπεμπε βεβαίως στη στημένη από τον Μανιαδάκη ψεύτικη Κεντρική Επιτροπή τού ΚΚΕ στα χρόνια τής δικτατορίας τού Μεταξά. Και τότε, μέσα στην απελπισία τής ανίσχυρης λύσσας μου (πώς να αμυνθείς απέναντι σε μία τέτοια λάσπη, από τη στιγμή που δεν θέλεις να δώσεις στη δημοσιότητα τον αριθμό τής ταυτότητάς σου και την οδό και τον αριθμό τού σπιτιού σου;), κάλεσα εδώ για μάρτυρες δύο ανθρώπους τού διαδικτύου με τους οποίους συνομιλούσα καθημερινά και που συνομιλούσαν και μαζί με τον συκοφάντη μου σε ένα μπλογκ όπου συνυπήρχαμε και οι τέσσερις. Ο ένας από αυτούς τους δύο ήταν –ναι, σωστά μαντέψατε– ο Βαγγέλης Δ. Καργούδης. Ο οποίος, να σημειωθεί αυτό με μπολντ γράμματα παρακαλώ, ως προς τους πολιτικούς προσανατολισμούς, όσο μακριά ήταν από εμένα, τόσο κοντά βρισκόταν με τον λασπολόγο συκοφάντη αυτού τού μπλογκ.  
Δεν είχαν περάσει πολλές ώρες από την κλήση μου για τη μαρτυρία του και ήρθε. Για να με υπερασπιστεί όσο καλύτερα μπορούσε και να βάλει ένα γερό χέρι στην απομάκρυνση της λάσπης από πάνω μου και από αυτό το ιστολόγιο (όπως έκανε και ο άλλος μάρτυρας που είχα καλέσει).  
Κάποια στιγμή ήρθε ο καιρός να αραιώσει σιγά σιγά την παρουσία του εδώ, γεγονός που συνέπεσε με την όλο και αραιότερη σχολιογραφία του σε άλλα ιστολόγια. Σύντομα, αποσύρθηκε εντελώς από το διαδίκτυο και αρκέστηκε να σχολιάζει την πολιτική πραγματικότητα από την καθημερινή του εκπομπή στον 984 «Χωρίς ζάχαρη». Και τώρα, αυτό. Ένας ξαφνικός και τόσο «τζάμπα» θάνατος.

***

Αυτά είχα να πω για τον «φίλο Β. Δ. Καργούδη» (όπως προσφωνώ όλους τούς συνομιλητές εδώ, έτσι προσφωνούσα κι εκείνον). Τα είπα όπως τα βίωσα, χωρίς αγιοποιήσεις, αλλά και χωρίς μικρόψυχες τσιγκουνιές. Πιστεύω ότι κάπως έτσι θα ήθελε να τα πω: με ειλικρίνεια και εντιμότητα. Και θέλω να ελπίζω ότι, αν μπορούσε να τα διαβάσει (ποιος το ξέρει;), θα έλεγε ένα κάτι σαν «Λέφτηδες, καλώς ειπωμένα». Δεν είναι μόνο ότι το θεώρησα προσωπικό και πολιτικό χρέος και καθήκον να τα πω. Είναι και που μου το ζήτησε η καρδιά μου να το κάνω.
Τώρα δεν μένει παρά να τον αποχαιρετήσω (εκ μέρους και όλης τής «αόρατης παρέας» μου, για λογαριασμό της οποίας γράφω –μισά δικά μου, μισά δικά της). Τον αποχαιρετώ, λοιπόν, και τον ξεπροβοδίζω στο επέκεινα με πολύ πολύ μεγάλη λύπη, αλλά και εξ ίσου μεγάλο σεβασμό και ακόμα μεγαλύτερη εκτίμηση.
Καλό ταξίδι...
ЖΟЖΟЖΟЖΟЖ


1 σχόλιο:

LeftG700 είπε...

Η ανάρτηση αυτή ήταν μία νεκρολογία. Βεβαίως και έχει πολιτική χροιά, αλλά, πάνω από όλα, είναι μία νεκρολογία. Παρακαλώ πολύ, αυτό να μην ξεχαστεί από όποιον ή όποια θελήσει να σχολιάσει, έτσι ώστε να κινηθεί εντός των ειδικών για τέτοιες περιστάσεις κανόνων σχολιασμού.

Αν δεν ήταν άγραφοι, θα τους έγραφα.