Σάββατο, 12 Μαρτίου 2016

Κυρίες και κύριοι, ο Πόντιος Πιλάτος. Κατά κόσμον, Νικόλας Σεβαστάκης.



 
Έχουμε ασχοληθεί αρκετά με την αμηχανία τής Αριστεράς ως προς τις περιπλοκές τού Προσφυγικού Ζητήματος, τονίζοντας τις εξαιρετικές επιδόσεις της σε ευχολόγια και τις κάτω από τη βάση προτάσεις της ως προς το δέον γενέσθαι υπό τις παρούσες και δεδομένες συνθήκες (oh yes: «Οι άνθρωποι δημιουργούν την ιστορία, τη δημιουργούν όμως όχι όπως τους αρέσει, όχι σε συνθήκες που επιλέγουν οι ίδιοι, αλλά μέσα σε συνθήκες που υπάρχουν άμεσα, που είναι δοσμένες και που κληροδοτήθηκαν από το παρελθόν»). Ας διασκεδάσουμε τώρα με τον περίτεχνο (και ‘‘σκιώδη’’) τρόπο με τον οποίο ένας φιλελεύθερος της αριστεράς πτέρυγας επιχειρεί να κρύψει την αφωνία του σχετικά με το «τι να κάνουμε» πρακτικά και τη γύμνια του ως προς συγκεκριμένες προτάσεις και εφαρμόσιμες ιδέες μέσα σε αναφορές πτυχών τού ζητήματος (αναφορές, όμως, που, δυστυχώς, απουσιάζουν κατά κανόνα από τις αριστερές αναλύσεις), μέσα σε περιγραφές των δύο ακραίων τρόπων αντιμετώπισής του καθώς και στην υπόδειξη της μεσότητας ως βέλτιστης λύσης λες και περιμέναμε εκείνον για να μας φωτίσει!
Μετά, φαντάζομαι, θα ζήτησε να του φέρουν τη λεκάνη με το νερό…

ЖΟЖΟЖΟЖΟЖ

του Νικόλα Σεβαστάκη

Αφήνουμε πίσω τις ευκολίες. Εννοώ ότι δεν είναι ανάγκη να επιλέξουμε ανάμεσα στη «δίχως όρους φιλοξενία» και στην εθνική-κρατική στεγανοποίηση.

Τι κάνουμε λοιπόν; Πώς αντιμετωπίζουμε τη νέα κατάσταση, αυτό που συνηθίσαμε να ονομάζουμε «προσφυγική κρίση»; Υπάρχουν αυτοί που απαντούν σαν να μην έχουν σημασία τα σύνορα, οι αντοχές των κρατών, τα μηνύματα που εκπέμπονται από μια πολιτική γενικής φιλοξενίας. Παραλληλίζουν το σημερινό κύμα με όλα τα κύματα προσφυγιάς που γνώρισε η Ιστορία. Με τους ξεριζωμένους της Μικράς Ασίας, κυρίως. Και ρωτούν, κάνοντας πως δεν ξέρουν: μα, γιατί να μην περάσουν στην Ευρώπη δέκα, πενήντα, ένα εκατομμύριο άνθρωποι; Τι εμποδίζει να υπάρξει μια πολιτική της αλληλεγγύης; Και ευθύς αμέσως εξαπολύουν όλες τις ζοφερές λέξεις στη σειρά: ευρωπαϊκός ρατσισμός, αποικιοκρατική αλαζονεία, δυτικός εγωισμός.

Αυτοί οι δημόσιοι τιμητές δείχνουν τους Αυστριακούς και τους άλλους της «ομάδας του Βίζεγκραντ» και λένε χαιρέκακα: να, λοιπόν, η αλήθεια της Ευρώπης, ορίστε η Ευρώπη-αστυνομία και στρατόπεδο και υποκρισία. Έπειτα, φυσικά, απαιτούν, από αυτή την ίδια απεχθή οντότητα (την Ευρωπαϊκή Ένωση) να ανοίξει όλα τα σύνορα και τις μπάρες. Ακόμα όμως και αν γινόταν κάτι τέτοιο, δεν θα αργούσαν οι νέες κατηγορίες: πως πρόκειται για άνοιγμα συνόρων άτιμο και δόλιο, για αναζήτηση φτηνής εργατικής δύναμης από την πλευρά ενός «γερασμένου ιμπεριαλισμού».   Η πολιτική Ευρώπη –λένε– είναι ένα ιδεαλιστικό μύθευμα, μια ιστορία τελειωμένη και ανυπόληπτη.

Έτσι, εδώ το συμπέρασμα είναι πως όποια εξέλιξη και αν υπάρξει στο δράμα, η ενοχή της Ευρώπης και το στίγμα της Δύσης είναι ανεξίτηλα. Ο πρώτος κόσμος είναι πάντα και εσαεί υπεύθυνος για όλα τα δεινά στην περιφέρειά του. Οι μητροπόλεις είναι οι βασικοί φορείς της πλανητικής ασθένειας και όλα τα υπόλοιπα απλά συμπτώματα. Σε τελική ανάλυση, για πολλούς ριζοσπάστες σχολιαστές το Ισλαμικό Κράτος είναι ένα κακοφορμισμένο τοπικό εξάνθημα ενός πλανήτη ρημαγμένου από τη Δύση. Έτσι έχει το μάντρα.

Στους αντίποδες, ωστόσο, συναντούμε μια άλλη προσέγγιση. Θα την ονομάσω ρεαλιστική, με τους όρους ενός κυνικού ρεαλισμού. Όσοι την προωθούν πιστεύουν πια πως τα ισχυρά σύνορα και οι κρατικές βουλήσεις είναι η μοναδική άξια λόγου πραγματικότητα. Η πολιτική Ευρώπη –λένε– είναι ένα ιδεαλιστικό μύθευμα, μια ιστορία τελειωμένη και ανυπόληπτη. Αυτός ο νέος «εθνικός ρεαλισμός» δεν αναζητά τη δικαιοσύνη του ανθρωπισμού αλλά την ισχύ και την αποτελεσματικότητα. Η αποτροπή των ροών πάει εδώ μαζί με την επιστροφή στα ισχυρά κράτη και στην κυριαρχία τους. Με αυτή την έννοια, κινήσεις όπως αυτές των Αυστριακών μπορεί να κριθούν ως υπαρξιακά αναγκαίες και όχι ως επικίνδυνες. Αφού η Ευρώπη ως Ιδέα δεν λειτουργεί, η λύση είναι η ανάκτηση της πρωτοβουλίας απ' όσες κοινωνίες και εξουσίες θέλουν να σώσουν την κοινωνική τους συνοχή και τον έλεγχο στις επικράτειές τους.

Τι κάνουμε λοιπόν; Ως άτομα, ως πολίτες που έρχονται ενώπιον αυτής της σκληρής συγκυρίας;

Αφήνουμε πίσω τις ευκολίες. Εννοώ ότι δεν είναι ανάγκη να επιλέξουμε ανάμεσα στη «δίχως όρους φιλοξενία» και στην εθνική-κρατική στεγανοποίηση. Όχι όμως για λόγους πολιτικής ορθότητας, ούτε επειδή αποζητούμε πάντα μια πιο σύνθετη τοποθέτηση στα πράγματα. Υπάρχουν στιγμές στην Ιστορία που οι υπαρξιακές και πολιτικές επιλογές δεν φτιάχνουν ένα πράγμα. Και πολλές άλλες στιγμές που το ανάθεμα στους «φταίχτες» (όποιοι και αν είναι αυτοί) δεν σημαίνει τίποτα για την αντιμετώπιση των προβλημάτων. Επιμένοντας, ωστόσο, στη δύσκολη επιλογή, σώζουμε κάτι πολύτιμο: όχι την ψυχή μας (δεν αφορά κανέναν μια τέτοια σωτηρία) αλλά δυο-τρία σημαντικά πράγματα του φιλελεύθερου πολιτισμού.

Αυτή είναι, μάλλον, και η στιγμή που ζούμε. Δεν σηκώνει ιδεολογικές καταχρήσεις των πληγών. Ούτε το κάλεσμα «ανοιχτά σύνορα», ούτε, πολύ περισσότερο, την κουραστική ρουτίνα του αριστερισμού να χρίζει πολιτικά υποκείμενα τα εκάστοτε θύματα μιας κατάστασης.  

Αλλά με ανησυχεί και η άλλη άποψη. Αυτή που στο όνομα ενός ρεαλισμού της ισχύος μοιάζει να πηδάει στο τρένο των νέων αυταρχικών εθνικισμών που κατατρώνε την Ευρώπη. Λες και μπορεί να ρυθμιστεί το χάος με κινήσεις μοναχικών λύκων, με κράτη που υπονομεύει το ένα το άλλο σε ένα παιχνίδι χωρίς τέλος.

H no border ανευθυνότητα δεν υπολογίζει τις διαφορές ουσίας της σημερινής συγκυρίας από άλλες του μακρινού παρελθόντος. Δεν θέλει να καταλάβει ότι η πολιτική φιλοξενία είναι διαφορετική υπόθεση από την ηθική αναγνώριση του άλλου. Υποτιμά χονδροειδώς τα λεπτά ζητήματα των πολιτικών αξιών, τον ισλαμιστικό ολοκληρωτισμό, τα προβλήματα κοινωνικής ενσωμάτωσης.

Ο ρεαλισμός της εθνικής κυριαρχίας πάει να μιμηθεί στην ουσία την οπτική διαφόρων Ορμπάν για την κρατική ισχύ: αντικαθιστά βιαστικά τα υπερεθνικά όνειρα του χθες με στενόμυαλες κινήσεις αυτοσυντήρησης. Αντί να διορθώσει πλευρές ενός παραδείγματος, σπρώχνει ουσιαστικά στην ακύρωσή του.

Η τρίτη λύση, όπως και σε πολλά άλλα θέματα, δείχνει υποτονική. Φαίνεται να μη διαθέτει ισχυρό ρεύμα και υποχωρεί κάτω από τα χτυπήματα του συναισθηματικού φιλο-μεταναστευτισμού από τη μια και του σκληρού εθνικισμού από την άλλη.

Επιμένοντας, ωστόσο, στη δύσκολη επιλογή, σώζουμε κάτι πολύτιμο: όχι την ψυχή μας (δεν αφορά κανέναν μια τέτοια σωτηρία) αλλά δυο-τρία σημαντικά πράγματα του φιλελεύθερου πολιτισμού. Τη μέριμνα για ένα κράτος δικαίου ικανό μεν να υπερασπίζεται την υπόστασή του αλλά και ευαίσθητο σε οικουμενικές αρχές. Τα κεκτημένα ενότητας της υπαρκτής Ευρώπης, παρά τα σχίσματα και τις θλιβερές δημαγωγίες που τη διαπερνούν. Την προσπάθεια, τέλος, να υπάρξει μια ρύθμιση του προσφυγικού, χωρίς να περιμένει κανείς το τέλος όλων των πολέμων ή το να γίνουν όλα τα κράτη ενάρετες και αγαπητικές οντότητες.

Η Ειδομένη, τα Διαβατά, η Μυτιλήνη, ο Πειραιάς, δεν είναι εικόνες για πύρινα στάτους που σπεύδουν να βαφτίσουν ναζιστική την Ευρώπη. Ας μη γίνουν και αφορμή να θάψουμε την Ευρώπη και να αναστήσουμε την εθνική μας μοναξιά. Θα είναι μια μοναχικότητα ευάλωτη στο χειρότερο που θα αναμασά το χαμένο της δίκιο, είτε βρίζοντας τους ξένους είτε ευλογώντας τα όπλα της. Όπλα άσφαιρα του αιώνιου ελληνικού παράπονου.
 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: