Τρίτη, 22 Μαρτίου 2016

Από σήμερα, πλείστοι όσοι θεωρητικοί και διανοούμενοι της Αριστεράς θα πέσουν με τα μούτρα στην ανάδειξη των ευθυνών τού δυτικού ιμπεριαλισμού για τη γιγάντωση του ισλαμοφασισμού. Να έβγαινε τουλάχιστον ένας (1), μόλις κοπάσει η μπόρα, που να εστίαζε και στις ευθύνες τού δυτικού μαρξισμού για τη γιγάντωση του αγνού, ανόθευτου και ορίτζιναλ φασισμού...



 
Ένας τουλάχιστον θα έβγαινε. Βεβαιωμένα. Ευρωπαϊστής, αλλά στην προοπτική τού χρόνου και σε κάθε περίπτωση όχι απροϋπόθετα. Άρα και ευρωσκεπτικιστής με τον τρόπο του, λέω εγώ. Κοντολογίς: όχι πολιτικός μαλάκας.

Θα έβγαινε, οπωσδήποτε θα έβγαινε. Αλλά, δυστυχώς –και προς ανακούφιση κάποιων πολιτικών φελλών τού «αριστερού ευρωπαϊσμού» και του «συνεπούς διεθνισμού» εν γένει, που κατοικοεδρεύουν στον ΣΥΡΙΖΑ, έχουν εγκατασταθεί ή φλερτάρουν εσχάτως  με τη ΛΑΕ, ή, ακόμα, σουλατσάρουν από ’δω κι από ’κει ως «ανέντακτοι»–, έχει πεθάνει...

ЖΟЖΟЖΟЖΟЖ

 
ΕΥΡΩΠΗ: Ο ΒΙΑΣΜΟΣ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

του Άγγελου Ελεφάντη (Αυγή τής Κυριακής, 17 Δεκεμβρίου 2000)

 
ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ της μυθολογίας την είχε βιάσει ο Δίας-ταύρος κατά συρροήν. Ποιος είναι σήμερα ο Δίας; Μπορεί να υπάρξει ποδοσφαιρική ομάδα με το όνομα «Ευρώπη»; Οι φεντεραλιστές ευρωπαϊστές αλλά και οι αντιφεντεραλιστές —δηλαδή τα πολιτικά επιτελεία τών 15 ευρωπαϊκών κρατών, όλων τών πολιτικών οικογενειών που ανταμώθηκαν στη Νίκαια προ ημερών για να ‘‘προωθήσουν’’ την ευρωπαϊκή ενοποίηση με ποσοστά και κλάσματα— θα απαντούσαν στο ερώτημα ότι είναι απολύτως δυνατόν να φτιαχτεί και τέτοια ομάδα. Και θα την έφτιαχναν· δεν θα χρειαζόταν άλλωστε για να γίνει παρά λεφτά. Λεφτά υπάρχουν άπειρα. Κι αφού θα την έφτιαχναν, απερίσκεπτα καθ’ όσον θα παραγνώριζαν το κυριότερο, δηλαδή την αθλητική, και μάλιστα την ποδοσφαιρική, υποκουλτούρα, τότε, εκ των υστέρων, θα έτρεχαν να μπαλώσουν τα αμπάλωτα. Αμπάλωτα, γιατί η ομάδα αυτή θα έπρεπε να φτιάξει αντίστοιχους αντιπάλους για να παίξει σε κάποιο πρωτάθλημα και, δεύτερον, οπαδούς, φανατικούς οπαδούς. Και δεν υπάρχουν οπαδοί και οπαδοσύνη χωρίς φανατισμό, χωρίς έκτροπα έστω λεκτικά. Στο γήπεδο δεν μιλάνε «με το σας και με το σεις» και η φράση «Σας παρακαλώ» δεν ακούστηκε ποτέ. Γι’ αυτό άλλωστε η αθλητική κουλτούρα και ιδεολογία είναι σήμερα οι περισσότερο υλικές από οποιαδήποτε άλλη, ακόμη και από τη θρησκευτική και την καπιταλιστική!

Και όμως, οι Ευρωπαίοι προχώρησαν και προχωρούν ακάθεκτοι προς την ολοκλήρωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης τόσο απερίσκεπτα όσο αν έφτιαχναν μια ‘‘Εθνική’’ ομάδα Ενωμένης Ευρώπης. Απερίσκεπτα, όχι γιατί είναι χαζοί και άπραγα παιδιά, αλλά γιατί είναι υποκείμενοι στην ιδεολογία τής ‘‘μη ιδεολογίας’’, εκείνης τής ιδεολογίας που θεωρεί τις ιδεολογίες νεκρές, ξεπερασμένες, αναχρονισμούς, για τις οποίες δεν υπάρχει χρόνος ούτε προς τα πίσω ούτε προς τα εμπρός, δεν υπάρχει παρελθόν, άρα ούτε μέλλον, παρά μόνο το παρόν, το μετρήσιμο παρόν: «Ας ταΐσουμε τις αγελάδες κρέας, και βλέπουμε». Είδαμε! Ή, για να το πω αλλιώς, όλα τα προβλήματα που έχουν σχέση με την Ευρώπη η ιδεολογία τής μη ιδεολογίας τα ανήγαγε σε αριθμούς και ποσοστά: προβλήματα ιστορίας, χρόνου, δημοκρατίας, λαού, κοινής ευρωπαϊκής ‘‘συνείδησης’’, ταυτότητας, κουλτούρας, πολιτισμού, εξουσίας. Για όλα τούτα από καιρού εις καιρόν καταγράφεται η διαπίστωση κάποιου ‘‘ελλείμματος’’ —έννοια κι αυτή καθαρά ποσοτική, λογιστική— και συνεχίζουμε ακάθεκτοι, ακριβώς, στον δρόμο που χάραξε το ‘‘έλλειμμα’’. Θα εξηγηθώ, κάπως, πιο κάτω. Πριν όμως μια μικρή ιστορία.

Πριν από λίγα χρόνια στις Γενικές Εξετάσεις δόθηκε στους υποψηφίους ως θέμα έκθεσης κάτι περί υπερεθνικής ενότητας και εθνικής ταυτότητας, με το υπόρρητο ερώτημα αν το υπερεθνικό ζημιώνει το εθνικό, αν η ελληνική μας ταυτότητα χάνεται μέσα στη χοάνη τού ευρωπαϊκού [ολοκληρώματος]. Με την υπόρρητη, βέβαια, ‘‘σωστή’’ απάντηση ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υπάρχει, αντίθετα μάλιστα. Σ’ αυτή τη ‘‘σωστή’’ απάντηση οι υποψήφιοι υποχρεώθηκαν να συνηγορήσουν κι όσοι τα κατάφεραν καλά πέρασαν στα ΑΕΙ. Ήταν, παρά ταύτα, η μόνη δημόσια συζήτηση που έγινε στην Ελλάδα, όπου όμως αυτό το κρίσιμο ερώτημα, με δεδομένη και βαθμολογήσιμη την απάντηση, παραπέμφθηκε στους δεκαοκτάρηδες λυκειόπαιδες. Βέβαια, άπειρα άρθρα έχουν γραφτεί στις εφημερίδες, βιβλία εκδόθηκαν ένα σωρό, άπειρες ημερίδες και συνέδρια έχουν γίνει, εκθέσεις ιδεών αναπτύχθηκαν πολλές, γίναμε όλοι πρωτοπόροι ευρωπαϊστές —και κάτι λίγοι έμειναν στη γωνία ως αντιευρωπαϊστές—, αλλά δημόσιος διάλογος, πολιτικός διάλογος δεν έχει γίνει. Ούτε στη Βουλή ούτε στα κόμματα. Η κυβέρνηση, π.χ., πριν υπογράψει τις αποφάσεις τού Μάαστριχτ, του Άμστερνταμ, της Λισσαβώνας, της Νίκαιας, δεν εξέθεσε τις απόψεις της στους πολίτες που την ανέδειξαν, στο κόμμα της, στη Βουλή, δεν ρώτησε τη γνώμη τού λαού, δεν πολιτικοποίησε τα σχετικά ζητήματα. Ούτε η αντιπολίτευση άλλωστε άνοιξε κουβέντα με τον κόσμο της. Και η περιβόητη λαϊκή εντολή, η λαϊκή κυριαρχία, έμεινε κλαψουρίζοντας για το ‘‘έλλειμμά’’ της, με πρώτους κλαψουριστές τους ίδιους τους πρωτεργάτες τού ελλείμματος.

Και τώρα λίγα, αναγκαστικώς, λόγια για τα προβλήματα περί τών οποίων στη σύνοδο της Νίκαιας, μια εβδομάδα πριν, ουδείς έγινε λόγος. Ούτε και σε τούτη την εφημερίδα άλλωστε άνοιξε κουβέντα τα τελευταία χρόνια, εφημερίδα σαφώς ευρωπαϊκών προσανατολισμών ήδη από τη δεκαετία τού ’70, όταν άλλοι ούρλιαζαν «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο!».

Η Ευρώπη φτιάχνεται στο γεωγραφικό, το ιστορικό, το πολιτισμικό, το οικονομικό και το πολιτικό έδαφος των εθνικών ευρωπαϊκών κρατών. Όλα τα ευρωπαϊκά έθνη-κράτη έχουν μια μεγάλης διάρκειας ιστορικότητα, πάνε βαθιά στον χρόνο, μια ιστορικότητα πλασμένη από πολέμους, αίματα, οικονομίες, ιδέες, δημιουργήματα, ενοποιήσεις αλλά και διασπάσεις, πολιτισμούς. Ήταν δηλαδή τα εθνικά κράτη η καρδιά τής ιστορίας —δεν υπάρχει ιστορία τής νεωτερικότητας εκτός εθνικών κρατών—, μια ιστορία που μεταμόρφωσε εθνότητες και εθνοπολιτισμικές ομάδες σε έθνη, σε οντότητες με συνοχή. Όλα τα εθνικά κράτη δημιουργήθηκαν στη βάση μιας οδυνηρής διαδικασίας πρωταρχικής συσσώρευσης κεφαλαίου. Η σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση οικοδομείται στη βάση ενός ανήκουστου πλούτου —σε σχέση με άλλες περιοχές τού κόσμου ή σε σχέση με την ιστορία της— μιας τεράστιας οικονομικής επάρκειας, αν και άνισα κατανεμημένης και κρατικο-γεωγραφικά και κοινωνικά. Αλλά αρκεί ο πλούτος; Ο παλιός, σταλινικής προελεύσεως, ορισμός τού έθνους, ενώ μιλούσε για κοινή συνείδηση, κοινό πολιτισμό, κοινή ιστορία, γλώσσα και κοινή οικονομική βάση, ως συστατικά στοιχεία τού έθνους, στη συνέχεια αξιοδότησε κυρίως το οικονομικό στοιχείο. Οι σημερινοί Ευρωπαίοι —μιλώ πάντα για τα επιτελεία— ως συνεπέστατοι σταλινικοί καθ’ όσον οικονομιστές, καθ’ όσον υποκείμενα της μοναδικής σκέψης, κοιτάνε μόνο το λογιστήριο. Και αγάλλονται. Θεωρούν δηλαδή την οικονομία αναγκαία συνθήκη και επαρκή.

Τη θεωρούν επαρκή διότι καταργούν τον χρόνο, καθ’ όσον βολονταριστές (άλλη βασική διάσταση του σταλινισμού αυτή, του χυδαίου υλισμού και του οικονομικού ντετερμινισμού). Αναπαράγοντας το μοντέλο τού εθνικού κράτους προκρίνουν, βουλησιαρχικά, την ‘‘υπέρβασή’’ του μέσα στη βραχεία διάρκεια, μέσα στα τέρμινα από Διακυβερνητική σε Διακυβερνητική. Ωστόσο χρειάστηκαν αιώνες οι Ρωμιοί να γίνουν Έλληνες, οι Βησιγότθοι Ισπανοί, οι Φράγκοι να γίνουν Γάλλοι, οι Σάξονες Άγγλοι, οι Βαλλόνοι Βέλγοι, οι Βενετσανο-Φλωρεντινο-Ρωμαίοι να γίνουν Ιταλοί κ.λπ. Δε λέω, στην ιστορία υπάρχει ο παράγοντας επιτάχυνση, εκείνη που φέρνουν τα πράγματα (π.χ. το περιστρεφόμενο πανί που δυναμιτίζει τη ναυσιπλοΐα ή η πατάτα και η ντομάτα που αλλάζουν τη μαγειρική) ή η βούληση που επιδεικνύουν οι άνθρωποι. Η βούληση όμως, που πράγματι επιταχύνει τα πράγματα, έχει όρια, αλλιώς δημιουργεί περισσότερα προβλήματα απ’ όσα λύνει. Ευρωπαϊκή αλληλεγγύη, κοινωνική συνοχή-συνύπαρξη, δημοκρατία, νομιμοποίηση εξουσιών, παιδεία, δικαιώματα και υποχρεώσεις, ταυτότητα, αρχές και αρετές δηλαδή του δημόσιου βίου και του δημόσιου χώρου εννοούμενες με ενιαίο τρόπο από τη χώρα τών Λαπώνων ως τα ζεστά νερά τής Κρήτης, απαιτούν χρόνο. Χρόνο στον οποίο θα δοκιμαστούν η ανοχή, η συνύπαρξη, θα ενσωματωθούν στο ίδιο πολιτικο-πολιτισμικό πεδίο, δεν θα καταργηθούν.

Πόσος χρόνος; Δεν ξέρω, κανείς δεν ξέρει, πάντως χρόνος τής μακράς διάρκειας και όχι εκείνος που μετριέται με τα ιδεολογήματα του Φίσερ, του Σιράκ ή του Γιάννου [Παπαντωνίου —ο γνωστός υπουργός Οικονομικών και Εθνικής Άμυνας στις κυβερνήσεις Σημίτη].

Το δεύτερο που λείπει, μια λεπτομέρεια δηλαδή: ο ευρωπαϊκός λαός. Η Ευρώπη σήμερα πάει να οικοδομηθεί με δανεικούς λαούς, γιατί οι λαοί είναι εθνικοί και δεν δείχνουν να έχουν τη διάθεση να μην είναι εθνικοί. Εθνικοί, όχι εθνικιστικοί, όπως διδάσκει η αγγλοσαξονική πολιτειολογία, την οποία υιοθέτησαν αυτοστιγμεί σχεδόν όλοι οι Έλληνες πολιτειολόγοι και δημοσιολόγοι. Όπως λοιπόν, οι βαζέλες ή οι Ολυμπιακοί δεν πρόκειται να δανείσουν τον λαό τους σε ευρωπαϊκή ομάδα, γιατί αυτή δεν είναι ιδέα, άλλο τόσο η βολονταριστική ενοποίηση θα κινείται εν κενώ, χωρίς λαό. Η Σοβιετική Ένωση, το μόνο κράτος στον κόσμο που δεν βαφτίστηκε με εθνικό όνομα αλλά με πολιτικό (ο Σοβιετικός δεν ήταν εθνική ιδιότητα αλλά πολιτική), συνετρίβη στα εξ ων συνετέθη κι έτσι τα ‘‘σοβιετικά’’ έθνη ξανάγιναν Ρώσοι, Ουκρανοί, Αρμένιοι κ.λπ., όπως επίσης και οι ‘‘λαότητες’’ της σοβιετικής εθνολογίας έγιναν ή θέλουν να γίνουν κράτη!

Βέβαια, λένε, υπάρχουν οι ‘‘λαοί’’ τών ‘‘περιφερειών’’, αυτό το κατασκεύασμα του ρεζιοναλισμού και του ψευδοφεντεραλισμού. Κατασκεύασμα, γιατί έτσι πάει να ξεπεραστεί το εθνικό κράτος ακουμπώντας πάνω σε πολυμιγείς και ετερόκλητες οντότητες που είναι οντότητες μόνο και μόνο διότι διαπιστώνεται μια συσσώρευση οικονομικών δραστηριοτήτων και ροών γύρω από κάποιο κέντρο. Πάλι λογαριασμός λογιστηρίου.

Το τρίτο έλλειμμα είναι η ενιαία κουλτούρα, ο κοινός πολιτισμός πιο σωστά. Κι εδώ οι κουλτούρες, ό,τι και να σημαίνει αυτός ο δύστροπος όρος, είναι εθνικές. Ο γαλλικός, ο γερμανικός, ο αγγλοσαξονικός, ο ιταλικός κ.λπ. πολιτισμός είναι το ενοποιητικό στοιχείο των αντίστοιχων εθνών και έχει διαμορφωθεί πάνω στα εθνικά πλαίσια. Είναι αδύνατο ένας εξ αυτών να γίνει πανευρωπαϊκός· είναι δύσκολο να υπάρξει μια πανευρωπαϊκή αναχώνευση σε έναν κοινό ευρωπαϊκό πολιτισμό στο ορατό μέλλον. Αλλά και για να γίνει —όχι εξ ορισμού απευκταίο, ίσως μάλιστα και επιθυμητό— θέλει χρόνο πολύ. Άλλωστε για τον σκοπό αυτόν έχει βάλει υποψηφιότητα η βορειοαμερικανική κουλτούρα και η σχετική της βιομηχανία τής κουλτούρας, που εννοείται ως θόρυβος και άμορφος κατακερματισμός τών μορφών. Ήδη αυτή η κουλτούρα έχει κατακτήσει πολλά. Και, εν πάση περιπτώσει, απ’ αυτή την άποψη, η ισχυρότερη ενοποιητική κουλτούρα θα ήταν η χριστιανική· είχε δίκιο, από τη σκοπιά του, ο Χριστόδουλος που έβαλε τις φωνές για την ‘‘αποχριστιανοποίηση’’ της Ευρώπης, αφού τα περί χριστιανισμού απαλείφθηκαν από τη Χάρτα τών Δικαιωμάτων. Αλλά, ευτυχώς, στην Ευρώπη υπάρχουν πολλοί χριστιανισμοί.

Αυτά τα τρία ελλείμματα, κι άλλα πολλά, όπως το κοινωνικό, το οικολογικό, το εργασιακό κ.λπ., πάνε να γεννήσουν μια Ευρώπη που δεν μπορεί να αναγνωρίσει τον εαυτό της. Γιατί ούτε με το τέχνασμα του φεντεραλισμού καλύπτονται τα ελλείμματα. Το έχω ξαναγράψει: μπήκαμε σε μια διαδικασία στην οποία «ένα κράτος γεννιέται στη ζούλα».

Πολλοί έβαλαν τις φωνές γιατί στη Νίκαια υπερίσχυσαν τα συμφέροντα εξουσίας τών ‘‘μεγάλων’’. Αλλά γιατί; Πίστευαν ότι οι εξουσίες θα καταργούνταν με την υπέρβαση, τάχα, του εθνικού κράτους; Οι παλαιοί σοσιαλιστές έλεγαν: Αν το κράτος είναι πανίσχυρο, χαθήκαμε, κι αν είναι αδύναμο, πάλι χαθήκαμε. Είχαν δίκιο. Το πανίσχυρο ευρωπαϊκό κράτος, έστω φεντεραλιστικής μορφής, θα είναι μια πανίσχυρη εξουσία. Και η λαϊκή εξουσία στην άκρη. Τι προβλέπει περί αυτού η αναθεώρηση του Συντάγματος; Απλώς τίποτε.

Η Ευρώπη δεν θα μπορούσε να προχωρήσει υπέρ τών λαών της και των αξιών της, παρά μόνο στη βάση τού «κοινοτικού κεκτημένου» που είχαν σιωπηρά θεσπίσει οι παλαιότεροι πρωταγωνιστές της, καίτοι συντηρητικοί αυτοί. Οι νέοι, και ουδόλως νέοι στα χρόνια ή τις ιδέες, βιάζονται και βιάζουν.
 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: